της Μαρίας Χανδρά

Στoν αρχαιολογικό χώρο Καβειρίου στη Λήμνο, σε ένα τοπίο επιφορτισμένο από την μυστηριακή του αύρα και από το αφιλτράριστο φυσικό περιβάλλον, συναντήσαμε το καλοκαίρι που μόλις πέρασε, τον Φιλοκτήτη του Χάϊνερ Μύλλερ.
Παράσταση ενταγμένη στο Kournos Μusic Festival και στον θεσμό « Όλη η Ελλάδα ένας πολιτισμός», αγγίζει δικαίως την έννοια του site specific θεάτρου, δεδομένου ότι ο χώρος όπου ανέβηκε, βρίσκεται ακριβώς πάνω από τη σπηλιά στην οποία, σύμφωνα με τον μύθο, έζησε ο Φιλοκτήτης, πληγωμένος τόσο από το φίδι που τον δάγκωσε στο πόδι, όσο και από τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του, που τον εγκατέλειψαν εκεί.
Ο Μύλλερ ορμώμενος από το κείμενο του Σοφοκλή, καταθέτει μία διασκευή πιστή σε ορισμένα δεδομένα της τραγωδίας, αλλά και ελεύθερη να επικαιροποιεί τον μύθο και να αναδεικνύει τον, κατά την μπρεχτική προσέγγιση, διδακτικό του χαρακτήρα. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει την πολιτική διάσταση του έργου, ρίχνοντας φως στην καπήλευση του ανθρώπου από τον συνάνθρωπο, συναγωνιστή και στη θυσία αυτού στο βωμό της εκάστοτε ιδεολογίας, είτε ζωντανού, είτε ακόμα και νεκρού. Σε αυτή τη λογική διαφοροποιούμενος από τον Σοφοκλή, οδηγεί το έργο σε ένα ζοφερό φινάλε κατά το οποίο ο Φιλοκτήτης θανατώνεται από τον Νεοπτόλεμο και χρησιμοποιείται ανενδοίαστα από τον ηθικό αυτουργό Οδυσσέα ως «τοτέμ» και μέσον ενίσχυσης της προπαγάνδας των Ελλήνων κατά των Τρώων.
Η σκηνοθεσία του Αλέξανδρου Ευκλείδη, κρατώντας λιτό και ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα, χωρίς περιττά φτιασιδώματα και στοιχεία εντυπωσιασμού, ανέδειξε εύστοχα τη μοναξιά και την απομόνωση του Φιλοκτήτη και επέτρεψε στα στοιχεία της φύσης, στον άνεμο, το φως, το σκοτάδι, τον ήχο των κυμάτων, να λειτουργήσουν πρωταγωνιστικά στην παράσταση, επαληθεύοντας πλήρως την επιλογή να ανέβει το έργο στην εν λόγω τοποθεσία.

Ο Πέτρος Τουλούδης οριοθέτησε τον σκηνικό χώρο με την απολύτως εναρμονισμένη στο περιβάλλον εικαστική-ηχητική του εγκατάσταση, και συνέβαλε δραστικά στη δημιουργία μίας αίσθησης επικινδυνότητας, άμεσα σχετιζόμενης με τον ήχο που παρήγαγαν τα τοποθετημένα στον χώρο, καλαίσθητα μικρά γλυπτά του, κάθε φορά που ο άνεμος ή κάποιος από τους ηθοποιούς, ακουμπούσε τις ενσωματωμένες σε αυτά χορδές. Εξίσου ταιριαστά με το περιβάλλον, σε γήινες αποχρώσεις, με ταλαιπωρημένη υφή και όψη και τα κοστούμια των πρωταγωνιστών, υπογράμμιζαν αθόρυβα την κακουχία των ηρώων και την αναπόφευκτη στρατιωτική τους εξομοίωση.
Πότε με σύμμαχο και πότε με αντίπαλο το φυσικό περιβάλλον και τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του ιερού των Καβείρων, ο Σίμος Κακάλας κατέθεσε μία αξιομνημόνευτη ερμηνεία, αποδίδοντας τις λεπτές αποχρώσεις του ρόλου του, με ειλικρίνεια, ένταση και ανεπιτήδευτη αμεσότητα. Ο ηθοποιός κατάφερε να μεταπηδά από την πικρία και την απογοήτευση, στο μίσος, κι από τη λογική και τον υπολογισμό, στην ανασφάλεια και την εξαθλίωση, με άνεση, μέτρο και συγκέντρωση, αναζωπυρώνοντας συνεχώς το ενδιαφέρον των θεατών για την κατάληξη της υπόθεσης.
Ο Πύρρος Θεοφανόπουλος ξεχώρισε για την έντονη σωματικότητα, την καθαρή φωνή και τις εκφράσεις του προσώπου του, εκ των οποίων αποδόθηκαν, δυναμικά, όλα τα στάδια από τα οποία πέρασε ο Νεοπτόλεμος, αμφιταλαντευόμενος μεταξύ της προσωπικής του αθωότητας και της πολιτικής σκοπιμότητας που τον μετατρέπει σε ακόμη ένα γρανάζι της πολεμικής μηχανής.
Η ερμηνεία του Θανάση Ακοκκαλίδη, σε πιο ήπιους τόνους από τις ερμηνείες των δύο συναδέλφων του, τόνισε τη νηφαλιότητα, τη μεθοδικότητα και τον κυνισμό του Οδυσσέα, ο οποίος ενεργεί με την πεποίθηση και το άλλοθι ότι, όταν πρόκειται για το κοινό συμφέρον, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα.

Πέραν των μεμονωμένων ερμηνειών των τριών ηθοποιών αξίζει να σημειωθεί η μεταξύ τους αλληλεπίδραση και η συμπληρωματική τους διάθεση που λειτούργησε καθόλη τη διάρκεια της παράστασης οδηγώντας σταδιακά στο τραγικό φινάλε του έργου με τον Οδυσσέα απόλυτο νικητή, τον Νεοπτόλεμο σε πλήρη αλλοτρίωση και τον Φιλοκτήτη, «χρήσιμο πτώμα», για τους σκοπούς της προπαγάνδας.
Πολλές ερμηνείες έχουν δοθεί σχετικά με τις προθέσεις του Μύλλερ όταν ασχολήθηκε με την επαναδιατύπωση του Φιλοκτήτη, ιδωμένου μέσα από τα δικά του φίλτρα και τα κοινωνικοπολιτικά του βιώματα. Άλλοι μιλούν για την εργαλειοποίηση του ανθρώπινου σώματος και την εκμετάλλευση των νεκρών από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα και άλλοι ανακαλύπτουν βαθύτερες έννοιες στον πυρήνα του έργου αποδίδοντάς του έναν πιο ευρύ, σχεδόν μεταφυσικό χαρακτήρα.
Είτε κανείς επιλέξει τη μία ή την άλλη ερμηνεία και προσέγγιση, το βέβαιο είναι ότι στην παράσταση του Αλέξανδρου Ευκλείδη ο πυκνός, ποιητικός λόγος του Μύλλερ, όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Ελένη Βαροπούλου, ακούστηκε και επικοινωνήθηκε επάξια στο κοινό, προκαλώντας στον σύγχρονο θεατή, βαθύ προβληματισμό κι ένα αίσθημα προσωπικής ευθύνης. Σε αυτό συνέβαλε οπωσδήποτε και ο ίδιος ο αρχαιολογικός χώρος, ο οποίος, σε άμεση συνάρτηση με την ανθρώπινη παρουσία, πήρε ξανά ζωή, ένωσε νοερά το τότε με το τώρα και υπογράμμισε το ρόλο του παρελθόντος στη διαμόρφωση και την εξέλιξη του παρόντος και του μέλλοντος.