Αναμοχλεύοντας το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής «Θα γίνει Ανταλλαγή;».

Αναμοχλεύοντας το τραύμα της Μικρασιατικής Καταστροφής

«Θα γίνει Ανταλλαγή;». Έρευνα-Πρωτότυπο κείμενο-Σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη. Μονή Δαφνίου

Κριτική του Δημήτρη Τσατσούλη*

 

Στο πλαίσιο του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» του Υπουργείου Πολιτισμού & Αθλητισμού, η Ρούλα Πατεράκη έκανε την πρώτη παρουσίαση του έργου, που η ίδια συνέθεσε κατόπιν έρευνας αλλά και σκηνοθέτησε, στο Γυμνάσιο Αρχαίας Ολυμπίας. Στη συνέχεια, μέσα στον Σεπτέμβριο, έκανε μια νέα «στάση» στη Μονή Δαφνίου, μεταφέροντας κάποια «φαντάσματα»-μάρτυρες της Μικρασιατικής Καταστροφής σε νέο τόπο, καλώντας τα να θυμηθούν στον παρόντα χρόνο, για ακόμα μια φορά, εκατό χρόνια μετά, καταστάσεις και γεγονότα που έζησαν τότε, λίγο πριν την καταστροφή.  

Έτσι, η Ρ. Πατεράκη στήνει κοντά στην Αθήνα, στο όμορφο προαύλιο της Μονής Δαφνίου, ένα μεταλλικό κυλικείο με σκέπαστρο, στο οποίο η ίδια, ντυμένη στα μαύρα, όρθια καθόλη την παράσταση, θα σερβίρει νερό ή αναψυκτικά στα «φαντάσματά» της.

Αυτά, έξι γυναίκες και ένας άνδρας, θα εμφανιστούν σταδιακά και θα καθίσουν, ανοίγοντάς τες, στις πάνινες πολυθρόνες που βρίσκονται αρχικά στοιβαγμένες δίπλα στο κυλικείο. Όλες τους θα εμφανιστούν κρατώντας μπαστούνια ‒ τα εκατό χρόνια βαραίνουν το βήμα τους, παρά το γεγονός ότι διατηρούν τη φρεσκάδα της τότε εποχής‒ ντυμένες με μακριές εντυπωσιακές τουαλέτες, τα μαλλιά μαζεμένα ψηλά, με κοσμήματα. Ο άντρας, και αυτός με μπαστούνι, είναι ντυμένος στα μαύρα και μόνον ο λόγος του θα κάνει αντιληπτό ότι πρόκειται για στρατιώτη.

Οι τέσσερις γυναίκες αποκαλύπτεται σιγά σιγά ότι υπήρξαν πόρνες πολυτελείας, με γνωριμίες υψηλές ‒τον Τούρκο Βελή, τον Έλληνα Διοικητή, τον Ιταλό Πρέσβη‒, στα μαγαζιά  όπου σύχναζαν  Έλληνες αξιωματικοί, φραγκολεβαντίνοι, Αρμένιοι. Στη Maison Dorée, στη Maison Aimée, κάποιες, ίσως, με επαφές στα Χιώτικα, εκεί που ιερόδουλες δούλευαν στα όρθια. «Εμένα το ταλέντο μου έχει το αποτύπωμα της νύχτας. Γυναίκες σαν εμένα δεν πρέπει να ανοίγουμε το στόμα μας», θα πει η Ηρώ (Νάντια Μουρούζη), αποκαλύπτοντας έτσι το επάγγελμά τους, κυρίως όμως τις πληροφορίες που έμμεσα έφταναν σε αυτές από τους επιφανείς πελάτες τους.

 Οι δύο άλλες γυναίκες, αδελφές, φθάνουν σαν χαμένες, αναφερόμενες  συνέχεια σε έναν χάρτη που θα καθοδηγούσε την πορεία τους: «Μας κυνηγήσανε αλύπητα οι Τσέτες· χάθηκε ο προσανατολισμός», θα πει η μία, η Βενετία (Ευανθία Κουρμούλη) ενώ η άλλη, η Μαρία Λαλέ (Μαρία Κουρμούλη), άτσαλα ντυμένη στα μαύρα, παραπατώντας, θα τραγουδάει, κατόπιν προτροπής της αδελφής της,  μελοποιημένους στίχους από ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη.

«Γιατί μας ξανακάλεσαν;» θα ρωτήσει η Ιουλία (Φιλαρέτη Κομνηνού), αναφερόμενη στη νυν παρουσία τους στη Μονή Δαφνίου μετά την πρώτη τους «εμφάνιση» στην Ολυμπία. Και κοιτώντας γύρω της: «Πώς θα το χαρακτήριζες αυτό; Υπαίθρια δραστηριότητα;» και η Ελπινίκη (Ειρήνη Καράγιαννη), που τραγουδούσε άριες στο Dorée και θα τις επαναλαμβάνει στον παρόντα τόπο-χρόνο, θα απαντήσει: «Μάλλον βγάζουν καρέκλες έξω, αναψυκτικά». Αποκαλύπτοντας τη σύμβαση της εκ νέου συνύπαρξής τους σε έναν άλλο χώρο, ένα υπαίθριο αναψυκτήριο, όπου καλούνται να καταθέσουν τις μνήμες τους, τις τραυματικές τους εμπειρίες από την Καταστροφή.

«Ν’ αρχίσει να μιλάει κανείς· αυτό είναι· να το πάρει απόφαση· έστω με δισταγμό με αναστολές· ακόμη και με διφορούμενες αλήθειες» θα πει η Κοραλία (Δήμητρα Χατούπη), θέτοντας αποφασιστικά το πρόβλημα της υπέρβασης της λήθης απέναντι στην τραυματική τους μνήμη, αυτή που κουβαλάνε έναν αιώνα τώρα.

Το τραύμα της μνήμης: Έρευνες έχουν αποδείξει ότι πρέπει να βρεθεί τρόπος να ειπωθεί, να εκφερθεί η τραυματική μνήμη προκειμένου να επουλωθεί το τραύμα, να επέλθει μια υγιής λήθη. Μόνο που έχει ακόμη αποδειχτεί ότι  όταν το πάσχον υποκείμενο αρχίσει να μιλάει για τα βιώματά του, αναγκαστικά έντονα συγκινησιακά, φορτισμένα, εκείνος που αδυνατεί να ακούσει είναι ο αρχικά δεκτικός αποδέκτης της αφήγησης. Τελικά, μόνον όταν το τραύμα μετουσιωθεί σε έργο τέχνης, ήτοι όταν μεταστραφεί από κάποιον καλλιτέχνη σε αφηγηματοποιημένη μνήμη, μπορεί να λειτουργήσει ανακουφιστικά για το άτομο, για την κοινότητα. Και με αυτό τον τρόπο επικοινωνούμενο, να ακουστεί και  να επέλθει η σωτήρια λήθη για το πάσχον υποκείμενο.[1]

Η Ρούλα Πατεράκη, οργανώνοντας αυτή την περφόρμανς «φαντασμάτων» σε αυτό αποβλέπει. Καθώς, η λογική της περφόρμανς, της επιτελεστικής δράσης, δεν απομιμείται κάτι, απορρίπτει τη συμβολική οργάνωση του χώρου, αρνείται την ψευδαίσθηση και την αναπαράσταση, όπως θα έκανε το ρεαλιστικό θέατρο. Πρόκειται για κάτι που απλώς λαμβάνει χώρα, καθιστώντας τη σκηνή ζώντα τόπο μιας παρούσας -μνημονικής- δράσης.[2]

Αυτά τα χαρακτηριστικά αναδεικνύουν την περφόρμανς ως ιδανικό πεδίο «μαρτυρίας» της τραυματικής μνήμης, απαιτώντας εκ προοιμίου έναν θεατή/αποδέκτη με ενσυναίσθηση, εκείνο τον Άλλο που γίνεται συμμέτοχος, συν-μάρτυρας του κατατιθέμενου τραυματικού γεγονότος.

Δεδομένων των παραπάνω, είναι απόλυτα κατανοητό το γεγονός ότι  οι μνήμες των προσώπων θα φθάνουν ανάκατες, αποδομημένες, χωρίς ειρμό. Οι γυναίκες και ο άνδρας θα ανταποκρίνονται σε κάποια ερώτηση ή διαπίστωση του άλλου, καταθέτοντας τη δική της ή δική του εμπειρία, οπτική για τα πράγματα, για το τι έζησε, πώς το έζησε, για τις ευθύνες, αποδίδοντάς τες άλλες στον Βενιζέλο, άλλες στον βασιλιά Κωνσταντίνο, καταθέτοντας αντιδράσεις υπευθύνων στη Σμύρνη, Ελλήνων ή ξένων. Μια διαλογική σύγκρουση  αφηγηματικών φωνών, οπτικών θέασης των ιστορικών συμβάντων. Ενώ,  ταυτόχρονα, μια φωνή οφ, καταθέτει πραγματικά συμβάντα, αλλά κι αυτή αποστασιοποιημένα, σαν να εκφωνεί δελτίο ειδήσεων.

Και το ερώτημα, για αυτά τα πρόσωπα με την ανολοκλήρωτη εμπειρία τους από τα γεγονότα, επανέρχεται ανά τακτά διαστήματα: «Έγινε Ανταλλαγή;» ‒ «Αυτό ήταν η Ανταλλαγή;», Και τελικά:  «Δεν τα καταφέραμε αν και θα έπρεπε», όπως θα αποφανθεί η μία από τις αδελφές, η Βενετία.  

Και όμως, όλες αυτές οι αποσπασματικές μνήμες, τεμάχια βιωμάτων, έχουν και αυτές συγκεκριμένες αναφορές σε πραγματικά γεγονότα, σε πραγματικούς τόπους, σε πραγματικές δράσεις, πράξεις, εικόνες και πρόσωπα. Εκείνο όμως που λείπει από τις τεμαχισμένες μαρτυρίες είναι η ολική εικόνα: αλλά, και ποιος άραγε μπορούσε να έχει αυτή την ολική εικόνα, τη στιγμή μάλιστα που τα γεγονότα είναι σε εξέλιξη ακόμα; Καθώς, αυτά τα πρόσωπα-φαντάσματα δεν μπορούν να ξέρουν παρά μόνο το δικό τους βίωμα, ως τη στιγμή που τα ίδια διέθεταν ακόμα βίο, πριν εξαφανιστούν, πριν γίνουν περιπλανώμενα «φαντάσματα».

Και μόνο ο άντρας στρατιώτης (Κοσμάς Φοντούκης), ρίχνοντας την αυλαία, έχοντας στη φαντασία του την πλήρη εικόνα ως «προοικονομούσα μνήμη»,  θα αναφερθεί στην καταστροφή: «Σκέφτηκα· το πιθανότερο είναι αυτή η πόλη που· σαν να αιωρείται τώρα· μπροστά στα μάτια μου· από στιγμή σε στιγμή να κουνηθεί από σεισμό και να βουλιάξει μ’ όλα τα φώτα αναμμένα· στο Αιγαίο. Στον πάτο η Σμύρνη· ενώ στην επιφάνεια· ανάλγητα και ηλίθια τα πλοία των συμμάχων».

Των συμμάχων, από τους οποίους τόσα αναμένει η Ελλάδα ιστορικά, σε κάθε δύσκολη συγκυρία ‒σε περίπτωση θερμού επεισοδίου με τους Τούρκους, τότε όπως και τώρα.

Μόνο που τότε, όπως τελειώνει ο στρατιώτης τον λόγο του: «η αυλαία έκλεισε στην προκυμαία· μπροστά στα μάτια των συμμαχικών πολεμικών με ένα φινάλε από ουρλιαχτά ανθρώπων και υποζυγίων που έπεφταν στην θάλασσα και αυτοκτονούσαν. Μην απατάσθε· δεν ήταν το ’18 το τέλος του πολέμου· η Σμύρνη ήταν το φινάλε· το ’22. Είμαι περήφανος γιατί είμαι το μεγάλο θύμα. Είμαι το ολοκαύτωμα». Ίσως αυτή η αίσθηση να είναι τελικά η μόνη λύτρωση όσων χάθηκαν τότε: η αναγνώριση ότι αποτελούν μέρος ενός ολοκαυτώματος.

Με υποκριτικό όχημα την απορία, την αποξένωση από κάτι που τότε συνέβη και η μνήμη προσπαθεί να επαναφέρει, με στιγμές μόνο κάποιας φόρτισης όχι για το μεγάλο γεγονός, αλλά για την εκτίμηση καταστάσεων που μπορούσε να κάνει το πρόσωπο τη στιγμή των συμβάντων, κινήθηκαν οι ηθοποιοί της παράστασης, εκλεκτές πρωταγωνίστριες (και πρωταγωνιστής) του θεάτρου: Η σκληρά αισθαντική και με ανέκφραστο τον υφέρποντα θυμό της για την επερχόμενη Καταστροφή Δήμητρα Χατούπη, η με ανάλαφρη κοκεταρία παλαιού της βίου και περιγράφουσα καίριες πληροφορίες με μεταλλική φωνή Φιλαρέτη Κομνηνού, η με λόγο κοφτό και πεισμωμένη στάση Νάντια Μουρούζη, η κάνοντας αισθητό το άγχος της από την καταδίωξή της από τους Τσέτες, αναζητώντας τον προσανατολισμό της Ευανθία Κουρμούλη. Και μαζί τους, η με αθώα νοσταλγία για τη χαμένη λάμψη της, κομψή  και με εξαίρετες άριες  λυρική καλλιτέχνις Ειρήνη Καράγιαννη, σε αντίστιξη με την άτσαλα υπερκινητική ή  απρόβλεπτα υποτονική κινησιολογικά Μαρία Κουρμούλη, που αποφορτίζοντας το κλίμα, ερμηνεύει αισθαντικά τους στίχους του Σεφέρη σε μουσική δική της και της Νίκης Καραγεώργου.

 Τέλος, ο μόνος άντρας της παράστασης, ο Κοσμάς Φοντούκης καταθέτει με την χαρακτηριστική φωνή του άγρια γεγονότα από το μέτωπο, όπως και τις μετέπειτα εξελίξεις, χωρίς να λείπει από τον λόγο του ένας υφέρπων σαρκασμός για την άγνοια των πρωταγωνιστών για το επερχόμενο.

Στη σκηνογραφία της Ρούλας Πατεράκη και της Ευανθίας Κουρμούλη πρόσθεσε την εικαστική του επιμέλεια ο Άγγελος Μέντης, στον οποίο ανήκουν και τα κομψά, εύγλωττα κοστούμια. ΟΙ φωτισμοί, που επεκτείνονταν και στον περιβάλλοντα χώρο του προαυλίου, σχεδιάστηκαν από τον Γιάννη Δρακουλαράκο.

Το κείμενο της Ρούλας Πατεράκη διέθετε πολλαπλές αρετές. Πρόκειται για ένα είδος ντοκουμέντου, το οποίο ανά στιγμές αποκτά  αφηγηματική ποιητικότητα, αποκαλύπτοντας τη θεατρικότητά του. Τα πρόσωπα φαινομενικά συνδιαλέγονται πάνω στο ιστορικό γεγονός, ενώ ταυτόχρονα μονολογούν προβάλλοντας την απόλυτα προσωπική οπτική τους για την ίδια την Ιστορία. Ταυτόχρονα, οι μουσικές παρεμβάσεις-διαλείμματα της όποιας δράσης λόγου, όπως και η φωνή οφ (της σκηνοθέτιδας) εν είδει ενημερωτικού δελτίου, παρέπεμπαν στη λογική του μπρεχτικού θεάτρου-ντοκουμέντου. 

Αποδεικνύεται έτσι ότι το θέατρο-ντοκουμέντο όχι μόνο μπορεί να λάβει διαφορετικές μορφές, αλλά και ότι δεν παύει, αφηγηματοποιώντας την ιστορία, να της προσδίδει θεατρικότητα. Ταυτόχρονα, αμφισβητεί την  αυθεντία της μίας ιστορικής φωνής, προτείνοντας την άποψη ότι η ιστορία συντίθεται από τις ποικίλες μικρο-ιστορίες‒ατομικές μαρτυρίες.  Εξάλλου, σε επίπεδο ερμηνείας και σκηνοθετικής διευθέτησης, αποδεικνύει ότι ο αποστασιοποιημένος λόγος μπορεί να συν-κινεί τον αποδέκτη-θεατή περισσότερο από την όποια προσπάθεια νατουραλιστικής, εκκωφαντικά κενής καταγγελίας. 

Η παράσταση ήταν αφιερωμένη σε δύο σημαντικές ηθοποιούς που έφυγαν πρόσφατα από κοντά μας, συνδεδεμένες με το Θέατρο Άττις: τη Σοφία Μιχοπούλου και την Ανέζα Παπαδοπούλου.

Οι φωτογραφίες είναι του Νίκου Μαυράκη.

*Ομότιμος Καθηγητής Σημειωτικής του Θεάτρου και θεωρίας της Επιτέλεσης Παν/μίου Πατρών.

 


[1] Martina Kopf, «Trauma, Narrative and the Art of Witnessing», στο Birgit Hähnel, Melanie Ulz (επιμ), Slavery in Art and Literature: Approaches to Trauma, Memory and Visuality, Frank und Timme, Berlin 2009, σ. 56 κ. εξ.

[2] Josette Féral, «Performance and Theatricality: The Subject Demystified», Modern Drama, τ. 25, τχ. 1, 1982, σ. 176, 177.

Τσατσούλης

Απόψεις

Μετάβαση στο περιεχόμενο