Λεύκωμα: Βασίλης Κατσικονούρης

Θυμάστε την πρώτη φορά που πήγατε θέατρο; Ποια παράστασή ήταν; Ή ποια ήταν η πρώτη παράσταση που θυμάστε;

Ήταν στο Κιλκίς, όπου έζησα παιδί, στο γήπεδο του Κιλκισιακού. Είχε έρθει ένας θίασος, μάλλον κάποιο κλιμάκιο του Κ.Θ.Β.Ε. πρέπει να ήταν, για να παίξει αρχαία τραγωδία –ούτε αυτή θυμάμαι ποια ήτανε. Θυμάμαι μόνο που θαύμαζα τις ωραίες στολές των Αρχαίων, με τα κοντάρια, τα σπαθιά και τις ασπίδες τους. Και πόσο ανυπομονούσα να αρχίσουν τις ξιφομαχίες και τον πόλεμο μεταξύ τους. Αλλά αυτοί, αντί να πλακώνονται, μιλούσαν μόνο. Κι όταν δεν μιλούσαν ο ένας στον άλλον, μιλούσε ομαδικά ένα ακατανόητο μπουλούκι, που πήγαιναν κι ερχόντουσαν όλοι μαζί, κι ακόμα και κάτι φόνοι που γίνανε, εγώ δεν το πήρα χαμπάρι. Λίγες μέρες αργότερα, στο ίδιο γήπεδο, στην «Πολεμική Αρετή των Ελλήνων» με κάτι φαντάρους που παίζανε τους Αρχαίους, φχαριστήθηκα ξύλο και ξιφομαχίες.

Πότε κατάλαβατε ότι θέλετε να γράψετε θέατρο;

Όταν κατάλαβα ότι βαριέμαι να γράψω μυθιστόρημα.

Ποιο ήταν το πρώτο έργο που γράψατε;

Ξεκίνησα διστακτικά με ένα έργο 238 σελίδων. Κάνα δυο φίλοι που το διάβασαν, μου είπαν ότι ήθελε λίγο μάζεμα, δεν τους πίστεψα όμως, αμφιβάλλω αν το διάβασαν ολόκληρο. Τέλος πάντων, τώρα που έχω και κάποια εμπειρία, σκέφτομαι να το ξαναδουλέψω. Να το επεκτείνω λίγο.

Από που αντλείτε έμπνευση;

Από αυτό το μεγάλο, άσπρο πράγμα που έρχεται καταπάνω μας κάθε πρωί και τον κόπο που καταβάλλουμε στη διάρκεια της υπόλοιπης μέρας για να κάνουμε ότι δεν αντιλαμβανόμαστε την ύπαρξή του. Κατά σύμπτωση, αυτό ακριβώς είναι και το όνομά του:  Ύ π α ρ ξ η .

Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη διαδικασία συγγραφής που ακολουθείτε;

Καφές και τσιγάρα τ` απόγευμα. Κρασί ή ρακή το βράδυ με τσίτα ροκιές στα ακουστικά. Καμιά φορά ο έλεγχος χάνεται και το άλλο πρωί βρίσκω κάποιες ακατανόητες ατάκες στα γραπτά μου. Μερικές τις κρατάω.

Που γράφετε συνήθως;

Σ` ένα μικρό μπαλκονάκι στο πίσω μέρος του σπιτιού που το έχω κλείσει με τέντες. Το χειμώνα κάνει κρύο, αλλά αυτό με κάνει να αισθάνομαι ότι γράφω όπως ο Ντοστογιέφσκι.

Ποιος είναι ο πρώτος άνθρωπος που διαβάζει τα έργα σας;

Η Κατερίνα, η γυναίκα μου, η οποία μου τα δακτυλογραφεί κιόλας. Της το ανταποδίδω κι εγώ βέβαια, κάνοντάς της όλα τα χατίρια (όσο κρατάει η δακτυλογράφηση, εννοείται)

Πόσο περιορίζουν ή ορίζουν τη συγγραφή ενός  θεατρικού έργου, οι τεχνικές δυσκολίες παρουσίασης του;

Στην εποχή μας, ο αριθμός των ρόλων είναι η κυριότερη «τεχνική» δυσκολία.

Τα έργα σας γράφονται πρώτα μέσα σας;

Πολύ σωστή ερώτηση.

Πώς βρήκε το πρώτο σας έργο το δρόμο του για τη σκηνή;

Βοήθησαν, πιστεύω, κάποιοι διαγωνισμοί και βραβεία.

Πώς νιώθετε όταν βλέπετε ένα έργο σας στη σκηνή;

Έχω την αγωνία του σχοινοβάτη. Φοβάμαι μην πέσει από τη σκηνή-σχοινί.

Αγαπάτε κάποιο έργο σας περισσότερο;

Περισσότερο αυτά που δεν έχουν παιχτεί. Τα νοιάζομαι και ανησυχώ, τι θα κάνουν στη ζωή τους αυτά τα παιδιά;

Επιθυμείτε, επιδιώκετε τη συμμετοχή σας στη διάρκεια των δοκιμών;

Εγώ, ναι. Οι ηθοποιοί, όχι. Ισχυρίζονται ότι τους ενοχλεί όταν ανεβαίνω στη σκηνή να παίξω μαζί τους. Εγώ λέω ότι μάλλον ζηλεύουν.

Υπάρχει κάποιο έργο σας που δεν αγαπάτε;

Ό,τι και να ήταν, τώρα το ανακύκλωσα. Σε κάτι καλύτερο πιστεύω, η επιτυχία θα είναι πάντα φτιαγμένη από πολλές, μικρές αποτυχίες.

Οι ήρωές σας επανέρχονται στα έργα σας;

Κάθε έργο είναι σαν μία κούκλα της μπάμπουσκας. Τη σηκώνεις και βρίσκεις το επόμενο. Μέχρι να φτάσεις στην πιο μικρή, στο παιδάκι.

Υπάρχει κάποιος ήρωάς σας που για κάποιο λόγο σας ακολουθεί;

Υπάρχει ένας μυστήριος τύπος που συχνά μ` ακολουθεί μουρμουρίζοντας «να ζει κανείς ή να μη ζει;», πολύ αναποφάσιστος μου φαίνεται. Επανειλημμένως του εξήγησα ότι δεν είναι ήρωας από δικό μου έργο και να μ` αφήσει ήσυχο. Αυτός δε λέει τίποτα, μόνο με κοιτάζει. Αναποφάσιστος.

Ποιος είναι ο αγαπημένος σας θεατρικός συγγραφέας; 

Ο Σαίξπηρ. Και θα παρακαλούσα –αν το πνεύμα του ακούει- να ερχόταν να μάζευε εκείνον τον αδέσποτο ήρωά του, που ενοχλεί στοιχειώνοντας ένα σωρό συγγραφείς, μαζί κι εμένα, αιώνες τώρα.

Πιστεύετε ότι μπορεί να διδαχθεί η θεατρική γραφή;

Τίποτα δεν διδάσκεται και όλα μαθαίνονται.

Υπάρχει μια ιστορία που θα θέλατε να μοιραστείτε μαζί μας για κάποιο έργο σας;

Το 2012 παιζόταν ένα έργο μου στον Ελληνικό Κόσμο, στο δεύτερο όροφο. Μια Κυριακή απόγευμα πήγα να δω την παράσταση. Στο ασανσέρ κράτησα την πόρτα για να προλάβει να μπει κι ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Αυτοί ερχόντουσαν με χαρακτηριστική βραδύτητα, όχι τόσο λόγω της ηλικίας τους, αλλά επειδή τσακωνόντουσαν. Ο κύριος έδειχνε ζοχαδιασμένος, μάλλον επειδή η κυρία τού χάλασε το κυριακάτικο χουζούρι και τον έτρεχε στα θέατρα. Στη σύντομη διαδρομή μας στο ασανσέρ η ατμόσφαιρα μύριζε μπαρούτι. Όταν φτάσαμε, ο κύριος έδωσε μία στην πόρτα και βγήκε πρώτος, αφήνοντας τη γυναίκα του να πηγαίνει από πίσω του.

Έτυχε να ξαναβρεθούμε, οι τρεις μας πάλι, στο ασανσέρ μετά την παράσταση. Ίδια μουρτζούφλικη κατάσταση και μούτρα κατεβασμένα. Με την, ας την πούμε, οικειότητα της προηγούμενης κοινής διαδρομής μας και μάλλον για να κάνω πλάκα με την τσαντίλα του κυρίου, τους ρώτησα αν τους άρεσε το έργο, ρισκάροντας κάνα διαολόστελμα βραδιάτικα ή και κάτι ακόμα χειρότερο, αν ο κύριος καταλάβαινε πως είμαι ο συγγραφέας του έργου. Περίεργα όμως, το πρόσωπό του φωτίστηκε από ένα πλατύ χαμόγελο: «Πάρα πολύ μας άρεσε», είπε καθώς φτάναμε στο ισόγειο. Άνοιξε την πόρτα να περάσει πρώτα η κυρία του και φύγανε πηγαίνοντας δίπλα ο ένας στον άλλον. Πιαστήκανε και αγκαζέ καθώς απομακρύνονταν.

Μετάβαση στο περιεχόμενο