Σε τρεις ερμηνευτές παραδίδεται η δραματική και σκήνικη σύλληψη, όσοι και οι αφηγηματικοί τόποι του βιβλίου.
Ο πρώτος ερμηνευτής ακούει μουσική, καπνίζει, βιντεοσκοπεί, αποδελτιώνει το υλικό του. Αποτυπώνει μια παθιασμένη σχέση με τον Βιζυηνό, σχέση δυναμική, πολύ προσωπική. Ο δεύτερος ερμηνευτής, μπροστά σ΄ έναν υπολογιστή, σπανίως γράφει, μοιάζει να ονειρεύεται τις επιστολές που μας ανακοινώνει, τις επιστολές που έχει γράψει για τον Βιζυηνό, ταυτίζεται μ’ αυτές, μετατορφώνεται σε άνθρωπο―επιστολή. Ο τρίτος ερμηνευτής σε χώρο μεγαλύτερο, σχεδόν άδειο, πάσχει, αναπαριστά την κλονισμένη ζωή, την κλονισμένη γραφή του Βιζυηνού.
Θρακιώτικα και Βαγκνερικά μουσικά μοτίβα σχολιάζουν την «ανάκριση» που υφίσταται ο ποιητής και πεζογράφος (τρίτος ερμηνευτής) από την Μούσα του (δεύτερος ερμηνευτής) και ερευνήτρια του έργου του (πρώτος ερμηνευτής).
Μεταφέροντας την τριγωνική μορφή του βιβλίου επί σκηνής το έργο αναμοχλεύει μια δραματική ζωή και μια κρίσιμη εποχή (όψιμος 19ος αιώνας) μέσα από λογοτεχνικά, ψυχιατρικά και γλωσσικά τεκμήρια.
Το έργο βασίζεται στο μυθιστόρημα Ελληνική αϋπνία (2004).
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτουΕντάξει