Η ανάκριση ενός όντος
Γράφει η Φανή Γέμτου

Έχετε σκεφτεί ποτέ πόσο πολύ συγκλίνουν η θεατρική πράξη κάτω από τις δέσμες των σκηνικών προβολέων, η χειρουργική επέμβαση κάτω από τα φώτα του χειρουργείου και η εξονυχιστική παρατήρηση μέσα από τον φακό ενός μικροσκοπίου;
Αν υποθέσουμε πως ο ηθοποιός ερμηνεύει ρόλους, επιχειρώντας κατ’ ουσίαν να ερμηνεύσει ανθρώπινες φύσεις, νοοτροπίες, αισθητικές, οπτικές και ιδιοσυγκρασίες μέσα από τη δειγματοληπτική προσέγγιση ενός και μόνο ήρωα και μιας και μόνο ιστορίας κάθε φορά, στην πραγματικότητα θέτει επί χειρουργικού τραπεζιού την ίδια μας τη φύση, κατακερματίζοντας και ανακρίνοντας τις πιθανές εκδοχές του όντος που κρύβουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, μέσα μας. Υπό αυτό το πρίσμα, το θέατρο αποτελεί ένα πεδίο έρευνας και παρατήρησης της ανθρώπινης φύσης και, αναπόφευκτα, του ίδιου μας του εαυτού.
Εκείνο που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι πως ο ηθοποιός, στη δική μας περίπτωση, δεν βρίσκεται έξω από το αντικείμενο της έρευνάς του. Δεν διαθέτει την απόσταση του επιστήμονα που παρατηρεί ένα ξένο σώμα. Το σώμα που εξετάζει είναι το δικό του. Το ίδιο και η μνήμη, η σκέψη, οι αισθήσεις, οι αντιδράσεις του. Καλείται να διερευνήσει έναν άλλον άνθρωπο χρησιμοποιώντας ως ζωντανό υλικό τον εαυτό του. Για να προσεγγίσει το ξένο, οφείλει να αναμετρηθεί με το οικείο.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένας ηθοποιός καλείται να ενσαρκώσει έναν άνθρωπο που διαπράττει μια πράξη την οποία ο ίδιος αποστρέφεται; Πώς προσεγγίζει μια συμπεριφορά που αντιβαίνει στις προσωπικές του αξίες; Πώς αναγνωρίζει τη λογική μιας απόφασης που, έξω από τη σκηνική συνθήκη, θα του φαινόταν αδιανόητη;
Εδώ αρχίζει η ουσιαστική ανάκριση. Ο ηθοποιός δεν καλείται να αθωώσει τον χαρακτήρα του ούτε να τον καταδικάσει. Καλείται να κατανοήσει τον μηχανισμό που τον οδηγεί στη δράση, να αναζητήσει τις ανάγκες, τους φόβους, τις επιθυμίες και τις αντιφάσεις που συγκροτούν την ιδιαίτερη λογική του. Η κατανόηση αυτή δεν συνεπάγεται ηθική αποδοχή. Επιτρέπει, όμως, στον σκηνικό άνθρωπο να αποκτήσει υπόσταση πέρα από τις εύκολες κατηγοριοποιήσεις του καλού και του κακού.
Όσο βαθύτερα προχωρά η διερεύνηση, τόσο περισσότερο ο ηθοποιός αναμετριέται με τις δικές του δυνατότητες. Όχι μόνο με όσα έχει βιώσει, αλλά και με όσα θα μπορούσε, υπό άλλες συνθήκες, να βιώσει, να επιθυμήσει ή να πράξει. Η υποκριτική δεν εξαντλείται, επομένως, στην αναπαράσταση μιας συμπεριφοράς. Απαιτεί την ανακάλυψη της εσωτερικής αναγκαιότητας που τη γεννά. Διαφορετικά, ο θυμός αποκτά μια και μόνο προβλέψιμη ένταση φωνής, η θλίψη μια αναγνωρίσιμη σωματική στάση, η εξουσία έναν στερεότυπο τρόπο ομιλίας. Κι όμως, ένας άνθρωπος μπορεί να γελά τη στιγμή της μεγαλύτερης οδύνης του ή να παραμένει ακίνητος την ώρα που μέσα του συντελείται μια καταστροφή. Η σκηνική αλήθεια συχνά ανακαλύπτεται εκεί όπου η αναμενόμενη συμπεριφορά ανατρέπεται.
Τι είδους ανάκριση, όμως, παρακολουθεί ο θεατής; Βλέπει έναν άνθρωπο να δρα, αναζητά τα κίνητρά του, τον κρίνει, τον αμφισβητεί, ενδεχομένως τον δικαιολογεί. Για να τον ερμηνεύσει, επιστρατεύει τις δικές του εμπειρίες, πεποιθήσεις και προκαταλήψεις. Έτσι, η κρίση του για τον σκηνικό άνθρωπο μπορεί να αποκαλύψει κάτι και για τον ίδιο. Εκείνος που πίστευε ότι παρατηρεί έναν άλλον ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπος με πλευρές του εαυτού του. «Ανακρίνοντας» τον επί σκηνής ήρωα, ο θεατής βρίσκεται, χωρίς να το επιδιώξει, στη διπλή θέση του ανακριτή και του ανακρινόμενου.
Υπάρχει και μια ακόμα κοινή συνθήκη που ενώνει ηθοποιό και θεατή. Και οι δύο γνωρίζουν ότι αυτό που συμβαίνει στη σκηνή δεν συμβαίνει πραγματικά. Ο ηθοποιός ενσαρκώνει έναν άλλον άνθρωπο έχοντας συνείδηση της θεατρικής σύμβασης. Ο θεατής αποδέχεται αυτή τη σύμβαση χωρίς να εξαπατάται. Κι όμως, μέσα σε αυτή τη συνειδητή αποδοχή του φανταστικού μπορεί να συντελεστεί κάτι βαθιά αληθινό.
Πόση αλήθεια, άραγε, μπορεί να χωρέσει μια σύμβαση; Ίσως τη μεγαλύτερη. Όχι επειδή η θεατρική αλήθεια υπερέχει της βιωμένης, αλλά επειδή διαθέτει μια ιδιαίτερη πυκνότητα και μια συνείδηση που η καθημερινή εμπειρία σπάνια προλαβαίνει να αποκτήσει. Στη ζωή, συχνά πράττουμε προτού κατανοήσουμε πλήρως την πράξη μας. Το βίωμα εξελίσσεται με τέτοια ταχύτητα, ώστε η αυτοπαρατήρηση συνήθως έπεται. Στο θέατρο, αντίθετα, ο ηθοποιός μπορεί να βιώνει τη σκηνική πραγματικότητα διατηρώντας ταυτόχρονα τη συνείδηση ότι τη δημιουργεί. Πρόκειται για μια ιδιότυπη μορφή εμπειρίας, την οποία θα μπορούσαμε, συμβατικά, να ονομάσουμε «μεταβίωμα»: ένα βίωμα που εμπεριέχει τη δυνατότητα συνειδητής παρατήρησης του εαυτού του την ώρα που συντελείται. Ο ηθοποιός δεν παύει να είναι ο εαυτός του για να υπάρξει ως ο άλλος. Η βίωση και η επίγνωση της σύμβασης μπορούν να συνυπάρχουν χωρίς η μία να αναιρεί την άλλη.
Η θεατρική σύμβαση, επομένως, δεν αποδυναμώνει την αλήθεια. Της προσφέρει έναν χώρο όπου μπορεί να συμπυκνωθεί, να εξεταστεί και να αποκτήσει διαστάσεις που η αδιάκοπη ροή της καθημερινής ζωής δεν επιτρέπει πάντοτε να διακρίνουμε.
Κάτω από τους θεατρικούς προβολείς, η ανθρώπινη ύπαρξη γίνεται ταυτόχρονα υποκείμενο, αντικείμενο και μέσο έρευνας. Ο ηθοποιός την ανακρίνει ενσαρκώνοντάς την. Ο θεατής την ανακρίνει παρακολουθώντας την. Και οι δύο συμμετέχουν σε μια διαδικασία όπου η ανθρώπινη φύση, στο εδώ και τώρα της σκηνικής πράξης, αποκτά τη δυνατότητα να παρατηρεί τον ίδιο της τον εαυτό.
Τα φώτα του θεάτρου δεν φωτίζουν, λοιπόν, μόνο εκείνον που βρίσκεται στη σκηνή. Φωτίζουν και εκείνον που κάθεται απέναντί του. Και η ανάκριση, αν έχει πράγματι συντελεστεί, δεν τελειώνει με το σβήσιμό τους.