Ο μύθος των Ατρειδών δεν λειτουργεί ως ιστορικό κατάλοιπο, αλλά ως ανοιχτό δραματουργικό πεδίο, μέσα στο οποίο οι σύγχρονοι δημιουργοί επαναπροσδιορίζουν έννοιες όπως η βία, η ενοχή, η μνήμη και η ταυτότητα. Η παραπάνω έρευνα εντάσσεται σε αυτή τη λογική της δημιουργικής συνομιλίας με το αρχαίο υλικό. Εξετάζει πώς ο μύθος των Ατρειδών μετασχηματίζεται σε δύο σύγχρονες ελληνικές εκδοχές: στους Ατρείδες του Θάνου Κωτσόπουλου και στον Χορό της Ηλέκτρας της Μαρίας Λαμπαδαρίδου-Πόθου. Κεντρικός άξονας της ανάλυσης είναι ο ρόλος του Χορού, ως δραματουργικού εργαλείου – ως φορέα μνήμης, και εσωτερικής σύγκρουσης.
O Θ. Κωτσόπουλος (1911-1993) γεννήθηκε στη Ρωσία από Έλληνες γονείς και σε μικρή ηλικία ήρθε στην Ελλάδα. Σπούδασε Νομικά και αρίστευσε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού θεάτρου (1932). Υπήρξε διευθυντής στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος και καθηγητής στη Δραματική Σχολή του Εθνικού. Έγραψε μυθιστορήματα, ποίηση, την τραγωδία Θησέας (1973) και τους Ατρείδες (1962).
Στην τραγωδία Ατρείδες, παρουσιάζει μία διαφορετική ματιά στο θέμα της εκδίκησης που επωμίζεται ο Ορέστης στην αισχυλική τριλογία Ορέστεια, όπου σκοτώνει την μητέρα του και τον εραστή της Αίγισθο, υπεύθυνους για τον φόνο του πατέρα του Αγαμέμνονα. Το χαρακτηριστικό στοιχείο εδώ είναι ότι ο Ορέστης δεν θέλει να σκοτώσει τη μητέρα του. Δεν θέλει να υπακούσει τυφλά στον χρησμό του Απόλλωνα να την θανατώσει, αφού ο ίδιος στην αρχή δεν είναι βέβαιος για την ενοχή της. Βρίσκεται σε αμηχανία: «Πώς θα βγω μέσα από το σκότος, όπου με έριξε η θεία προσταγή;» (σελ 8).

Ο χορός στους Ατρείδες: Ο Κωτσόπουλος δεν ακολουθεί τη δομή και τους κανόνες της κλασσικής τραγωδίας. Η δράση εκτυλίσσεται μπροστά από το παλάτι των Ατρειδών , στη διάρκεια μίας μέρας. Συγκεκριμένα, ο χορός λειτουργεί ως συλλογική συνείδηση και κινητικό τοπίο, κουβαλά την ιστορία και γίνεται «αποθήκη» ενοχής και αίματος. Σχολιάζει τις πράξεις των ηρώων, χωρίς να παίρνει απόλυτη θέση και έτσι αναδεικνύεται η τραγική αμφισημία: Τι είναι δίκαιο; Τι είναι εκδίκηση; Πού σταματά ο κύκλος του αίματος; Εν κατακλείδι, γίνεται παθητικός μάρτυρας αφού προβλέπει την καταστροφή χωρίς να μπορεί να την αποτρέψει.
Αρχικά, η Κλυταιμνήστρα λέει ότι οι κατηγορίες είναι τρέλα της Ηλέκτρας. Στην πορεία όμως, έχουμε δημόσια ομολογία του φόνου και αποδοχή της τιμωρίας της από τον λαό, για να μην χαθεί και ο Ορέστης μαζί της. «Με χέρια καθαρά γλίτωσε τώρα χωρίς να δεις ποτέ τις!» (σελ 55).
Ο λαός είναι οργισμένος και με τον Ορέστη από τον οποίο περίμενε να εκδικηθεί για τον πατέρα του. Οι πολίτες απευθύνονται στον Ορέστη λέγοντας: «Στάσου μακριά από την Κλυταιμνήστρα. Γιατί, μαζί της αν θελήσεις να ‘σαι κανείς απ’ την οργή μας δεν σε σώζει!» (σελ 54). Ο λαός σκότωσε και τον Αίγισθο με την στήριξη της Ηλέκτρας, η οποία λέει: «Το μόλυσμα σ’ αυτούς να παραδώσεις, Ορέστη, που σκότωσαν και τον Αίγισθο, το μόλεσμα κι εγώ να μην πάρω» (σελ 70).
Οι πολίτες, δώδεκα άντρες και δώδεκα γυναίκες διαφόρων ηλικιών, παίρνουν θέση απέναντι στα γεγονότα, εκφράζουν τη γνώμη τους, οργίζονται, τιμωρούν τον Αίγισθο. Θέλουν την τιμωρία και της Κλυταιμνήστρας, αλλά εκεί παρεμβαίνει το φάσμα του Αγαμέμνονα και παίρνει θέση.
Η Μ. Λ. Πόθου γεννήθηκε στη Μύρινα της Λήμνου το 1993 και απεβίωσε στις 17 Ιουνίου του 2023. Απόφοιτος του Παντείου (1963), κάνει θεατρικές σπουδές για ένα έτος στην Σορβόννη, με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης (1966-1967). Έρχεται σε επαφή με τα ρεύματα της δυτικής διανόησης και το θέατρο του παραλόγου. Επηρεάστηκε πολύ από τον Μπέκετ.
Στον Χορό της Ηλέκτρας, η συγγραφέας βασίζει την πλοκή στον μύθο της Ορέστειας του Αισχύλου, ο στόχος της όμως δεν είναι μία παραλλαγή του αρχαίου μύθου. Το έργο γράφτηκε το 1969 κατά τη διάρκεια της δικτατορίας (1967-1974), όταν πια έχει εδραιωθεί η εξουσία του καθεστώτος, την οποία με το έργο αυτό στοχεύει να καταγγείλει και δίνει πολιτική σημασία στα μυθολογικά δεδομένα. Ανέβηκε το 1971 στη Νέα Σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, με τον φόβο της λογοκρισίας και των απαγορεύσεων, αφού υπάρχουν πολιτικοί υπαινιγμοί για το τυραννικό καθεστώς. Το έργο δεν δημοσιεύτηκε ποτέ. Το μοναδικό αντίτυπο βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Εθνικού θεάτρου, δακτυλογραφημένο και με σημειωμένες τις διδασκαλίες, όπως διαπίστωσα στην επίσκεψή μου στη βιβλιοθήκη. Υπάρχουν ωστόσο, δημοσιεύματα και κριτικές από τον τύπο της εποχής, στα ψηφιοποιημένα αρχεία του Εθνικού.

Η δομή του Χορού της Ηλέκτρας:
Όλο το έργο εκτυλίσσεται σε τρεις πράξεις και έξι σκηνές συνολικά, δύο σε κάθε πράξη.
Πρώτη πράξη: Στην πλατεία του Άργους εμφανίζεται ο Αίγισθος με την Κλυταιμνήστρα για να δηλώσει ότι θα καταπνίξει κάθε εχθρική προς αυτόν κίνηση της Ηλέκτρας. Όταν το ζευγάρι φεύγει, η Ηλέκτρα παρακινεί το λαό να πετάξει τις ομοιόμορφες μάσκες του. Όλοι ελπίζουν στον γυρισμό του Ορέστη.
Στη συνέχεια, εμφανίζεται ο Πυλάδης, ο οποίος προτείνει στην Ηλέκτρα μία ζωή μακριά από το μίσος. Στη δεύτερη σκηνή, ο Αίγισθος ασκεί πίεση στην Ηλέκτρα που δεν υπάκουσε και δεν τους ακολούθησε όταν αποχώρησαν, ενώ η Κλυταιμνήστρα προσπαθεί να γεφυρώσει το χάσμα μεταξύ τους. Λέει στην κόρη της ότι νιώθει περιφρόνηση για τον άντρα με τον οποίο μοιράζεται τη ζωή της.
Αίγισθος-Κλυταιμνήστρα
Δεύτερη πράξη, σκηνή τρίτη (στο παλάτι): Η σχέση Αιγίσθου -Κλυταιμνήστρας έχει φθαρεί τελειωτικά. Αλληλοκατηγορούνται για τις ευθύνες τους τη νύχτα του φόνου. Κάποια όνειρα που βλέπει η Κλυταιμνήστρα την κάνουν να ελπίζει, πως ο Ορέστης ίσως γυρίσει. Η Κλυταιμνήστρα προτείνει να κάνουν μία γιορτή για να εξευμενίσουν τους θεούς.
Αίγισθος-λαός [χορός]
Δεύτερη πράξη, τέταρτη σκηνή: Ο λαός (χορός), έχει κουραστεί να περιμένει τον γυρισμό του Ορέστη. Στη σκηνή εμφανίζεται ένας γέροντας, ξένος. Είναι αυτός στον οποίο, η παραμάνα εμπιστεύτηκε τον Ορέστη, για να μην τον σκοτώσει ο Αίγισθος. Η Ηλέκτρα έχει ήδη βρει ίχνη του αδελφού της, στον τάφο του πατέρα τους.
Αίγισθος-Ηλέκτρα
Τρίτη πράξη: Εκτυλίσσεται στο θυσιαστήριο. Ο χορός με μία τελετουργία γιορτάζει το τέλος της τυραννίας του Αιγίσθου και της Κλυταιμνήστρας. Η Ηλέκτρα νιώθει φρίκη και απογοήτευση, ενώ ο λαός συνεχίζει την οργιαστική τελετή.
Πράξη Τρίτη, πέμπτη σκηνή
Η αίσθηση της Ηλέκτρας για τη δικαιοσύνη: Στη σκηνή αυτή είναι φανερή η εσωτερική σύγκρουση της Ηλέκτρας. Η ηρωίδα έρχεται αντιμέτωπη με την ίδια της τη μοίρα και την επικείμενη εκδίκηση. Δεν είναι πια απλώς θύμα, η ανθρώπινη πλευρά της συγκρούεται με την ανάγκη για δικαιοσύνη και τελικά αυτή υπερισχύει.
Ορέστης- Ηλέκτρα
Σκηνή έκτη: Τα δύο αδέλφια περνούν κάποιες στιγμές εξομολόγησης και αναπόλησης. Ο λαός φωνάζει ότι θέλει τον βασιλιά του. Ο Ορέστης όμως αρνείται να γίνει μητροκτόνος. Ακολουθεί το δρόμο της αθωότητας, δεν έχει να προσφέρει τίποτα στον λαό. Αφήνει την πόλη στα χέρια του λαού, που θα έχει, μόνος αυτός, την ευθύνη του αίματος και της βίας.
Στον Χορό της Ηλέκτρας, ο χορός εκπροσωπεί τον υποταγμένο λαό, είναι πολίτες του Άργους. Η συγγραφέας λέει ότι γράφτηκε για να καταγγείλει το παράλογο και δικτατορικό καθεστώς. Ο χορός έχει περιορισμένη κινητικότητα, η κίνηση είναι πιο απλή και δεν παρεμβαίνει αποφασιστικά στη δράση. Στην ουσία έχει διακριτική παρουσία, αφήνοντας το βάρος στη σύγκρουση των βασικών προσώπων. Ο χορός έχει δραματουργική συμμετοχή: ενσωματώνεται στη δράση και επηρεάζει τα γεγονότα. Πίσω από τις μάσκες, οι πολίτες κρύβουν την οργή και τα χέρια προβάλλουν μέσα από τα ρούχα, γεμάτα θυμό ενάντια στην τυραννία του φθαρμένου πια Αιγίσθου, που χρησιμοποιεί μόνο το φόβο για να επιβάλλει τη δύναμή του, ενώ ετοιμάζουν την τιμωρία του. Γι’ αυτό το σκοπό, προσμένουν τον Ορέστη, που όπως πιστεύουν θα τους στηρίξει στο στόχο τους.
Περίμεναν ένα σωτήρα-τιμωρό κι όταν αποδεικνύεται ότι ο Ορέστης δεν θα τους στηρίξει, απογοητεύονται αλλά και συνειδητοποιούν ότι η λύση, το τέλος της τυραννίας του Αιγίσθου και της Κλυταιμνήστρας, βρίσκεται πια στα χέρια τους. Δεν σέρνεται πια υποταγμένος στον δυνάστη, δηλώνοντας από φόβο υποταγή στο πρόσωπό του. Το ομοιόμορφο ντύσιμο και οι όμοιες μάσκες συμβολίζουν αυτόν τον φόβο. Με την προτροπή του Ορέστη, βγάζουν τις μάσκες και κοιτούν ο ένας τον άλλον στα μάτια, αντιστέκονται. Ο Ορέστης διαλέγει την αθωότητα, εκείνοι όμως θα έχουν αίμα στα χέρια. Από δω και πέρα είναι μόνοι τους κι έχουν την ευθύνη της πράξης τους, όπως λέει ο Ορέστης.
Ο χώρος στους Ατρείδες, δεν είναι απλώς σκηνικό περιβάλλον. Η οικία των Ατρειδών λειτουργεί ως κλειστό σύστημα εξουσίας και βίας. Πρόκειται για έναν χώρο που δεν επιτρέπει σωματική ούτε ηθική διαφυγή. Η βία δεν προέρχεται απ’ έξω, το σπίτι μετατρέπεται σε τόπο αναπαραγωγής της βίας και χώρο εγκλωβισμού των σωμάτων. Από την άλλη, ο χώρος στην Ηλέκτρα λειτουργεί ως τόπος εσωτερικής αναμονής. Το σπίτι δεν απειλεί με πράξη, απειλεί με σιωπή. Ο χώρος γίνεται πεδίο συναισθηματικής στασιμότητας και εσωτερικός, σχεδόν υπαρξιακός.
Ο Κωτσόπουλος ακολουθεί την παράδοση των αρχαίων τραγικών ποιητών, οι οποίοι μεταπλάθουν έναν τραγικό μύθο και δημιουργούν ένα νέο δραματικό έργο. Το έργο αποτελείται από 1213 ιαμβικούς στίχους στη δημοτική γλώσσα. Παίχτηκε στο αρχαίο θέατρο της Ρόδου σε σκηνοθεσία του συγγραφέα, με ερμηνεία από αποφοίτους δραματικών σχολών. Οι σκηνοθετικές οδηγίες είναι λιτές και υπάρχουν πολλές σκηνές πλήθους.
Στα αρχαιόθεμα έργα πολλών συγγραφέων, ο Ορέστης δεν απαλλάσσεται από το έγκλημα της μητροκτονίας, το οποίο ηθελημένα ή αθέλητα συντελείται, με εξαιρέσεις τα έργα Ατρείδες και Ο Χορός της Ηλέκτρας καθώς και στα έργα Η επιστροφή του Ορέστη ή Σε διακοπές… ( 1975) του Π. Πολυχρονόπουλου όπου το έγκλημα το κάνει ο φίλος του Ορέστη και τον Ορέστη (1976) της Ζ. Καρέλλη, στο οποίο ο Ορέστης μάλλον θα αποφασίσει να συγχωρήσει την μητέρα του.
Στον Χορό της Ηλέκτρας, η γλώσσα είναι απλή, σύγχρονη, καθομιλουμένη χωρίς μέτρο, με αρκετό διάλογο. Περισσότερο αφορά ένα δραματικό θεατρικό έργο.
Ο Ορέστης στους Ατρείδες, υπερασπίζεται δημόσια τη μητέρα του και ανακοινώνει την απόφασή του να ζήσει μαζί της στην εξορία, εφόσον ούτε εκείνος μπορεί να μείνει στην πόλη του, αφού δεν εκτελεί το χρέος εκδίκησης που περιμένει ο λαός και η Ηλέκτρα. Ο Κωτσόπουλος εστιάζει στη σχέση μητέρας-γιου, αφήνοντας τη σχέση του Ορέστη με τον Αίγισθο και την Ηλέκτρα. Καλεί τους πολίτες να θάψουν το μίσος που φωλιάζει μέσα τους. «Τα χέρια σας αμόλευτα ας ανέβουν σ’ αυτόν το νέο Δία προσευχή, το γένος των ανθρώπων να γλιτώσει κι αυτήν και τον Ορέστη να λυπηθεί.» (σελ 52).
Ο Ορέστης δεν έγινε μητροκτόνος, στο έργο δεν συναντιέται με τον Αίγισθο, τον δεύτερο ένοχο, ούτε μιλά γι’ αυτόν. Ο Αίγισθος, παγιδεύεται και φονεύεται μέσα στο παλάτι από τους πολίτες, με τη στήριξη της Ηλέκτρας, που δεν συμμετέχει όμως στον φόνο. Ο Ορέστης, θρηνεί τη μητέρα του, μπαίνει στο παλάτι κρατώντας το σώμα της, συνοδευόμενος από την αδελφή του και ο λαός σκορπίζεται, χωρίς να νοιάζεται για τις επικρίσεις της Ηλέκτρας.
Το σώμα του έχει ένταση και εσωτερική σύγκρουση, ο χορός τον περιβάλλει, σχεδόν τον πιέζει και η παρουσία του δεν είναι ηρωική με κλασσικό τρόπο, έχει σπασμωδικότητα, αγωνία και ψυχική ένταση. Ο ίδιος βρίσκεται στο κέντρο της δράσης, όμως δεν κυριαρχεί ήρεμα στον χώρο, φαίνεται ευάλωτος. Αντί για εκδίκηση, ο Ορέστης ζητά από τους πολίτες να συγχωρήσουν και ο νέος, σπλαχνικός Δίας να λυπηθεί την Κλυταιμνήστρα και τον γιο της. Στην αδελφή του λέει πως η ευσπλαχνία θα επικρατήσει κάποτε, όταν οι κακοί νιώσουν απομονωμένοι από την κοινωνία και τότε θα είναι ανίσχυροι να βλάψουν.
Στον Χορό της Ηλέκτρας, μετά την αναγνώριση, ο Ορέστης και η Ηλέκτρα αγκαλιάζονται συγκινημένοι. Ο Ορέστης θυμάται τη φωνή της μητέρας του, που είναι ακριβώς η πιο σημαντική παιδική του ανάμνηση. Αυτός και η αδελφή του είναι σκλάβοι της Ιστορίας τους και του χρέους της εκδίκησης που κουβαλούν, δεν είναι ελεύθεροι. Υποστηρίζει ότι ελεύθερος είναι αυτός που αφήνει πίσω την Ιστορία του. Αυτό θέλει εκείνος. Δεν γεννήθηκε για να γίνει μητροκτόνος. Ήταν όμως καταδικασμένος να πιστεύει ότι θέλει να σκοτώσει τη μητέρα του, γιατί έτσι ήθελαν οι άνθρωποι και οι θεοί. Ήταν σκλάβος ενός ανελέητου σάπιου μύθου όπως λέει: «… να πρέπει να σκοτώσεις μόνο επειδή είσαι σκλάβος ενός βρώμικου μύθου που στο σάπιο πετσί του κουβαλά όλους εκείνους τους ψευτοθεούς που ψάχνουν για δούλους».
Η στάση του είναι λιγότερο εκρηκτική, δίνει έμφαση στο καθήκον και όχι στη σωματική ένταση. Είναι πιο λειτουργικός δραματουργικά και η παρουσία του έχει σταθερότητα. Δεν διαλύεται σκηνικά από την ενοχή, τουλάχιστον όχι με σωματικό τρόπο.
Μέσα στο μυαλό του καλλιεργούσε το μίσος, για να πιστέψει ότι το έγκλημα του ήταν δίκαιο και αρεστό στους θεούς που το βάφτιζαν ανδρεία, γενναιότητα. Η Ηλέκτρα βρέθηκε κι αυτή εγκλωβισμένη στο μίσος, όμως τώρα έχει κουραστεί, απογοητευτεί και η στάση του αδελφού της τη συνεπαίρνει. Κουβαλούν στο αίμα τους όλες τις γενιές των Ατρειδών που σπαράχτηκαν από το μίσος. Ήρθε η ώρα που και οι δύο λένε: «Φτάνει πια!».
Ο λαός έχει ξεχυθεί στην πόλη του Άργους. Όλοι προσμένουν να μιλήσουν στον Ορέστη, που όπως πιστεύουν θα τιμωρήσει τον τύραννο και να ελευθερώσει την πόλη. Εκείνος όμως, δεν θέλει να δει κανέναν πριν φύγει. Θέλει να μην έχει σχέση με το όνομα που φέρει, με το βάρος μίας πανάρχαιας ευθύνης που διψά για αίμα.
Η σύγκριση των δύο έργων: Ο μυθολογικός κύκλος των Ατρειδών, γίνεται αντικείμενο διαφορετικών προσεγγίσεων, αποδεικνύοντας την δυνατότητα να δίνεται διαφορετική ερμηνεία κάθε φορά στους μύθους, ανάλογα με την εποχή. Παρά το ότι τα δύο έργα χρησιμοποιούν παρόμοια βασικά υλικά, η αίσθηση του αναγνώστη είναι διαφορετική. Τα κοινά στοιχεία ωστόσο, είναι πολλά.
Βασική διαφορά το σημείο που εστιάζει κάθε συγγραφέας. Μία δεκαετία μεσολαβεί μόνο ανάμεσα στη γραφή των δύο έργων ( Ατρείδες 1961, Χορός της Ηλέκτρας 1970). Η πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα όμως είναι διαφορετική, αφού το 1967 εγκαθιδρύεται το δικτατορικό καθεστώς. Η Λαμπαδαρίδου επιλέγει να εστιάσει στην καταγγελία του καθεστώτος της εποχής.
Ο Αίγισθος βρίσκεται στη σκηνή και καταγράφονται οι αντιδράσεις του, πολύ περισσότερο από ότι στους Ατρείδες, όπου βλέπουμε προς το τέλος, καθώς η Ηλέκτρα τον παρασύρει στο παλάτι, στηρίζοντας τον λαό στον φόνο του. Η στολή του συνταγματάρχη με την οποία τον ντύνει ο Φωτόπουλος, παραπέμπει άμεσα τον θεατή στο δικτατορικό καθεστώς.
Ο Θάνος Κωτσόπουλος ήταν δοσμένος στο θέατρο, στην ερμηνεία της αρχαίας τραγωδίας όπου έχει αφήσει τα δημιουργικά του ίχνη. Οι Ατρείδες λοιπόν, είναι πιο κοντά στο πνεύμα της τραγωδίας, αν και δεν ακολουθεί τους κανόνες, προσθέτοντας όμως και νέα οπτική.
Το έργο εστιάζει στη σχέση Κλυταιμνήστρας – Ορέστη, αλλά και στο τυραννικό καθεστώς της πόλης. Δίνει μία έκβαση που ικανοποιεί την επιθυμία τιμωρίας των ενόχων του φόνου του Αγαμέμνονα, χωρίς να γίνεται μητροκτόνος ο Ορέστης, αφού έρχεται στην πόλη αποφασισμένος να μη σκοτώσει. Το ίδιο ισχύει και για τον Ορέστη της Λαμπαδαρίδου. Η διαφορά παρουσιάζεται στη στάση της Ηλέκτρας: στον Χορό τα δύο αδέλφια συμφωνούν στην άρνηση του αίματος του φόνου, ενώ στους Ατρείδες, η Ηλέκτρα είναι κυριευμένη από μίσος, θέλει τον φόνο της μητέρας της και του Αιγίσθου από τον Ορέστη, τον οποίο προσμένει, όπως και ο χορός, ο οποίος εδώ δεν εκπροσωπεί τον λαό. Στρέφεται και κατά του Ορέστη, όταν αυτός αρνείται να πάρει εκδίκηση.
Ως προς το σκηνικό, στους Ατρείδες όλη η δράση εξελίσσεται μπροστά στο παλάτι , σε μία μέρα. Η παρουσία της Κλυταιμνήστρας στη σκηνή διαρκεί πολύ. Όλα λέγονται ενώπιον του λαού. Η αναγνώριση του Ορέστη γίνεται από την Κλυταιμνήστρα και όχι από την Ηλέκτρα στον τάφο του Αγαμέμνονα. Γίνεται ένα είδος δίκης της Κλυταιμνήστρας, όπου δίνει εξηγήσεις για τους λόγους που την οδήγησαν στον φόνο, τον οποίο τελικά ομολογεί. Μέσα στην οργή των πολιτών και της Ηλέκτρας, ενώ απειλούν με θάνατο την Κλυταιμνήστρα, ο Ορέστης την υπερασπίζεται και επιβάλλει τη απόφασή του να την πάρει μαζί του και να ζήσουν στην εξορία, πράγμα που τελικά ο λαός αποδέχεται.
Και στα δύο έργα, ο Ορέστης θέλει να αφήσει πίσω την Ιστορία του, τη βία και το μίσος. Κοιτάζει μπροστά, θέλει να ζήσει ελεύθερος με την αγάπη της μητέρας του που στερήθηκε. Κατανοεί ότι τον έδιωξε γιατί φοβήθηκε για τη ζωή της, εξαιτίας του χρησμού του Δία, ότι αυτό το παιδί κάποτε θα την δολοφονούσε. Δεν θέλει τα δεσμά και τα βάρη που επιβάλλει το παρελθόν του και η θεία προσταγή στην οποία δεν υπακούει. Επιλέγει την αθωότητα και οραματίζεται ένα μέλλον με αγάπη ανάμεσα στους ανθρώπους.
Στον Χορό λέει η Ηλέκτρα: « Όταν οι άνθρωποι θα έχουν χάσει στους πολέμους τα χέρια τους… όταν η οδύνη για το αίμα των αθώων θα λυγίσει το πρόσωπο της εξόντωσης, τότε θα μας ενώσει η αγάπη».
Στους Ατρείδες ο Ορέστης λέει: « Το σπλάχνος όλα κάποτε, η Ηλέκτρα, θα τα στομώσει κι οι κακοί θωρώντας αλάργα από το κοπάδι των ανθρώπων πως μένουν, θα ‘ναι ανίσχυροι να βλάψουν».
Και στα δύο έργα μηδενίζεται η αξία του εκδικητικού φόνου. Αντί γι’ αυτό, επικρατεί η συγχώρεση, ως ο μόνος τρόπος να είναι ο άνθρωπος ελεύθερος να ζήσει τη ζωή του.
Στον Χορό η Νέμεση έρχεται να αποκαταστήσει τα πράγματα μέσα από τη δράση των πολιτών και για τους δύο ενόχους. Στους Ατρείδες, έρχεται από το φάσμα του Αγαμέμνονα που αφήνει νεκρή από τρόμο την Κλυταιμνήστρα, στερώντας την έτσι, από τον Ορέστη που την ήθελε κοντά του. Ο λαός με τη στήριξη της Ηλέκτρας, αναλαμβάνει την τιμωρία του Αιγίσθου.
Στα δύο έργα, ο Ορέστης διαλέγει τον ίδιο δρόμο της αθωότητας, της ελευθερίας και οραματίζεται ένα μέλλον, όπου κυριαρχεί μία πανανθρώπινη αγάπη.
Η σύγκριση των δύο σκηνικών προσεγγίσεων του χορού αναδεικνύει τη μετατόπιση από τη μνημειακή και θεσμική λειτουργία της αρχαίας τραγωδίας σε μία βιωματική και σωματική ανάγνωση. Η επιλογή των δύο έργων δεν αποσκοπεί σε μία απλή συγκριτική ανάλυση, αλλά στη διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο ο νεότερος ελληνικός λόγος συνομιλεί ενεργά με τον τραγικό μύθο, μετατοπίζοντας το βάρος από την πράξη στο σκηνικό και υπαρξιακό τοπίο. Στην ουσία, συγκρίνουμε μια κλασσική μνημειακή προσέγγιση του χορού με μία σύγχρονη σωματική βιωματική ανάγνωση. Εν κατακλείδι, αναδεικνύεται ο ουσιαστικός στόχος: η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο το αρχαίο δράμα παραμένει ζωντανό, όχι ως μουσειακό αποτύπωμα, αλλά ως ανοιχτό πεδίο σύγχρονης σκηνικής αναζήτησης.
Πηγές
Ατρείδες :
- Το κείμενο Ατρείδες του Θ. Κωτσόπουλου Αθήνα 1961
- Ευσεβία Χασάπη – Χριστοδούλου, Η ελληνική μυθολογία στο νεοελληνικό δράμα. Από την εποχή του κρητικού θεάτρου έως το τέλος του 20ού αιώνα, τόμος Β΄, University Studio Press 2002, σσ. 957-961 και σσ. 1128-1129.
- Συλλογικό, Για τον ηθοποιό και συγγραφέα Θάνο Κωτσόπουλο, αυτοέκδοση 1992, σσ. 74-75.
Ο Χορός της Ηλέκτρας:
Βιβλιοθήκη Εθνικού Θεάτρου: δακτυλογραφημένο αντίτυπο του κειμένου.
Ψηφιοποιημένα αρχεία Εθνικού Θεάτρου
Κριτικές και δημοσιεύματα της εποχής: Χρ. Αγγελομάτης 12/11/1971, εφημερίδα «Εστία».
Ειρήνη Καλκάνη 7/12/1971, εφημερίδα «Απογευματινή».
Συνέντευξη της Μ. Λαμπαδαρίδου στον Ρ. Μεγαλοοικονόμου, εφημερίδα «Ελεύθερος Κόσμος».
Επιστολή της Μ. Λαμπαδαρίδου σε απάντηση κριτικής του Κ. Γεωργουσόπουλου 17/11/1971, εφημερίδα «Απογευματινή».
Αφροδίτη Σιβετίδου, «Ο Χορός της Ηλέκτρας», κριτική μελέτη για το έργο. Περιλαμβάνεται στον τόμο Το σύγχρονο δράμα: ο λόγος της σιωπής, University Studio Press, 2013. https://marialampadaridoupothou.gr/%CE%BF-%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%8C%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B7%CE%BB%CE%AD%CE%BA%CF%84%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BC%CE%B5%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B7-%CE%B3/
Ρεπορτάζ, 9/11/1971, εφημερίδα «Βραδινή».