Η Γυάλα γράφτηκε το καλοκαίρι του 2012 μεσούσης της κρίσης στην Ελλάδα. Με αφορμή μια αυτοκτονία μέρα μεσημέρι στη πλατεία Συντάγματος, που άκουσε η συγγραφέας στις ειδήσεις: αντί να κλάψει, έγραψε. Μέσα σε 9 βράδυα αναδύθηκε η μορφή της Λούσυς ανάμεσα στις ουρές γα τα συσσίτια και τα σκουπίδια -ο μονόλογος είναι κείμενο ανάσας, γράφτηκε με μιαν ανάσα, γι αυτό έχει λαχανιαστό ρυθμό.
Το κείμενο είναι εσωτερικό, ένα μυαλό που μιλά -είναι σκέψεις μιλημένες φωναχτά, δεν είναι έτοιμες, καλοστρωμένες φράσεις να ειπωθούν σε ακροατήριο. Είναι γραμμένο με τεχνική stream of consciousness / συνειδησιακής ροής.
Η Λούσυ συγκλονίζεται από την αυτοκτονία του παλιού συμμαθητή της, του Στέλιου, ηχεί ολόκληρη τον θάνατο ενός άλλου, όπως λέει μέσα στο έργο. Το τραγικό συμβάν της επαναφέρει μνήμες από τον Στέλιο, θυμάται μέχρι «και το ασπρουδερό σημάδι από το ρολόι στον καρπό του χεριού», γιατί «η ψυχή πάντα κρατά σημειώσεις».
Το alter ego της είναι η μικρή Λούσυ, το χρυσόψαρο στη γυάλα – την αποκαλεί κάποια στιγμή ΣΤΑΡ ΕΛΛΑΣ – μια πικρή αιχμή για τους δύσκολους καιρούς που περνά η Ελλάδα. Η ίδια η ηρωίδα είναι ένα χρυσόψαρο κλεισμένη στη δική της γυάλα, που παραπαίει ανάμεσα στον μικρό πόνο -την αδιέξοδη σχέση της με ένα παντρεμένο, και τον μεγάλο πόνο -την κρίση που μαστίζει τη χώρα.
Κολυμπά όπως η συνονόματή της, στον μικρό παγωμένο κόσμο της, κι ένα μπαμ! την ωθεί να βγει από τη γυάλα, να ανοίξει το βήμα της στον κόσμο που θέλει να αλλάξει.
Η Γυάλα μιλά για την αγωνία του λαού μας να επιβιώσει στις απάνθρωπες μέρες που μας έλαχε να ζήσουμε -κι αν η κρίση δεν χτυπά τη δική μας ακριβώς πόρτα, ας μην γελιόμαστε: τον απόηχό της τον νοιώθουμε όλοι, κολυμπάμε σε κρύα, ταραγμένα νερά..
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου