Μια Πέμπτη του περασμένου Μάρτη – με εντελώς παράδοξο για την εποχή χειμερινό κρύο – βρέθηκα στο νεοσύστατο Φρένο για να παρακολουθήσω την παράσταση Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα, από την ομάδα Τροχιές, σε σύλληψη και σκηνοθεσία της Νοεμής Βασιλειάδου. Τα πρόσωπα της ομάδας μού ήταν γνώριμα από τη Θεσσαλονίκη. Οικεία όχι μόνο γιατί σε μια πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη είναι σχεδόν αδύνατο να μην έχεις συναντηθεί κάπου αλλά και επειδή φέρουν την οικειότητα μιας γενιάς δημιουργών που γνωρίζω, που είναι οι φίλοι μου, που ανήκω κι εγώ· ανθρώπων που, παρά τη διαρκή πάλη —εσωτερική και εξωτερική— που απαιτεί ο χώρος (και η ζωή μας όλη), επιμένουν να ανοίγουν χώρο ακόμη κι εκεί όπου φαινομενικά δεν υπάρχει, με επαγγελματισμό και ατόφιο μεράκι.
Με αυτές τις σκέψεις και τον ενθουσιασμό που μου προκαλεί το θέατρο και το μυστηριώδες άγνωστο που εμπεριέχει, παρακολούθησα την παράσταση και μίλησα με τη σκηνοθέτρια-ηθοποιό Νοεμή Βασιλειάδου και τη δραματουργό-ηθοποιό Χάρις Σερδάρη. Φέτος η παράσταση «αλλάζει θέση» και παρουσιάζεται στο Θέατρο Χώρος, ενώ μόλις κυκλοφόρησε και το κείμενο της παράστασης από την ΚΑΠΑ Εκδοτική.

Νοεμή και Χάρις, θέλετε να μας συστήσετε την ομάδα σας; Είστε από τον Βορρά, μια ομάδα ηθοποιών και δημιουργών που συστήθηκε αρχικά στην Αθήνα με το έργο Προσοχή, εκτελούνται έργα. Πώς γίνατε ομάδα;
N: Η ομάδα Τροχιές δημιουργήθηκε το 2023, με αφορμή την παράσταση Προσοχή: εκτελούνται έργα.
X: Βρεθήκαμε μαζί σε μια δραματική σχολή της Θεσσαλονίκης, χαθήκαμε, ξαναβρεθήκαμε. Ξεκινήσαμε κάτι, το σταματήσαμε, είπαμε να ξαναξεκινήσουμε κάτι άλλο. Δεν ξέραμε ακριβώς τι θέλαμε να κάνουμε. Απλά δεν αντέχαμε να περιμένουμε άλλο. Και τότε ήρθε η ιδέα του Μετρό της Θεσσαλονίκης, που και εκείνο δεν άντεχε να περιμένει άλλο για να γεννηθεί.
Ν: Επίσης, μας απασχολούσε πολύ το ζήτημα της ομάδας, της συλλογικής δημιουργίας.
Χ: Πιστεύαμε ότι μέσα από μια ομάδα θα μπορούσαμε να καταφέρουμε περισσότερα απ’ όσα θα κατάφερνε ο καθένας και η καθεμία ξεχωριστά. Και κοίτα να δεις που, πέντε χρόνια μετά, αυτές ακριβώς τις σκέψεις που κάναμε τότε τις κάναμε παράσταση.
Ν: Πάντως σίγουρα η πρώτη μας παράσταση και η πορεία της σε διάφορες πόλεις της Ελλάδας μας έδεσε πάρα πολύ και μας έκανε να πιστέψουμε ότι αυτό που κάνουμε μπορεί να έχει νόημα. Ότι μπορεί μια παράσταση τόσο ως αποτέλεσμα αλλά και ως διαδικασία να δημιουργήσει ρωγμές ελευθερίας και διαύγειας μέσα σε έναν κόσμο που τον βιώνουμε ως ανελεύθερο ή συγκεχυμένο.
Χ: Κάτι που θα ήθελα να προσθέσω είναι ότι, παρόλο που μέναμε όλοι στην Αθήνα και οι πρόβες μας επίσης έγιναν στην Αθήνα. Η παράσταση ξεκίνησε από και στην Θεσσαλονίκη.

Τα σπίτια αλλάζουν θέση τη νύχτα είναι το τρίτο έργο της ομάδας. Προηγήθηκαν οι Κλημεντίνες χωρίς κουκούτσι, που παρουσιάστηκαν στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών το 2025 και έπειτα στην Κίνα, στο Aranya Theatre Festival, το 2026. Είναι εμφανές ότι υπάρχει μια κοινωνικοπολιτική ανησυχία, μια σχέση με την επικαιρότητα. Η παράσταση παίρνει ως αφορμή τη στεγαστική κρίση, θα έλεγα όμως ότι δεν μένει εκεί· αναζητά κάτι, σκάβει, μετατοπίζεται. Τι σας οδηγεί σε αυτές τις επιλογές και πώς τις διαχειρίζεσαι δραματουργικά και σκηνοθετικά;
Ν: Νιώθω ότι έχει νόημα να ξεκινήσω με ένα θέμα όταν πιστεύω ότι είναι «ζωτικής σημασίας να σκεφτούμε γύρω από αυτό». Και αν υπάρχει κάποιου είδους βαρόμετρο μέσα μου, τείνουν τα θέματα με κοινωνικοπολιτικές προεκτάσεις να βαρύνουν περισσότερο ως προς την αναγκαιότητα να τεθούν. Δεν θα έλεγα ότι ψάχνουμε κάτι επίκαιρο, ψάχνουμε όμως κάτι που κρίνουμε ότι σήμερα, στο παρόν, σε αυτό τον κόσμο και σε αυτή την συγκυρία, είναι ζωτικής σημασίας να επικοινωνηθεί. Επίσης, τόσο σκηνοθετικά όσο και δραματουργικά με ενδιαφέρει κάθε θέμα που θίγεται να αφορά ταυτόχρονα και αδιαχώριστα τόσο το πολιτικό όσο και το προσωπικό. Αυτό σημαίνει ότι εκκινούμε από κάτι που μοιάζει συγκεκριμένο και το ανοίγουμε προς όλες τις κατευθύνσεις. Στρετσάρουμε πολύ και εμμονικά τα όρια του. Αν δεν έχουμε συλλάβει το πόσο βαθιά μας αγγίζει προσωπικά και πόσο έντονα εκδηλώνεται στις ζωές μας ένα κοινωνικό θέμα, δεν το πιάνουμε, καμωνόμενοι απλώς ότι μας αφορά. Και τα τρία έργα έχουν κάτι που με αφορά πολύ προσωπικά, οντολογικά ή και υπαρξιακά, και μέσω αυτού του φίλτρου παλεύουμε να επικοινωνήσουμε τις όποιες ανησυχίες.
Φαίνεται να έχει γίνει μια εις βάθος έρευνα και ένα πολύ λεπτομερές χτίσιμο χαρακτήρων, που ερμηνεύτηκαν από τους ηθοποιούς της παράστασης, αλλά και πάνω στις δυναμικές που παρατηρούμε σε συλλογικότητες/ομάδες που συνεργάζονται για έναν κοινό στόχο. Την ίδια στιγμή, όμως, ήταν σαν οι ηθοποιοί να είναι «έτσι», σαν να βλέπαμε ένα ντοκουμέντο από τη ζωή τους και όχι πλασμένους χαρακτήρες. Πώς δουλέψατε με αυτά τα δύο στοιχεία;
X: Πήραμε πολλές συνεντεύξεις, μιλήσαμε με πολλούς ανθρώπους, πήγαμε σε αρκετές συνελεύσεις και παράλληλα συζητήσαμε πολύ μεταξύ μας τις προσωπικές μας απόψεις και εμπειρίες.
Δεν είναι μόνο το τελικό κείμενο το οποίο φέρουμε στη σκηνή. Νομίζω ότι είναι σαν να φέρουμε στο μυαλό και στον τρόπο μας, όλες τις ιστορίες των ανθρώπων που ακούσαμε, ακόμα και αν δεν εντάχθηκαν στον τελικό κορμό του κειμένου.
Μπορεί οι χαρακτήρες της παράστασης να μην είναι πραγματικοί άνθρωποι, αλλά εμείς είμαστε πραγματικοί άνθρωποι και έχουμε υπάρξει πραγματικά μέσα σε ομάδες. Οπότε, αναπόφευκτα, κάτι από αυτή την εμπειρία περνάει στον τρόπο που τους ερμηνεύουμε.
Διαβάζοντας το κείμενο τώρα, βλέπω μέσα του τις εμπειρίες, βλέπω τις σκέψεις ανθρώπων που έχουν περάσει από συλλογικότητες, που έχουν προσπαθήσει, έχουν πονέσει, έχουν πληγωθεί, έχουν ματαιωθεί, έχουν παραιτηθεί και μετά έχουν ξαναπροσπαθήσει. Ίσως τελικά γι’ αυτό οι χαρακτήρες να μοιάζουν τόσο αληθινοί. Γιατί παρόλο που είναι φτιαχτοί, έχουν μέσα τους κομμάτια από πραγματικούς ανθρώπους και πραγματικές εμπειρίες.
N: Ναι και επίσης από υποκριτική σκοπιά, μας ενδιαφέρει πολύ αυτή η λεπτή ισορροπία ανάμεσα στον χαρακτήρα και στον άνθρωπο που τον υποδύεται. Νομίζω βοήθησε αφενός το ότι εξοικειωθήκαμε όλοι στις πρόβες με όλο αυτό το εξωγενές ερευνητικό υλικό, αφετέρου το ότι όλοι οι χαρακτήρες αποτελούνται από στοιχεία που έχουν οι ηθοποιοί και στη ζωή τους είτε μεγεθυμένα, είτε παραμορφωμένα, είτε δοσμένα υπό ένα διαφορετικό φίλτρο. Αυτή η ισορροπία βεβαία είναι ρευστή. Απαιτεί από τους ηθοποιούς μεγάλη ακρίβεια στις παραστάσεις, γιατί αφενός πρέπει να μοιάζουν με τους εαυτούς τους, αφετέρου πρέπει να υπερασπιστούν την φόρμα της παράστασης που σε σημεία είναι πιο γκροτέσκα, θεατρική, σχηματική, σουρεαλιστική.

Είναι καταδικασμένες οι συλλογικότητες να κάνουν τον κύκλο τους στον χρόνο και να διαλύονται; Θα μπορούσαμε να κάνουμε μια αναλογία με τις νέες ομάδες που ξεκινούν με έναν κοινό στόχο και με ενθουσιασμό, που στην πορεία αλλάζει;
Ν: Δεν θα έλεγα ότι είναι καταδικασμένες να διαλύονται. Είναι αποτέλεσμα παρά πολλών παραμέτρων η διάλυση τους και θα ήταν άδικο να μιλήσουμε γενικόλογα και σχηματικά. Κάθε ομάδα παλεύει με τα δικά της φαντάσματα. Σίγουρα πάντως υπάρχουν κοινά μοτίβα που εμφανίζονται στις αφηγήσεις διάλυσης: η εξάντληση από μια ζωή που σχεδιάζεται για να «μην αντέχουμε άλλο», η πάλη μας να υπάρξουμε συλλογικά σε έναν κόσμο ακραίας εξατομίκευσης και υποκειμενοποίησης, η αλλαγή του σκοπού, η ανάγκη δημιουργίας εσωτερικών ή εξωτερικών εχθρών για να οριστεί ένα μια «ταυτότητα», η έλλειψη κοινής γλώσσας, η μη ισότιμη ανάληψη ευθύνης, η κλειστότητα ή η ανοιχτότητα, η εκάστοτε κοινωνική συγκυρία και οι πιέσεις που δημιουργεί — όλα αυτά εμφανίζονται ως μοτίβα και πάνω σε αυτά δουλέψαμε στην παράσταση.
Εσείς, ως ομάδα, όπως είπαμε και νωρίτερα, ξεκινήσατε από τη Θεσσαλονίκη. Σας βρίσκουμε όμως όλες/όλους τώρα στην Αθήνα, σωστά; Πώς και γιατί έγινε αυτή η μετάβαση; Ήταν μια συλλογική απόφαση; Ήταν (αναγκαστική) προϋπόθεση αυτή η μετακίνηση για να συνεχίσετε να δημιουργείτε μαζί;
Χ: Η μετάβαση στην Αθήνα δεν ήταν μια συλλογική απόφαση της ομάδας, αλλά προέκυψε ατομικά για τον καθένα μας, σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Είμαστε ηθοποιοί και, αναπόφευκτα, όταν θέλεις να κάνεις αυτό το επάγγελμα και να έχεις όσο το δυνατόν περισσότερες επιλογές και την ελπίδα μιας εξωστρέφειας της δουλειάς σου, η Αθήνα μοιάζει σχεδόν μονόδρομος. Αυτή είναι τουλάχιστον η αρχική σκέψη. Το κατά πόσο επιβεβαιώνεται στην πράξη, θα φανεί.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν συμβαίνουν πολύ σημαντικά πράγματα στη Θεσσαλονίκη ή σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Υπάρχουν άνθρωποι που επιλέγουν συνειδητά να ζήσουν και να δημιουργήσουν εκτός πρωτεύουσας, να χτίσουν εκεί τις δικές τους καλλιτεχνικές διαδρομές, και αυτό όχι μόνο είναι άξιο θαυμασμού, αλλά πραγματικά παράγει αποτελέσματα που δεν υστερούν σε τίποτα από ανάλογα εγχειρήματα της Αθήνας.
Στη δική μας περίπτωση, κάποιοι από εμάς είχαν ήδη κατέβει στην Αθήνα πριν ακόμη ξεκινήσουμε τις πρόβες, άλλοι ήρθαν με αφορμή αυτό. Σιγά σιγά, αυτή η συνθήκη κάπως εδραιώθηκε.
Παρόλα αυτά, προσωπικά, δεν έχω κλείσει εντελώς την πόρτα της επιστροφής στη Θεσσαλονίκη. Νομίζω πως το σημαντικό είναι να μπορείς να επιλέγεις κάθε φορά πού θέλεις να βρίσκεσαι, χωρίς να αισθάνεσαι ότι οι επιλογές σου είναι οριστικές.
Τι πιστεύεις ότι θα άλλαζε το τοπίο και θα έκανε τη συλλογική δράση πιο βιώσιμη σε βάθος χρόνου, με εξέλιξη αντί για λήξη;
Ν: Δεν υπάρχει ομάδα χωρίς χιλιάδες προβλήματα. Το θέμα είναι πώς μια ομάδα δημιουργεί μηχανισμούς για να τα ξεπερνά. Το μυαλό μας είναι κουρδισμένο σε έναν εντελώς ατομοκεντρικό τρόπο επιβίωσης και επιτυχίας. Οπότε, νομίζω του χρειάζεται μια αντίστροφη εκπαίδευση, να έρθει αντιμέτωπο με διαδικασίες που το προκαλούν, που θέτουν στο στόχαστρο τους παραδεδομένους τρόπους να λειτουργεί. Και με διαδικασίες που αφήνουν το «πρόσωπο» στην άκρη, μέσα στις οποίες δεν χρειάζεται να επιβεβαιώνει κανείς διαρκώς την ταυτότητα του. Επίσης – και επειδή πάντα τίθεται το ζήτημα της εξάντλησης στις ομάδες – νομίζω πως χρειάζεται να επανακυριαρχήσουμε πάνω στον χρόνο: να επιλέγουμε εμείς πώς και πού τον ξοδεύουμε, τί κάνουμε μαζί του. Νομίζω πως μας τον έκλεψαν και τρέχουμε απεγνωσμένα να τον βρούμε.
Και μια τελευταία ερώτηση: αν συναντούσατε αυτούς τους ανθρώπους μετά, ποιο θα ήταν το μέλλον που φαντάζεσαι για αυτούς τους χαρακτήρες;
Χ: Ο Βασίλης είναι δάσκαλος σε ένα δημοτικό σχολείο. Έχει συνήθως την πέμπτη και την έκτη δημοτικού και τους μιλάει για τον κόσμο. Τα απογεύματα συνεχίζει να τρέχει σε συνελεύσεις.
Η Σοφία άνοιξε ένα μικρό καφέ μαζί με μια φίλη της. Εξακολουθεί να λέει ναι σε όλα, χωρίς να ξέρει ακριβώς πώς θα πραγματοποιηθούν. Το μαγαζί είναι πάντα γεμάτο κόσμο.
Η Μαρία έχει γίνει νοσηλεύτρια. Ξέρει ότι η φροντίδα δεν είναι κάτι μικρό. Με τους πρώην συντρόφους της εξακολουθεί να τσακώνεται για πολιτικά, ακόμη κι όταν έχουν βγει για να πουν τα νέα τους.
Ο Δημήτρης συνεχίζει να αλλάζει δουλειές. Πότε δουλεύει σε μια μεταφορική, πότε σε οικοδομές, πότε πιάνει ένα μεροκάματο που του βρίσκει κάποιος φίλος. Δεν έχει στεριώσει κάπου, ούτε ξέρει αν το θέλει πραγματικά.
Η Χάρις έχει γίνει υπεύθυνη σε μια αποθήκη εταιρείας διανομών. Οργανώνει τα δρομολόγια, συντονίζει τους εργαζόμενους, λύνει προβλήματα και κρατάει τα πάντα σε σειρά. Ίσως, να έχει μάθει πού αξίζει να επιμένει και πού πρέπει να προστατεύει τον εαυτό της, ίσως πάλι και όχι.
Ο Γρηγόρης έχει γίνει μουσικός σε ένα ωδείο, διδάσκει μουσική σε παιδιά και παίζει τα βράδια με το συγκρότημά του. Ίσως να έχει καταλάβει ότι δεν χρειάζεται να συμφωνούν όλοι για να παίξουν μαζί μουσική.