«Blunted» – Δήμητρες και Περσεφόνες» στην Κάμιρο

Μάγδα Στεργίου

Δύο δημιουργοί σε συνομιλία: Η σκηνοθέτρια Μαρία Ξανθοπουλίδου  και η συγγραφέας Σοφιάννα Θεοφάνους  μιλούν με την Μάγδα Στεργίου για την παράσταση Blunted,  τη φύση της συνεργασίας τους και τη βαθιά, πολύπλευρη, συχνά αντιφατική και σουρεαλιστική σχέση μητέρας–κόρης που βλέπουμε στο έργο— μια σχέση που, όσο προσωπική κι αν είναι, αγγίζει κάτι καθολικό: κάτι ανάμεσα στην άνευ όρων αγάπη και την αναγκαία απόσταση.

Θα ήθελα να ξεκινήσω αυτή τη συζήτηση μαθαίνοντας λίγα περισσότερα πράγματα για τη συνεργασία σας. Πώς συναντηθήκατε, τι σας ένωσε και σας οδήγησε να συνεργαστείτε για αυτή την παράσταση;

Μαρία: Η συνάντησή μας με τη Σοφιάννα δεν ήταν τυχαία, υπήρχε ήδη μια κοινή ευαισθησία γύρω από τα θέματα που μας απασχολούν. Αυτό που μας ένωσε ήταν, νομίζω, μια κοινή ανάγκη να μιλήσουμε για πράγματα που συχνά μένουν στο περιθώριο της αφήγησης: τις ρωγμές μέσα στην οικογένεια, τις σχέσεις που δεν χωρούν εύκολα σε ορισμούς. Το Blunted προέκυψε σαν μια φυσική συνέχεια αυτής της συνάντησης, σαν κάτι που έπρεπε να ειπωθεί, με τον τρόπο του.

Σοφιάννα: Με τη Μαρία γνωριζόμαστε πολλά χρόνια και συνεργαστήκαμε πολύ πρόσφατα στη Sara Crewe και έχει υπάρξει και σκηνοθέτης μου. Σε αυτές τις δουλειές χτίστηκε μια σχέση εμπιστοσύνης που δεν είναι αυτονόητη, να μπορείς να δώσεις ένα κείμενο σε κάποιον και να ξέρεις ότι θα το διαβάσει, όχι ότι θα το χρησιμοποιήσει σαν αφετηρία για κάτι δικό του. Όταν έγραψα το Blunted, η Μαρία ήταν η πρώτη που ήθελα να το διαβάσει. Κατάλαβε αμέσως ότι δεν είναι ένα έργο «περί» ενδοοικογενειακής βίας. Είναι ένα έργο για τη σιωπή.

«Blunted» – Δήμητρες και Περσεφόνες». Η κατά λέξη μετάφραση του όρου «Blunted» σημαίνει «αμβλύ», πώς αυτός μεταφράζεται στο έργο;

Μαρία: Το Βlunted για μένα δεν είναι απλώς κάτι αμβλύ ή αποδυναμωμένο. Είναι κάτι που έχει χάσει την αιχμή του, όχι γιατί δεν υπάρχει ένταση, αλλά γιατί αυτή η ένταση δεν μπορεί να εκφραστεί άμεσα. Στο έργο αυτό αφορά κυρίως τον τρόπο που βιώνονται τα συναισθήματα. Είναι εκεί, έντονα, αλλά μοιάζουν να έχουν περάσει μέσα από ένα φίλτρο σιωπής, συνήθειας, χρόνου. Αυτό δημιουργεί μια ιδιαίτερη κατάσταση: τίποτα δεν εκρήγνυται, αλλά όλα υποβόσκουν, μέχρι τη στιγμή που όλα όσα δεν ειπώθηκαν βγαίνουν στην επιφάνεια αφιλτράριστα, έντονα, επώδυνα.

Σοφιάννα: Ο τίτλος Blunted έχει διπλή ανάγνωση. Από τη μια, η αμβλύτητα, ο τρόπος που η μνήμη στρογγυλεύεται, γίνεται ανεκτή, χάνει τις αιχμές της. Η μητέρα θυμάται μαργαρίτες και κολύμπι εκεί που η κόρη θυμάται κάτι εντελώς διαφορετικό. Από την άλλη, το blunt trauma, το αμβλύ τραύμα, αυτό που δεν αφήνει ορατή πληγή, που δεν αιμορραγεί προς τα έξω, αλλά καταστρέφει τα πάντα από μέσα. Αυτή είναι η βία σε αυτήν την οικογένεια. Αθόρυβη. Αόρατη. Αλλά καθοριστική.

Με ποιο έναυσμα ξεκινάς να γράφεις και ποια υπήρξε η αφορμή για τη συγγραφή αυτού του έργου;

Σοφιάννα: Ξεκινάω πάντα από μια φράση ή μια εικόνα που κολλάει. Στο Blunted ήταν η φράση «μόνο αλήθειες λέω». Το λέει η μητέρα ξανά και ξανά, σαν ασπίδα. Μέχρι που τη χρησιμοποιεί η κόρη εναντίον της. Με ενδιέφερε πώς μέσα σε μια οικογένεια η «αλήθεια» γίνεται κάτι τελείως σχετικό, όπλο ή ασπίδα, ανάλογα με ποιος την κρατάει. Να πω και κάτι ακόμα που για μένα έχει τεράστιο νόημα.

Γράφω κυρίως για παιδιά και για νέους. Είναι εξαιρετικά σπάνιο να γράψω για ενήλικο κοινό, και γι’ αυτό το Blunted είναι ιδιαίτερα σημαντικό για μένα. Ήταν ένα κείμενο που έπρεπε να γραφτεί έτσι, με αυτήν τη σκληρότητα και αυτήν την τρυφερότητα μαζί.

Μέσα από την παράσταση θα επιστρέψουμε μαζί με τις ηρωίδες «στο μεσοαστικό σπίτι μιας “κανονικής” ελληνικής οικογένειας»; Τι στοιχεία φέρει -κυριολεκτικά και συμβολικά- αυτό το σπίτι και ποια η σχέση των ηρωίδων με αυτό;

Μαρία: Το σπίτι αυτό είναι ένας χώρος απολύτως αναγνωρίσιμος, αλλά ταυτόχρονα βαθιά φορτισμένος. Δεν είναι απλώς ένα σκηνικό, είναι ένα πεδίο μνήμης. Κυριολεκτικά, κουβαλά τα ίχνη μιας οικογενειακής ζωής. Συμβολικά, όμως, γίνεται ένας τόπος όπου όλα όσα δεν ειπώθηκαν παραμένουν ενεργά. Οι ηρωίδες δεν επιστρέφουν απλώς σε έναν χώρο, επιστρέφουν σε μια κατάσταση που δεν έχει ολοκληρωθεί. Και αυτό κάνει τη συνάντησή τους τόσο δύσκολη.

Σοφιάννα: Το σπίτι είναι σχεδόν τρίτος χαρακτήρας. Λίγα παλιά έπιπλα, σκοτάδι, η φωτογραφία του πατέρα στον τοίχο. Σπίτι φτιαγμένο για οικογένεια, που πλέον κατοικείται από μια γυναίκα μόνη. Για τη μητέρα είναι η ταυτότητά της, εκεί κράτησε τα προσχήματα, εκεί μεγάλωσε τα παιδιά, εκεί ζει ακόμα μέσα στη δική της εκδοχή των πραγμάτων. Για την κόρη είναι ο τόπος του εγκλήματος. Γι’ αυτό επιστρέφει, όχι από νοσταλγία, αλλά για να σπάσει τη σιωπή μέσα στον χώρο που τη γέννησε.

Πώς συμπλέκεται το κείμενο με τον μύθο της Δήμητρας και της Περσεφόνης;

Σοφιάννα: Ο υπότιτλος «Δήμητρες και Περσεφόνες» ήταν επιλογή της Μαρίας. Το Blunted είχε γραφτεί χρόνια πριν σαν άσκηση ύφους και ελάχιστοι άνθρωποι το είχαν δει. Όταν ξαναπιάσαμε το κείμενο, μαζί με τη δραματολόγο Έλενα Τριανταφυλλοπούλου, βρήκαμε τα κοινά στοιχεία καθώς το επεξεργαζόμασταν. Μια μητέρα που αρνείται τον αποχωρισμό, μια κόρη που έχει ήδη φύγει στον δικό της Άδη και επιστρέφει να δει αν η μητέρα μπορεί επιτέλους να αντέξει την αλήθεια. Ο πληθυντικός δεν είναι τυχαίος, δεν μιλάμε για ένα ζευγάρι, μιλάμε για ένα μοτίβο. Η μάνα της μητέρας τα τράβηξε, και όλες οι γυναίκες στην οικογένεια σαν μια αλυσίδα σιωπής.

Μαρία: Ο μύθος δεν λειτουργεί ως αφήγηση που αναπαράγεται, αλλά ως ένα υπόγειο σχήμα που διατρέχει το έργο. Η σχέση μητέρας–κόρης, ο αποχωρισμός, η επιστροφή, η αδυναμία να ολοκληρωθεί αυτή η μετάβαση, όλα αυτά υπάρχουν και στον μύθο και στο έργο, αλλά με διαφορετικούς όρους. Με έναν τρόπο, ο μύθος λειτουργεί σαν μια μνήμη που επανέρχεται, όχι σαν μια ιστορία που διηγούμαστε.

Ποια είναι η σχέση των δύο αυτών γυναικών και πώς θα τη δούμε να αποτυπώνεται σκηνικά μέσα από τη ματιά σου; Θα αναγνωρίσουμε κοινά με τη σχέση μας με τις δικές μας μητέρες; Υπάρχει κάτι οικουμενικό στη σχέση αυτή τελικά;

Μαρία: Πρόκειται για μια σχέση βαθιάς αγάπης, αλλά και μεγάλης δυσκολίας. Δύο άνθρωποι που είναι άρρηκτα συνδεδεμένοι, αλλά δεν μπορούν να συναντηθούν ολοκληρωμένα. Σκηνικά, αυτό αποτυπώνεται μέσα από αυτή τη συνεχή προσέγγιση και απόσταση σαν να κινούνται η μία προς την άλλη, αλλά κάτι να τις κρατά πάντα λίγο πίσω. Νομίζω ότι υπάρχει κάτι οικουμενικό εδώ, όχι γιατί όλες οι σχέσεις είναι ίδιες, αλλά γιατί όλοι έχουμε βιώσει, σε κάποιο βαθμό, αυτή τη δυσκολία να αγαπήσουμε και να αποδεχτούμε ταυτόχρονα.


Είναι απαραίτητο να ολοκληρωθεί ο αποχωρισμός από τη μάνα;

Σοφιάννα: Δεν ολοκληρώνεται ποτέ, και δεν χρειάζεται. Αυτό που μπορεί να αλλάξει είναι η σχέση με τον δεσμό, από δεσμό σιωπής σε δεσμό όπου η αλήθεια δεν είναι πια απαγορευμένη. Η κόρη δεν φεύγει γιατί σταμάτησε να αγαπάει τη μητέρα της. Φεύγει γιατί κατάλαβε ότι αν μείνει μέσα σε αυτή τη σιωπή, θα γίνει κι αυτή μια ακόμα Δήμητρα.

Μαρία: Δεν ξέρω αν είναι απαραίτητο με έναν απόλυτο τρόπο. Ξέρω όμως ότι όταν δεν ολοκληρώνεται, αφήνει μια εκκρεμότητα που επιστρέφει. Στο έργο, αυτός ο αποχωρισμός μοιάζει να έχει μείνει στη μέση και αυτό καθορίζει τις σχέσεις.
Ίσως το ερώτημα δεν είναι αν πρέπει να ολοκληρωθεί, αλλά πώς μπορούμε να ζήσουμε με αυτό που δεν ολοκληρώθηκε.

Η δραματουργία της παράστασης συμπληρώνεται με μελοποιημένα ποιήματα του Λόρκα. Θέλετε να μου πείτε κάποιες σκέψεις για το πάντρεμα αυτό; Και για το ρόλο της μουσικής στην παράσταση;

Σοφιάννα: Ο Λόρκα δεν μπήκε τυχαία. Η κόρη ζει στη Γρανάδα, δουλεύει στο Φουέντε Βακέρος, εκεί που γεννήθηκε ο ποιητής. Ο Λόρκα έγραφε για γυναίκες κλεισμένες σε σπίτια, για σιωπές που σκοτώνουν, για σώματα που δεν τους επιτρέπεται να ζήσουν. Η σύνδεση δεν χρειάζεται εξήγηση, υπάρχει. Τα τραγούδια του Φώτη Σιώτα δεν σχολιάζουν τη δράση, δεν εξηγούν. Λειτουργούν σαν ρωγμές στον τοίχο, εκεί που ο λόγος δεν φτάνει, μπαίνει η μουσική.

Μαρία: Η μουσική και τα ποιήματα του Λόρκα δεν λειτουργούν ως επένδυση, αλλά ως ένας παράλληλος εσωτερικός χώρος. Εκεί όπου ο λόγος δεν επαρκεί, εμφανίζεται η μουσική και μαζί της μια πιο άμεση, σχεδόν σωματική πρόσβαση στο συναίσθημα. Με έναν τρόπο, είναι σαν να ακούμε αυτά που δεν λέγονται. Και αυτό ήταν πολύ σημαντικό για τη συνολική δραματουργία.

 «Ένα σπίτι γεμάτο φαντάσματα…». Τι σημαίνουν αυτά τα φαντάσματα για τις δύο γυναίκες; Έχουν όλες οι οικογένειες και τα σπίτια «φαντάσματα»;

Μαρία: Τα «φαντάσματα» εδώ δεν είναι απαραίτητα υπερφυσικά, ακόμα και αν εικονοποιούνται σκηνικά.  Στην πραγματικότητα, είναι όλα όσα έχουν αφήσει ίχνη: πρόσωπα, γεγονότα, λόγια που ειπώθηκαν ή δεν ειπώθηκαν. Για τις δύο γυναίκες, αυτά τα φαντάσματα είναι ενεργά: επηρεάζουν τον τρόπο που βλέπουν η μία την άλλη, τον τρόπο που υπάρχουν μέσα στον χώρο. Και νομίζω πως, ναι, κάθε σπίτι κουβαλά τα δικά του «φαντάσματα». Το ερώτημα είναι αν τα αναγνωρίζουμε ή αν συνεχίζουμε να ζούμε μαζί τους χωρίς να τα ονομάζουμε.

Σοφιάννα: Ο νεκρός πατέρας, ο αδερφός που εξαφανίστηκε στον γάμο του, η «κανονική» οικογένεια που δεν υπήρξε ποτέ. Δεν είναι γοτθικά φαντάσματα. Είναι οι εκδοχές του παρελθόντος που κάθε μία κουβαλάει. Η μητέρα ζει αρμονικά μαζί τους γιατί τα έχει εξημερώσει, τα έχει κάνει ανώδυνα. Η κόρη τα βλέπει ως αυτό που είναι, αποδείξεις. Η σύγκρουση είναι ακριβώς αυτή, δύο γυναίκες, ίδιο σπίτι, ίδια φαντάσματα, εντελώς διαφορετική θέαση. Και ναι, κάθε οικογένεια έχει τα δικά της. Η ερώτηση δεν είναι αν υπάρχουν, αλλά αν τολμάς να τα κοιτάξεις.

Κλείνοντας, θα ήθελα μια στιγμή ή μια φράση από την παράσταση που για εσάς συνοψίζει την ουσία του έργου.

Μαρία: Ίσως μια φράση της μητέρας: «Τι θες να πω τώρα, τόσο καιρό μετά;»

Για μένα, μέσα σε αυτή τη φράση συμπυκνώνεται όλο το βάρος του ανείπωτου, του χρόνου που πέρασε, αλλά και της αδυναμίας να ειπωθούν τα πράγματα όταν έπρεπε. Είναι μια στιγμή όπου η σιωπή δεν είναι απουσία, αλλά αποτέλεσμα. Και αυτό, νομίζω, αγγίζει τον πυρήνα του έργου.

Σοφιάννα: «Εγώ τον βρήκα. Όχι εσύ. Εγώ.» Έξι λέξεις. Μέσα τους χωράει ολόκληρο το έργο, η αλήθεια που κρύφτηκε, η μνήμη που ξαναγράφτηκε, η κόρη που κουβάλησε μόνη της αυτό που κανείς δεν ήθελε να δει.


Πληροφορίες Παράστασης:

ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ
Kείμενο: Σοφιάννα Θεοφάνους
Σκηνοθεσία: Μαρία Ξανθοπουλίδου
Σύμβουλος Δραματουργίας: Έλενα Τριανταφυλλοπούλου
Μουσική Σύνθεση: Φώτης Σιώτας, Δημήτρης Χατζηζήσης
Τραγούδια: Φώτης Σιώτας
Απόδοση των στίχων των τραγουδιών: Μαρία Πρωτόπαππα
Σκηνικός χώρος: Αριάδνη Βοζάνη
Μάσκα: Μάρθα Φωκά
Κίνηση: Μαριέλα Νέστορα
Φωτισμοί: Βαλεντίνα Ταμιωλάκη
Βοηθός Σκηνοθέτριας: Δήμητρα Κακουριώτη
Φωτογραφίες Παράστασης: Ρούλα Ρέβη
Μακιγιάζ Φωτογράφισης: Σίσσυ Πετροπούλου
Concept-δημιουργία εικόνας-γραφιστικά: Γιάννης Σταματόπουλος
Social media: Ανδρέας Λεύκιος Καψαμπέλης
Επικοινωνία παράστασης: Ανζελίκα Καψαμπέλη
Παραγωγή: Kart Productions

ΠΑΙΖΟΥΝ:
Ευγενία Απoστόλου, Ηλέκτρα Μπαρούτα

Μουσικός επί σκηνής: Φώτης Σιώτας (22,23,24,29,30,31 Μαΐου) / Δημήτρης Χατζηζήσης (17,18,19,24,25,26 Απριλίου & 2,3,15,16,17 Μαΐου)

Performer: Μαριέλα Νέστορα

Έχουν μελοποιηθεί τα ποιήματα του Φ.Γκαρθία Λόρκα:
Canciones Nuevas (Καινούργια Τραγούδια)
El Silencio (Σιωπή)
Y despues (Και ύστερα)
Casida de las palomas oscuras (Το Τραγούδι των μαύρων πουλιών)
Casida del llanto (Το τραγούδι του θρήνου)
Casida de la rosa (Το τραγούδι του Ρόδου)

Χώρος: Κάμιρος
Ιθάκης 32 ,Κυψέλη
2117251384

Ημέρες και ώρες παραστάσεων: Παρασκευή & Σάββατο τις 21:00, Κυριακή στις 20:00

Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/blunted/

Μετάβαση στο περιεχόμενο