Λεύκωμα: Κατερίνα Λούβαρη Φασόη

Λούβαρη Φασόη Κατερίνα

Θυμάστε την πρώτη φορά που πήγατε θέατρο; Ποια παράστασή ήταν; Ή ποια ήταν η πρώτη παράσταση που θυμάστε;

Σίγουρα θα ήταν κάποια παράσταση στην παιδική σκηνή της Λυρικής. Κάποια Κυριακή με τη γιαγιά μου. Δεν μπορώ να θυμηθώ περισσότερα, μόνο το θέατρο Ολύμπια, στην οδό Ακαδημίας, που έσφυζε από ζωή.

Πότε καταλάβατε ότι θέλετε να γράψετε θέατρο;

Από την δραματική σχολή που φοιτούσα κιόλας, αγαπούσα τη δραματουργία. Όχι συνειδητά, έχοντας την σκέψη να γράψω δικό μου κείμενο και να το δω να ανεβαίνει στην σκηνή. Αλλά με έναν τρόπο περισσότερο διαισθητικό, ως ανάγκη να εξασκήσω και να εμπλουτίσω τα εκφραστικά μου μέσα, να εκπαιδεύσω την κριτική μου σκέψη ως ηθοποιός. Έπειτα, έκανα κάποιες παραστάσεις devised, και συν-δημιούργησα κειμενικά. Όμως, στο πρώτο lockdown βρήκα τον χρόνο και την συγκέντρωση να γράψω το πρώτο ολοκληρωμένο, αμιγώς δικό μου κείμενο. Από τότε, δεν έχω σταματήσει.

Ποια ήταν η σχέση σας με το θέατρο μέχρι εκείνη τη στιγμή;

Ήμουν και είμαι ηθοποιός. Εργάζομαι τα τελευταία χρόνια και ως βοηθός του Οδυσσέα Παπασπηλιόπουλου και του Παντελή Δεντάκη. Με τον Παντελή, μάλιστα, έχουμε συν-ιδρύσει την ανοιχτή καλλιτεχνική ομάδα Black Forest Group, και δουλεύουμε από το 2019 σε Ελλάδα και Εξωτερικό. Βρίσκομαι στο ελεύθερο θέατρο από το 2015, έχω μια συνεχή σχέση με τον κόσμο του, το ελληνικό και το διεθνές ρεπερτόριο, τους ανθρώπους που το απαρτίζουν. Η πρώτη μου ολοκληρωμένη συγγραφή, ήρθε σε μια στιγμή πραγματικής καλλιτεχνικής απελπισίας, την στιγμή της πανδημίας. Ήμασταν όλοι στα σπίτια μας, και από τη μια μέρα στην άλλη, έκλεισαν τα θέατρα και μείναμε χωρίς δουλειά. Κυριολεκτικά. Ήταν ο μόνος να εκφραστώ και να μην αδρανήσω.

Ποιο ήταν το πρώτο έργο που γράψατε;

Ήταν το δύο ονόματα που δεν θα έπρεπε να λέγονται, μια ελεύθερη διασκευή του κεφαλαίου Κύηκας και Αλκυόνη από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου. Επηρεασμένη από το έργο Η Μικρή μέσα στο Σκοτεινό Δάσος του Phillippe Minyana, που είχαμε ήδη παρουσιάσει για λίγες παραστάσεις στο Κέντρο Ελέγχου Τηλεοράσεως με τον Παντελή Δεντάκη, δημιούργησα ένα κείμενο, ως συνέχεια της Μικρής. Δοκίμασα υφολογικά να κινηθώ κάπου ανάμεσα στην πρόζα και στην αφήγηση, και να δημιουργήσω ένα κείμενο που θα είναι εύκολο να ερμηνευτεί από δύο μόνο ηθοποιούς. Το αγαπώ πολύ αυτό το κείμενο, ακόμα δεν είχε την τύχει που θεωρώ ότι θα μπορούσε να έχει.

Από πού αντλείτε έμπνευση;

Από τα πάντα. Ακούγεται κλισέ, αλλά έτσι είναι. Η δεξαμενή ενός καλλιτέχνη μπορεί να εμπεριέχει τα πάντα. Εννοείται πως ανατρέχω συχνά σε συγκεκριμένους συγγραφείς, φιλοσόφους, ποιητές που μου δίνουν κίνητρο να γράψω, αλλά η έμπνευση είναι κάτι ακόμη μεγαλύτερο. Αφορά την περιέργειά σου, δεν μπορεί να περιοριστεί σε ένα είδος, σε μια είδηση, σε ένα θέμα. Τουλάχιστον, εμένα αυτό δεν με βοηθά, γιατί με κάνει κοντόφθαλμη· απολαμβάνω πολύ να μεταπηδώ από το ένα στο άλλο και κάπου εκεί ανάμεσα, βρίσκεται ένα μικρό διαμαντάκι να μου τραβήξει την προσοχή!

Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαδικασία συγγραφής που ακολουθείτε;

Έχει ενδιαφέρον ότι πρώτα έγραψα και έπειτα σπούδασα γραφή. Είμαι περισσότερο εμπειρική συγγραφέας, παρά ακαδημαϊκή. Συνήθως, ξεκινάω με την έρευνα, όσο καιρό κι αν πάρει· να μαζέψω το υλικό, να το έχω στα χέρια μου, και τότε αυτό από μόνο του κάπως, μου ξεδιαλύνει τον δραματουργικό δρόμο. Χτίζονται σιγά- σιγά οι χαρακτήρες, η πλοκή. Αλλά τα ερωτήματα μπαίνουν ως θεμέλια από πριν. Έπειτα, τα διαβάζω και τα συζητάω με τους αγαπημένους μου ανθρώπους, μου λένε τη γνώμη τους, και εκεί αποκαλύπτονται τα όποια κενά. Αν είναι καλοτάξιδα, και πάρουν τον δρόμο προς την σκηνή, μέσα στην πρόβα δοκιμάζονται. Και, τέλος, εμπιστεύομαι τούς ηθοποιούς μου, αυτοί σχεδόν πάντοτε, ξέρουν καλύτερα. Και τότε, αρθρώνονται και γίνονται οι τελικές διορθώσεις. Έτσι είναι το θέατρο, ένας ζωντανός οργανισμός!

Που γράφετε συνήθως;

Στο γραφείο μου πάντα και μόνο στον υπολογιστή. Θέλω ταχύτητα, δεν μπορώ στο χέρι. Σε αυτό το κομμάτι, δεν είμαι καθόλου ρετρό. Και δυστυχώς, δεν μπορώ να γράψω έξω από το σπίτι μου, ούτε λέξη. Θέλω να έχω ανά πάσα στιγμή κοντά τα βιβλία μου, να τα ψαχουλεύω και να ανατρέχω σε αυτά.

Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει τα έργα σας;

Ο Παντελής Δεντάκης, ο σύντροφός μου στη ζωή και στο θέατρο.

Πόσο περιορίζουν ή ορίζουν τη συγγραφή ενός  θεατρικού έργου, οι τεχνικές δυσκολίες παρουσίασης του;

Γνωρίζω, σχεδόν πάντα, από πριν τους θεατρικούς κανόνες και είμαι συμβιβασμένη με αυτούς. Τα όρια πολλές φορές είναι απελευθερωτικά, όχι μόνο περιοριστικά. Οι δυσκολίες, δεν με ενοχλούν, κι ως τώρα δεν με έχουν περιορίσει συγγραφικά, για να είμαι ειλικρινής. Νομίζω, πως περισσότερο θα είχα δυσκολευτεί αν ήμουν εγώ η σκηνοθέτρια των έργων μου.

Τα έργα σας γράφονται πρώτα μέσα σας;

Τις περισσότερες φορές, για να ξεκινήσω να γράφω, θα πρέπει να έχω κάτι συγκεκριμένο στο νου· να έχω θέσει τα σημαντικά ερωτήματα που θα χαράξουν την δραματουργία, τον δρόμο που θα ακολουθήσω δια μέσω των λέξεων. Βέβαια, σχεδόν κάθε φορά, τα ερωτήματα τροποποιούνται, αλλάζουν, μετατοπίζονται. Μέχρι να ανέβει ένα έργο, ποτέ δεν θεωρείται ολοκληρωμένο. Και, φαντάζομαι, αν ανέβει δεύτερη φορά, μετά από καιρό, θα είναι, ως ένα σημείο, ένα νέο έργο. Επομένως, όχι, δεν είναι δυνατόν, βάσει της δικής μου ιδιοσυγκρασίας, το έργο να είναι γραμμένο εκ των προτέρων και ολοκληρωμένο στο μυαλό και την φαντασία μου.

Πως βρήκε το πρώτο σας έργο το δρόμο του για τη σκηνή;

Το πρώτο μου έργο που ανέβηκε ήταν το Big in Japan, στο Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος, το 2023. Είναι πολύ σπάνιο, μια πρωτοεμφανιζόμενη θεατρική συγγραφέας να κάνει το ντεμπούτο της σε Κρατική Σκηνή. Στάθηκα ιδιαιτέρως τυχερή. Αυτό το οφείλω, εκτός από την διεύθυνση του θεάτρου, η οποία γενναιόδωρα με εμπιστεύτηκε, στον Παντελή Δεντάκη. Εκείνος πρότεινε να σκηνοθετήσει το έργο μου. Στη συνέχεια, η εξαιρετική ομάδα ηθοποιών μας, το αγκάλιασε με σεβασμό και αγάπη. Τούς ευχαριστώ από καρδιάς!

Πως νιώθετε όταν βλέπετε ένα έργο σας στη σκηνή;

Εκτός από συγγραφέας των έργων μου, επιλέγω, να είμαι εντός της πρόβας, συνήθως ως βοηθός σκηνοθέτη. Θεωρώ ότι η δουλειά μου δεν τελειώνει στο χαρτί, οφείλω να είμαι παρούσα καθ’όλη την δημιουργική διαδικασία. Και όταν είμαι συντελέστρια μιας παράστασης, έχω ισχυρό το αίσθημα της ευθύνης. Και, φυσικά, άγχος. Όταν, όμως, η παράσταση κάνει μια διαδρομή και βρει τον δικό της ρυθμό, απολαμβάνω το έργο σαν τη μαμά που βλέπει το μωρό της να κάνει τα πρώτα του βήματα!

Αγαπάτε κάποιο έργο σας περισσότερο;

Το καθένα από τα έργα μου, μού δίδαξε κάτι άλλο, δεν μπορώ να πω πως «αγαπώ» κάποιο περισσότερο· το πρώτο μου έργο ήταν, ίσως, το πιο κομβικό, υπό την έννοια ότι διεύρυνε τους ορίζοντές μου. Από εκεί και πέρα, το καθένα μού χάρισε πολύτιμες εμπειρίες, γνώση, συνεργασίες, εμπιστοσύνη και δύναμη για να συνεχίζω μέχρι σήμερα να γράφω. Ίσως, Το ρόδο είναι ρόδο, να με συγκινεί λίγο περισσότερο γιατί ήταν σαν ένα γράμμα προς τη Δήμητρα της Λέσβου, το οποίο ποτέ δεν τής έστειλα όσο βρισκόταν στη ζωή…

Επιθυμείτε, επιδιώκετε τη συμμετοχή σας στη διάρκεια των δοκιμών;

Δεν μπορώ να μην βρίσκομαι εντός πρόβας. Και όχι για να έχω τον έλεγχο των πραγμάτων, ούτως ή άλλος υπάρχει ο σκηνοθέτης για να το κάνει αυτό. Αντιθέτως, εμπιστεύομαι τους συνεργάτες μου και μαθαίνω από αυτούς. Αν δεν είμαι μέσα στην πρόβα, νιώθω σαν να μην έχω κάνει τη δουλειά, σαν να τα έχω παρατήσει την τελευταία στιγμή!

Υπάρχει κάποιο έργο σας που δεν αγαπάτε;

Δεν θα ήταν δυνατόν. Όλα είναι κομμάτια μου.

Οι ήρωές σας επανέρχονται στα έργα σας;

Ενδεχομένως ναι. Σε κάποια από τα έργα μου, δοκιμάζω πιο αρχετυπικούς χαρακτήρες. Αντίστοιχα, επανέρχονται παρεμφερή πλαίσια. Αλλά ποτέ τα ίδια. Θα ήθελα μετά από χρόνια να δοκιμάσω το sequel κάποιου έργου μου…

Υπάρχει κάποιος ήρωάς σας που για κάποιο λόγο σας ακολουθεί;

Δεν υπάρχει ένας ήρωας ή μια ηρωίδα που να διατρέχει περισσότερο από ένα έργο μου. Ίσως, στην φαντασία μου, υπάρχουν κάποιοι ήρωες για τους οποίους ακόμα δεν έχω γράψει. Έχω, όμως, τον χρόνο.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας θεατρικός συγγραφέας;

Αγαπώ τον Πίντερ, τον Μπέκετ, τον Ευριπίδη, τον Λόρκα, τον Τσέχωφ. Αλλά πολλές φορές ερωτεύομαι συγκεκριμένα έργα άλλων συγγραφέων με τους οποίους δεν συνδέομαι συνήθως.

Πιστεύετε ότι μπορεί να διδαχθεί η θεατρική γραφή;

Τα πάντα μπορούν να διδαχθούν. Η γραφή έχει κανόνες, είναι μια ολόκληρη επιστήμη. Δεν είναι καθόλου, αυτό που λέμε «πάμε και όπου βγάλει». Το στοίχημα, βέβαια, μετά, είναι να απελευθερωθείς από τα όρια της θεωρίας, να εργασθείς επάνω στο κείμενο με απόλυτη ελευθερία, να δομήσεις για να αποδομήσεις, εφόσον το θελήσεις.

Υπάρχει μια ιστορία που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας για κάποιο έργο σας;

Διαισθητικά, όταν γράφω ένα έργο, με βοηθάει να φέρω στο μυαλό μου κάποιον συγκεκριμένο ηθοποιό για να το εικονοποιώ παράλληλα. Πάντα το κάνω αυτό. Όταν έγραψα το Το ρόδο είναι ρόδο, ένα έργο εμπνευσμένο από την ιστορία της Δήμητρας από την Σκάλα Συκαμιάς στη Λέσβο, σκεφτόμουν τον Χρήστο Στέργιογλου. Και όταν, πλέον, το ολοκλήρωσα, επικοινώνησα μαζί του για το κατά πόσο θα τον ενδιέφερε να τον συμπεριλάβω στην πρόταση που τότε κατέθετα στο Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου. Μπορεί να μην τον γνώριζα καθόλου προσωπικά τον Χρήστο, αλλά η ηρωίδα μου, η Διονυσία, θα μπορούσε να ερμηνευτεί μόνο από αυτόν. Το αισθάνθηκα. Το ίδιο μού έχει συμβεί πολλές φορές· έχω διαίσθηση, είναι κάτι σαν «χάρισμα», έτσι μου λένε οι φίλοι μου!

Μετάβαση στο περιεχόμενο