Ελεύθερη διασκευή από τις Μεταμορφώσεις του Οβίδιου Βιβλίο ΧΙ 414 – 748. Κήϋξ και Αλκυόνη.
Ο Κήυκας, βασιλιάς της Τραχίνας, αναχωρεί με το καράβι του για το μαντείο του Απόλλωνα, στην Κλάρο της Ιωνίας, θέλοντας να λάβει χρησμό για να σώσει το λαό του από το κακό που έχουν προκαλέσει ο λύκος και οι ακρίδες. Η βασίλισσα Αλκυόνη προσεύχεται για την σύντομη επιστροφή του, όμως ο Κήυκας πέφτει σε μεγάλη θαλασσοταραχή· οι θεοί θέλουν να τους τιμωρήσουν, γιατί με την Αλκυόνη αυτοαποκαλούνται «Δίας» και «Ήρα», θεωρώντας τους εαυτούς τους τόσο ταιριαστούς όσο το Ολύμπιο ζευγάρι. Ο Κήυκας χάνει την ζωή του στην οργισμένη θάλασσα, ωστόσο η Αλκυόνη που δεν το γνωρίζει και συνεχίζει τις θυσίες και τις πλούσιες σπονδές στην Ήρα. Όμως εκείνη δεν ανέχεται θυσίες για άνθρωπο νεκρό, και μετά από ένα βραδινό καυγά με τον Δία, προστάζει την ακόλουθό της Ίριδα να συναντήσει τον θεό Ύπνο για να την βοηθήσει. Ο Ύπνος στέλνει τον γιο του Μορφέα -που εμφανίζεται ως Κήυκας- στο όνειρο της Αλκυόνης και της λέει πως πνίγηκε σε θαλασσοταραχή. Η βασίλισσα ξυπνάει έντρομη και, ελπίζοντας ακόμα στην επιστροφή του αγαπημένου της, κατεβαίνει στην ακτή· εκεί, τα κύματα της φέρνουν το άψυχο κορμί του Κύηκα. Θρηνεί και οδύρεται, και αποφασίζει να τον συναντήσει στον Κάτω Κόσμο πέφτοντας στα βράχια. Οι θεοί τους λυπούνται και τους μεταμορφώνουν σε πολύχρωμα πουλιά της θάλασσας, χαρίζοντάς τους -κάθε χειμώνα- λίγες μέρες ζεστασιάς για να αναπαράγονται, τις αλκυονίδες μέρες.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου