Μαρία Χανδρά

Υπάρχει κάτι το υπνωτιστικό στον τρόπο με τον οποίο σε εντάσσει στο Oracle ο σκηνοθέτης του Lukasz Twarkowski. Μία μυσταγωγία που ξεκινάει, πριν σβήσουν τα φώτα, ήδη από την είσοδο των θεατών στην πλατεία του θεάτρου και την εγκατάστασή τους στις θέσεις τους. Ήδη από το άκουσμα μιας ηχητικής λούπας, ενός ιδιότυπου μετρονόμου που μοιάζει να επιχειρεί τον συντονισμό του κοινού σε έναν ενιαίο χτύπο καρδιάς, αν είναι αυτό ποτέ δυνατόν. Κι όμως, αυτός ο ενιαίος χτύπος, αυτή η ενιαία συνείδηση φαίνεται να είναι κεντρική θεματική του όλου σκηνικού εγχειρήματος. Ο θεατής συναντά το είδωλό του, ως μέρος ενός συνόλου, η ατομικότητα χάνεται, ο άνθρωπος ιδωμένος μέσα από τη μηχανή, ένα ασπρόμαυρο άμορφο σχήμα δίπλα σε άλλα ασπρόμαυρα άμορφα σχήματα, πασχίζει, γνέφοντας, να εντοπίσει τον εαυτό του και κάπως έτσι αρχίζει και ο ίδιος να συμμετέχει.

Στη μία πλευρά της σκηνής ο Alan Turing, Άγγλος μαθηματικός, επιστήμονας της λογικής και της πληροφορικής, με ρόλο επικεφαλούς στο κέντρο αποκρυπτογράφησης της Μεγάλης Βρετανίας στο Bletchley Park, όπου κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, επιτεύχθηκε η αποκωδικοποίηση μηνυμάτων, κρυπτογραφημένων από τη γερμανική μηχανή Enigma. Στην άλλη πλευρά o Blake Lemoine, μηχανικός της Google, που εξέφρασε δημόσια το 2022 την πεποίθησή του πως το γλωσσικό μοντέλο τεχνητής νοημοσύνης LaMDA απέκτησε συναισθήματα και συνείδηση. Ανάμεσα στους δύο επιστήμονες η μορφή της Hedy Lamarr, με τη φωνή της τεχνητής νοημοσύνης, ενημερώνει το κοινό για τους κανόνες του παιχνιδιού, μέσα από μία υπερμεγέθη οθόνη.

Η μουσική φτάνει στο peak της έντασης και επί σκηνής αναδιπλώνεται ένας κόσμος επιβλητικός και κλειστοφοβικός ταυτόχρονα, φτιαγμένος από κινούμενες πλατφόρμες, κάμερες, οθόνες, ημιφωτισμένα δωμάτια και σκοτεινούς διαδρόμους. Ένας κόσμος όπου ο πόλεμος συναντά την επιστήμη, το παρελθόν γίνεται ένα με το παρόν και οι επιστήμονες έρχονται αντιμέτωποι με την αντοχή, τα όρια, την ηθική, την πολιτική σκοπιμότητα, πάνω από όλα με τον ίδιο τους τον εαυτό και το δημιούργημά τους. Άλλοτε σαν σε όνειρο και άλλοτε σαν σε κινηματογραφικό πλατό κινηματογραφείται σε αληθινό χρόνο το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης, που ταξιδεύει από γενεά σε γενεά, ενώ μια αδιάκοπη περιστροφική κίνηση αναδεικνύει εύγλωττα αντιθετικά δίπολα. Επιτυχία – ματαίωση, επιστήμη αρωγός – επιστήμη κίνδυνος, έρωτας-χωρισμός, όνειρο – πραγματικότητα, αλήθεια – κατασκευή.
«Όταν δεν ξέρεις πώς να προχωρήσεις, ξεκίνα πάλι από την αρχή», εμβληματική φράση που επαληθεύεται διαρκώς στη δραματουργία της παράστασης, τόσο από τα κινησιολογικά rewind των πρωταγωνιστών, όσο και από τη συνεχή υπογράμμιση των μοτίβων της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Μέσω της κάμερας ο σκηνοθέτης βάζει τον άνθρωπο και τη δράση του στο μικροσκόπιο. Η παραμικρή κίνηση, ένα βλέμμα, μία άβολη στιγμή, η παράλληλη δράση σε δύο διπλανά δωμάτια, όλα μεγεθύνονται μέσα από ένα αδιάκριτο κοντινό πλάνο και ακαριαία, όπως συμβαίνει με την τηλεόραση ή τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, το ιδιωτικό γίνεται δημόσιο, μία πληροφορία προσβάσιμη σε όλους. Η δραματουργία του ίδιου του μέσου παίρνει τα ηνία. Διαφορετικές οπτικές γωνίες, οπτική υπερπληροφόρηση, τροφή για το αδηφάγο βλέμμα του θεατή, που έχει εξασκηθεί να περνά πάνω από αμέτρητες εικόνες και να στέκεται ίσως σε ελάχιστες εξ αυτών. Μία συνεχής πρόκληση προς το κοινό να εστιάσει όπου προτιμά ή να αναλογιστεί τι ακριβώς κοιτάζει, όταν το μάτι του τρέχει πιο γρήγορα από τη σκέψη του. Εδώ οι κάμερες δεν κινηματογραφούν απλώς την παράσταση, αλλά αποτελούν ζωτικό στοιχείο της, αφού το ίδιο το έργο και το νόημά του δεν πραγματώνονται χωρίς αυτές. Επομένως οποιοσδήποτε προβληματισμός σχετικά με την υπερίσχυση της κινηματογραφικής εικόνας έναντι της ζωντανής αμιγώς θεατρικής δράσης των ηθοποιών, καθίσταται άτοπος εν τη γενέσει του, καθώς το κινηματογραφικό και το θεατρικό στοιχείο δρουν εξαρχής από κοινού, άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους και συνθέτουν αρμονικά το υπέροχο όλον.

Ένα ξεχωριστό σύμπαν εντός του οποίου τα ερωτήματα ξεπηδούν με τρόπο συνειρμικό. Τι υπάρχει πίσω από μία εφεύρεση, ποιες σκέψεις, ποιοι άνθρωποι, ποια αιτία και ποια αφορμή; Μήπως πρόκειται πάντα για τον ίδιο αδιάκοπο αγώνα του ανθρώπου να καταλάβει κάτι παραπάνω, να αποκωδικοποιήσει την ίδια του την ύπαρξη; Σε αυτό το ευρύ πεδίο κινήθηκε τόσο η σκηνοθεσία του Lukasz Twarkowski, όσο και η δραματουργία της Anka Herbut, με την τεχνητή νοημοσύνη και τον πιθανό κίνδυνο από την υπερβολική εξέλιξή της, να μοιάζει ως αφετηρία ή αφορμή για να φωτιστεί η πάντα επίκαιρη ανάγκη του ανθρώπου να επικοινωνήσει με αυτό που τον ξεπερνά, να αγγίξει το μεταφυσικό στοιχείο σε όποια έκφανση της ζωής το συναντά. Εξ ου και η ομολογουμένως υπερβολικά αργή séquence της ονειρικής συνάντησης του Alan Turing και της Hedy Lamarr, ή η ακραίας δραματικής έντασης séance με τη σπαρακτική ερμηνεία της Madara Vilcuka. Εξ ου και η ποιητική περιφορά, μέσα στον σκηνικό χώρο, της ανήσυχης φιγούρας του Blake Lemoine, που μοιάζει να βρίσκεται σε μια αέναη αναζήτηση συμπαράστασης από τους επιστημονικούς του προκατόχους, μπρος στον φόβο που γεννά το ενδεχόμενο μιας τεχνητής νοημοσύνης, ενσυνείδητης.
Άρτιο αισθητικά και απολύτως λειτουργικό το σκηνικό του Fabien Lede σε συνδυασμό με τον φωτιστικό σχεδιασμό του ιδίου και του Eugenijus Sabaliauskas, δημιουργεί χώρους μέσα στους χώρους, βάθος πεδίου, κινηματογραφικές ατμόσφαιρες και δίνει σημασία όχι μόνο στη μεγάλη κατασκευή, αλλά και στα μικρότερα σκηνικά αντικείμενα που συνδράμουν εμμέσως πλην σαφώς στο δέσιμο των νοηματικών θραυσμάτων. Εξίσου άρτιος και ζωτικής σημασίας για το τελικό οπτικοακουστικό αποτέλεσμα, ο σχεδιασμός βίντεο και ψηφιακών μέσων του Jakub Lech, που από κοινού με την καθηλωτική μουσική του Julek Ploski συμβάλλει καθοριστικά στην είσοδο των θεατών στον κόσμο του έργου και επιβάλλει, ηχηρά, έναν υψηλό ψυχισμό κατά το μεγαλύτερο μέρος της παράστασης. Αξιομνημόνευτη επίσης η υποκριτική δεινότητα όλων των ηθοποιών του θιάσου, οι οποίοι μαγνητίζουν το βλέμμα του θεατή εντός και εκτός κάμερας, τόσο με τις λεπτές, γεμάτες ακρίβεια ερμηνευτικές αποχρώσεις που ζητά ο κινηματογράφος, όσο και με την έντονη σωματικότητα, την πλαστικότητα της κίνησης και την ειλικρινή αμεσότητα που αρμόζει στον ζωντανό χαρακτήρα του θεατρικού «εδώ και τώρα».

Ένα «εδώ και τώρα», που στον κόσμο του Oracle απαιτεί την πλήρη προσήλωση του θεατή τόσο στις σκηνές έντασης όσο και στα μεγάλης διάρκειας διαλογικά μέρη της παράστασης, τα οποία πιθανώς θα επικοινωνούσαν πιο ευθύβολα τις θεματικές τους, εάν περιορίζονταν σε διάρκεια και είχαν πιο ξεκάθαρη στόχευση. Προς αυτήν την κατεύθυνση θα λειτουργούσε οπωσδήποτε και μία πιο στιβαρή νοηματική δομή, βάσει της οποίας τα θραύσματα σκέψεων και ιδεών των δημιουργών θα δρούσαν περισσότερο αλληλοϋποστηριχτικά και λιγότερο αποσπασματικά, δημιουργώντας ουσιαστικότερη σύνδεση, προοδευτική συνέχεια και σταδιακή εξέλιξη στην πλοκή του έργου μέχρι την τελική του ολοκλήρωση.
Σε κάθε περίπτωση το Oracle προσφέρει μία θεατρική εμπειρία σαρωτική, ανοιχτή σε ερμηνείες, προσωπικές αναγνώσεις και αποκωδικοποιήσεις, τροφή για σκέψη και προβληματισμό. Πρόκειται κυρίως για ένα οπτικοακουστικό έργο υψηλής αισθητικής, μία σπουδή πάνω στη χρήση των πολυμέσων στο σύγχρονο θέατρο και ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα της μαγείας που συντελείται όταν η τέχνη του θεάτρου και η τέχνη του κινηματογράφου μοιράζονται δημιουργικά και ισότιμα τη σκηνή.

Συντελεστές
Σκηνοθεσία: Łukasz Twarkowski
Κείμενο & Δραματουργία: Anka Herbut
Σχεδιασμός Σκηνικών & Σύλληψη Σχεδιασμού Φωτισμών: Fabien Lédé
Σχεδιασμός Κοστουμιών: Svenja Gassen
Χορογραφία & Καλλιτεχνική Συνεργασία: Pawel Sakowicz
Πρωτότυπη Μουσική: Julek Ploski
Σχεδιασμός Βίντεο & Ψηφιακών Μέσων: Jakub Lech
Σχεδιασμός Φωτισμών: Eugenijus Sabaliauskas
Βοηθός Σκηνοθέτη: Diāna Kaijaka
Δραματουργική Υποστήριξη & Θεατρική Διασκευή Μετάφρασης: Loreta Kalniņa
Βοηθός Βίντεο: Ričard Žigis
Τεχνικές Λύσεις Βίντεο: Andris Fridrihsons, Edmunds Cīrulis, Dāvis Dreiska
Τεχνική Διεύθυνση: Mārtiņš Vigups
Ηχοληψία: Didzis Herberts Cielava
Χειρισμός & Προγραμματισμός Φωτισμών: Mikus Guds
Διεύθυνση Σκηνής: Iveta Boša
Παραγωγή: Līga Svempe
Διεθνής Παραγωγή & Διανομή: Vidas Bizunevičius
Παραγωγή: Dailes Theatre
Συμπαραγωγή: Φεστιβάλ Τεχνών Ruhrtriennale (Γερμανία), New Error, Comédie de Genève (Ελβετία), Piccolo Teatro di Milano (Ιταλία), DeSingel Antwerp (Βέλγιο)
Με την υποστήριξη του: Adam Mickiewicz Institute
Συγχρηματοδότηση από το: Υπουργείο Πολιτισμού και Εθνικής Κληρονομιάς της Δημοκρατίας της Πολωνίας
Συνεργάτης Καινοτομίας: Latvijas Mobilais Telefons (LMT)

Πληροφορίες
Στέγη Ιδρύματος Ωνάση
Συγγρού 107
Łukasz Twarkοwski, ORACLE
15 – 18 Οκτωβρίου 2026 | Κεντρική Σκηνή
Φωτογραφίες: Marko Rass