Μια συνάντηση με τον ιταλό δημιουργό Marco Martinelli

Ειρήνη Μουντράκη

Πριν από περίπου ένα χρόνο, είχα την τύχη να είμαι ανάμεσα στους θεατές της παράστασης της αριστοφανικής Λυσιστράτης από νέα παιδιά, στο αρχαίο θέατρο της Πομπηίας, μέσα στο Αρχαιολογικό Πάρκο ως μέρος του προγράμματος SOGNO DI VOLARE, υπό τη διεύθυνση του Gabriel Zuchtriegel — διευθυντή του Αρχαιολογικού Πάρκου — και της Maria Rispoli, σε συνεργασία με το Ravenna Festival. Μια εμπειρία ζωής, που θα την κουβαλάω με τρυφερότητα και θα την ανακαλώ κάθε φορά που θα θέλω να θυμηθώ γιατί αγαπάω το θέατρο. Το αριστοφανικό έργο ζωντάνεψε μέσα από το σύστημα non scuola του Marco Martinelli ενώνοντας το χθες με το παρόν και το μέλλον σε πολλαπλά επίπεδα. Μια παράσταση απόλυτα ενσωματωμένη στο παρόν αλλά και μια παράσταση γέφυρα για κόσμους που προσπαθούν να επανασυνδεθούν και να θυμίσουν πόσο καλύτερα είμαστε στο «μαζί». Μια παράσταση ζωηρή, ενδιαφέρουσα καλλιτεχνικά, «ξαναγραμμένη» στο παρόν των νέων αυτών ανθρώπων, εξόχως πολιτική, με τραγούδια της Κάτω Ιταλίας στη θέση των Χορικών στα χείλη των παιδιών και μια υπόκλιση που συμπεριελάμβανε το κοινό, που κατέκλισε την ορχήστρα κάνοντας ένα ηθοποιούς και θεατές και που στη συνέχεια κατέληξε σε έναν πανηγυρισμό για το κύπελλο που είχε κατακτήσει η ομάδα της Νάπολι το προηγούμενο βράδυ. Με λίγα λόγια, ένα θέατρο που είναι άμεσα συνδεδεμένο με τη ζωή, που ενώνει το χθες και το αύριο και που δίνει ξανά ζωή, ξυπνάει χώρους «αρχαιολογικούς» που ο χρόνος τους καταδίκασε στο να είναι εκθέματα και όχι ζωντανοί. Αυτό είναι το θέατρο του Marco Martinelli – ένας συνδυασμός τέχνης, πολιτικής παρέμβασης και παιδαγωγικής. Ένας καθρέπτης που αντανακλά τις ανησυχίες και τα ζητήματα του παρόντος σε συλλογικό επίπεδο, ένας αδιάκοπος διάλογος με τους πνευματικούς του προγόνους – από τον Αριστοφάνη έως τον Τζιορντάνο Μπρούνο και τον Αρτώ – , ένας διάλογος των θεών του χθες (Διόνυσος) και του σήμερα (η έδρα του θεάτρου του στη Ραβέννα είναι μια εκκλησία του 1300!).

Ο Martinelli είναι ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους σκηνοθέτες και δραματουργούς της Ιταλίας. Το 1983 ίδρυσε μαζί με τη σύντροφό του στη ζωή και την τέχνη Ermanna Montanari το Teatro delle Albe στη Ραβέννα και δεν αντιμετώπισε ποτέ το θέατρο ως μια απλή παράσταση, αλλά ως μια «ανατομική μελέτη» της ανθρώπινης ύπαρξης και ως μια συλλογική διαδικασία και εμπειρία εμπλέκοντας την κοινότητα. Η δουλειά του έχει ταξιδέψει από την Ιταλία σε όλη την Ευρώπη και από το Σικάγο και τη Νέα Υόρκη μέχρι τις παραγκούπολεις του Ναϊρόμπι και τη Σενεγάλη.

Είχα τη χαρά να κάνω μαζί του μία κουβέντα για τη δουλειά του, το σύστημά του, τον τρόπο που βλέπει το Θέατρο.


Το έργο σας εκφράζει ένα είδος «θεάτρου των πολλών», ένα θέατρο που γεννιέται από την κοινότητα και τον
Xορό, και όχι από τους πρωταγωνιστές. Πώς ορίζετε τον Χορό ως πολιτική και ποιητική δύναμη στο σύγχρονο θέατρο;

Είναι το μυστικό του θεάτρου. Στην Αθήνα του 5ου αιώνα όπως και στην εποχή που ζούμε. Με δυο λόγια: αν δεν υπάρχει Χορός, δεν υπάρχει θέατρο. Ο χορός είναι η ταραχώδης παρουσία του Διονύσου, του θεού που μπερδεύει, αναμειγνύει, συνδέει το Εγώ και το Εμείς, κάνοντάς τα να χορεύουν μαζί. Το θέατρο είναι «πολιτικό» γιατί αφορά την «πόλη», την πόλη που βρίσκομαι και ταυτόχρονα ολόκληρο τον πλανήτη, όπου είμαστε πάντα εικονικά συνδεδεμένοι. Το θέατρο είναι «πολιτικό» όταν μιλά τη γλώσσα της ποίησης, όταν φωτίζει τις άπειρες επιθυμίες της ψυχής.

Μιλάτε συχνά για το θέατρο ως μια συνάντηση, μια ανταλλαγή που συμβαίνει ανάμεσα στον ηθοποιό, το κοινό και τον κόσμο που μοιράζονται. Με ποιον τρόπο αυτή η αντίληψη επηρεάζει τις επιλογές σας ως σκηνοθέτη και δραματουργού;

Με επηρεάζει πάντα: πρώτα απ’ όλα είμαι πολίτης! Κατοικώ αυτόν τον κόσμο και τις ασχήμιες του, όπως και οι θεατές που έρχονται να δουν τα έργα μου. Και αυτός ο κόσμος δεν μου αρέσει, είναι υπερβολικά βίαιος και υποκριτικός. Προσποιείται ότι είναι «λογικός», ενώ στην πραγματικότητα δημιουργεί συνεχώς πολέμους και καταστροφές, ρύπανση και φτώχεια. Το θέατρό μου είναι μια εξέγερση απέναντι στον κόσμο. Μια επίκληση στην ομορφιά.

Κατά τη διάρκεια της καριέρας σας έχετε επιστρέψει πολλές φορές στα κλασικά κείμενα, από τον Αριστοφάνη έως τον Δάντη. Ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το βασικό μήνυμα που μας προσφέρει το κλασικό θέατρο μέχρι σήμερα, στον 21ο αιώνα;

Ότι είμαστε ίδιοι με τότε. Ότι χρειάζεται να «εξετάζουμε τη συνείδησή μας» κάθε μέρα. Ότι η λεγόμενη «πρόοδος» αφορά μόνο τις τεχνολογίες, που σε ορισμένες περιπτώσεις, ναι, κάνουν τη ζωή πιο άνετη (για κάποιους, όχι για όλους), ενώ σε άλλες μας επιτρέπουν να αλληλοσφαζόμαστε πιο γρήγορα. Κατά τα άλλα, τίποτα καινούργιο κάτω από τον ήλιο. Αλλά, και αυτό το «αλλά» είναι θεμελιώδες, οι ίδιοι οι κλασικοί αφηγούνται επίσης την ακαταμάχητη επιθυμία μας για δικαιοσύνη: η Λυσιστράτη, η Βεατρίκη του Δάντη, η Αντιγόνη, είναι οι δικές μας άγιες επαναστάτριες, συγκλονιστικά φαντάσματα που ερμηνεύουν το παρόν μας.

Ισορροπείτε ανάμεσα στην πρωτότυπη γραφή και τη ριζική επανεγγραφή των «κλασικών»: τι σας οδηγεί στο να αποφασίσετε πότε ένα κλασικό έργο χρειάζεται να αλλάξει αντί να «διατηρηθεί»; ;

Ξεκινώ πάντα από έναν κλασικό που αγαπώ, με τον οποίο ταυτίζομαι: τον Αριστοφάνη, όχι τον Μένανδρο, ή τον Μολιέρο, ούτε τον Μαριβώ. Και ακριβώς επειδή τον αγαπώ, νιώθω ότι έχω το δικαίωμα να κάνω μια «σκηνική παρουσίαση» που να είναι μια «αναβίωση». Το να το ξαναγράψω, να το μεταμορφώσω, είναι ο πιο αποτελεσματικός τρόπος για να το διατηρήσω. Έχω δει πάρα πολλές κωμωδίες του Αριστοφάνη κατεστραμμένες από την ιδεολογία του «σεβασμού προς το κείμενο». Ο Αριστοφάνης έγραψε το πρώτο του αντιπολεμικό έργο σε ηλικία 18 ετών, ένας εξοργισμένος έφηβος: είναι ο ίδιος που μας ικετεύει να διασχίσουμε τα θαυμαστά του παραμύθια, επανεφευρίσκοντάς τα στο παρόν. Αν σκεφτούμε την αλυσίδα των δραματουργών μέσα στους αιώνες θα δούμε πως ο Πλαύτος ξαναγράφει τον Μένανδρο, ο Μολιέρος ξαναγράφει τον Πλαύτο, ο Μπρεχτ ξαναγράφει τον Μολιέρο και τον Σαίξπηρ, εγώ μπορώ να επιτρέψω στον εαυτό μου να ξαναγράψει τον Μπρεχτ επιστρέφοντας στον Αριστοφάνη. Μια ωραία παρέα κλεφτών, ή αν προτιμάς βαμπίρ, άνθρωποι που τρέφονται από το αίμα των νεκρών.

Πώς ξεκίνησατε τη δουλειά σας με την ιδέα του non-scuola (μη-σχολείο); Τι έλειπε από την παραδοσιακή θεατρική εκπαίδευση, στο οποίο προσπάθησε να απαντήσει το non-scuola;

Πάντα εκεί επιστρέφουμε: έλειπε ο Διόνυσος, η «λεξούλα η παρμένη και δανεισμένη από τους Έλληνες», όπως γράφει ο νεαρός Νίτσε. Ο Διόνυσος είναι ο θαμμένος θεός, που πρέπει να ξεθάβεται κάθε μέρα. Έλειπε η συνείδηση ότι η εκπαίδευση είναι η ευθυμία της ψυχής, είναι η χαρά της μάθησης, είναι το θαύμα της γνώσης. Μακριά από το smartphone: το πρώτο βήμα του non-scuola είναι να κοιταχτούμε, εγώ κι εσύ, τα μάτια μου στα δικά σου: είμαστε αναμμένοι από επιθυμία; Το πρώτο βήμα είναι η επιθυμία, η μέθη του να βρίσκεσαι στη σκηνή, μαζί, πάνω σε εκείνες τις φτωχές σανίδες: από εκεί ξεκινάμε. Να φωνάζουμε, να τραγουδάμε, να χοροπηδάμε, η ανάδυση σώματος-φωνής-ψυχής: αυτά είναι τα επόμενα βήματα. Το να κρατάμε στο κέντρο το σώμα-φωνή-ψυχή είναι το επαναστατικό καθήκον, είναι η σκανδαλώδης αίρεση αυτής της εποχής, υποταγμένης στη δικτατορία των οθονών-φυλακών: μια δικτατορία που πλήττει κυρίως τους πολύ νέους, μολυσμένους από συσκευές που καθηλώνουν τα σώματα και τη φαντασία τους.

Πόσο εύκολο είναι να επικοινωνείς με τις νεότερες γενιές; Τι έχετε μάθει για το θέατρο από τους ίδιους τους νέους συμμετέχοντες;

Μαθαίνω κάθε μέρα. Εδώ και 35 χρόνια. Μαθαίνω να καίω την ύπαρξη. Μαθαίνω να γερνάω. Μαθαίνω να συγκινούμαι, παρατηρώντας τα μπουμπούκια που φυτρώνουν στα κλαδιά.

Το Teatro delle Albe είναι το σπίτι σας;

Παντρεύτηκα την Ερμάννα στις 3 Σεπτεμβρίου 1977, τρεις μέρες μετά ήμασταν στη σκηνή με το Περιμένοντας τον Γκοντό του Σάμιουελ Μπέκετ. Τo Albe τo ιδρύσαμε το 1983. Έχω το «κουσούρι» της διάρκειας.

Έχετε συνεργαστεί με καλλιτέχνες, κοινότητες και φοιτητές από το Ντακάρ έως τη Νέα Υόρκη. Με ποιον τρόπο αυτή η παγκόσμια εμπειρία επηρεάζει την αντίληψή σας για το θέατρο ως μια κοινή ανθρώπινη πρακτική, πέρα από τις επιμέρους πολιτισμικές παραδόσεις;

Είμαστε όλοι η ίδια ανθρωπότητα, όλοι φτιαγμένοι από το ίδιο ξύλο. Έπειτα, ναι, βέβαια, υπάρχουν τεράστιες διαφορές, πολλές πολιτισμικές, γλωσσικές, κοινωνικές ποικιλίες: θα ήμουν τυφλός αν δεν τις λάμβανα υπόψη· άλλο είναι να ζεις σε μια παραγκούπολη του Ναϊρόμπι και άλλο σε μια εύπορη συνοικία του Μιλάνου. Αλλά, στο βάθος που μπορεί να αγγίξει το θέατρο, ο πόνος και η ευτυχία τραγουδούν τον ίδιο ύμνο.

Έχετε ανεβάσει τη Λυσιστράτη στο Αρχαίο Θέατρο της Πομπηίας. Με ποιον τρόπο το να παίζεις σε αρχαιολογικούς και μη συμβατικούς χώρους αλλάζει τη δημιουργική σου διαδικασία; Ο χώρος γίνεται συν-συγγραφέας του έργου;

Ο χώρος είναι πάντα συν-συγγραφέας του έργου. Πρώτα απ’ όλα αναμετριέσαι με τον χώρο: ακόμη και στα όνειρα, ο χώρος έρχεται πρώτος, το διδάσκουν οι ψυχαναλυτές. Το να αναμετριέσαι με τις χιλιετείς πέτρες του Μεγάλου Θεάτρου της Πομπηίας είναι μια ισχυρή συγκίνηση: τα καθίσματα και η σκηνή είναι βυθισμένα στη φύση, ο ουρανός και τα βουνά γύρω αφηγούνται ότι είμαστε μέρος του ίδιου σύμπαντος. Ο χώρος του αρχαίου θεάτρου είναι ένας τέλειος μηχανισμός, όπου οι θεατές είναι βυθισμένοι, τόσο οπτικά όσο και ακουστικά: οι σημερινοί αρχιτέκτονες θα έπρεπε να ακούν πιο συχνά το μάθημά του.

Αν έπρεπε να φανταστείτε το θέατρο του μέλλοντος, πώς θα θέλατε να είναι;

Αυτό που ελπίζω να μη γίνει: ένα θέατρο μηχανών και τεχνητής βλακείας. Από αλγορίθμους. Να παραμείνει ο τόπος όπου πιάνουμε ο ένας το χέρι του άλλου και αναρωτιόμαστε για το μυστήριο: τι στο καλό κάνουμε εδώ, κάτω από αυτόν τον ουρανό; Να παραμείνει αίνιγμα και προσευχή, και κραυγή ενάντια στις αδικίες.

Ξεχωρίζετε κάποια από τις δουλειές σας;

Όχι. Τις αγαπώ όλες. Είναι όλα παιδιά μου. Ακόμη και τα λανθασμένα, τα κουτσά, ακόμη και οι αποτυχίες. Κυρίως οι αποτυχίες, που στο τέλος είναι οι μεγαλύτεροι δάσκαλοι.

Θα μας αφηγηθείτε ένα σημαντικό περιστατικό από τη θεατρική σας ζωή;

Υπάρχουν πολλά… αλλά αφού ζητάς ένα, θα ακολουθήσω τους κανόνες. Ήταν το 1997. Είχαμε μόλις ανεβάσει σε δική μου διασκευή ένα σενάριο του Κάρλο Γκολντόνι, Οι είκοσι δύο ατυχίες του Αρλεκίνου. Στον ρόλο του Αρλεκίνου, ένας από τους ηθοποιούς μας, ο Μορ Άβα Νιάνγκ, με τη δύναμη και τη σκηνική παρουσία ενός «griot» από τη Σενεγάλη, δηλαδή ενός χορευτή-κωμικού-αφηγητή: από εκεί και η αλλαγή του τίτλου, που έγινε Οι είκοσι δύο ατυχίες του Μορ Αρλεκίνου. Μας προσκαλεί το Piccolo Teatro του Μιλάνου, ο σημαντικότερος θεατρικός θεσμός της Ιταλίας: η συγκίνηση είναι μεγάλη, και γιατί ο ιδρυτής σκηνοθέτης του Piccolo, ο Τζόρτζιο Στρέλερ, υπήρξε μεγάλος δάσκαλος, και γιατί ο δικός του Αρλεκίνος, υπηρέτης δύο αφεντάδων είναι η σημαία του ιταλικού θεάτρου σε όλο τον κόσμο. Η παρουσία μας στο πρόγραμμα του Piccolo προκαλεί αμέσως μεγάλες αντιδράσεις: είναι «σκανδαλώδες», λένε οι συνήθεις αντιδραστικοί, «ένας Αφρικανός να ερμηνεύει μια μάσκα της ιταλικής παράδοσης». Αλλά εγώ, επιστρέφοντας σε όσα είπαμε πριν, πιστεύω ότι με αυτή την επιλογή σεβάστηκα ακόμη περισσότερο την παράδοση: ο Αρλεκίνος τον 16ο αιώνα ήταν ένας μετανάστης που από τις κοιλάδες του Μπέργκαμο έφτανε στην πλούσια Βενετία, πεινασμένος και «ξένος», όπως και ο Μορ Αρλεκίνος, ο διάδοχός του αιώνες μετά, από τη σαβάνα της Αφρικής φτάνει εξίσου πεινασμένος και «ξένος» στην πλούσια Ευρώπη. Το βράδυ της πρεμιέρας το θέατρο είναι κατάμεστο: υπάρχει μια αίσθηση γιορτής, και ο Στρέλερ μου στέλνει στο καμαρίνι ένα σημείωμα — που το κρατώ ακόμη στην καρδιά μου — όπου εκφράζει τη χαρά του για την «ευτυχισμένη διαίσθηση» ενός Αρλεκίνου των ημερών μας. Μετά την πρώτη πράξη, που κύλησε θαυμάσια, με πολλά γέλια και αυθόρμητα χειροκροτήματα, η αστυνομία διακόπτει την παράσταση: έχει φτάσει ένα τηλεφώνημα, λένε ότι κάποιος έβαλε βόμβα στο θέατρο. Δεν ξέρουν αν είναι αλήθεια, αλλά δεν μπορούν να ρισκάρουν, πρέπει να ελέγξουν: η αστυνομία εκκενώνει το κτίριο. Βρισκόμαστε στην πλατεία μπροστά στο Piccolo, κανείς δεν θέλει να φύγει. Τότε οι ηθοποιοί μας αρχίζουν να χτυπούν τύμπανα, να τραγουδούν: παρά το κρύο του μιλανέζικου Δεκέμβρη, η απειλή της βόμβας δεν χαλάει τη «γιορτή», απλώς τη μεταφέρει στον δρόμο. Μετά από περίπου τρία τέταρτα της ώρας, αφού ολοκληρώνεται ο έλεγχος, μας επιτρέπουν να επιστρέψουμε και έτσι μπορούμε να ολοκληρώσουμε την παράσταση. Ατελείωτα χειροκροτήματα, μεταφερόμαστε στην πλατεία για να χορέψουμε και να τραγουδήσουμε με όλους εκείνους που έμειναν. Όταν το ξανασκέφτομαι, μου έρχεται στο μυαλό μια φράση του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ που με συνοδεύει από την εφηβεία: «Φύτεψε τη μηλιά, ακόμη κι αν ξέρεις ότι αύριο θα εκραγούν οι βόμβες».

Μετάβαση στο περιεχόμενο