Η δραματουργία της Τζένης Δάγλα

Συντάκτης: Εύα Σαραγά
Συγγραφέας: Τζένη Δάγλα

Θωρώντας τη γονική μας γύμνια

Τζένη Δάγλα. Μια γραφή που δεν χωρά σε στεγανά

Από την παράσταση Η Γυάλα σε σκηνοθεσία Άσπας Τομπούλη, στο θέατρο Φούρνος με την Μάνια Παπαδημητρίου (2017) @Χριστίνα Παπούλια

Μέσα από το πέπλο του ονείρου, εκεί όπου η σκηνή πάλλεται από ψιθύρους και σκιές, αναδύεται η γραφή της Τζένης Δάγλα. Μια γραφή απρόβλεπτη, που ταξιδεύει ανάμεσα στο φανταστικό και το πραγματικό, το άγνωστο και το γνώριμο, μια γραφή που δεν χωρά σε στεγανά και πλάθει κόσμους όπου το απίθανο βαδίζει πλάι στο αυτονόητο. Τα έργα της, οδηγούν τον θεατή σε μονοπάτια όπου η φαντασία γίνεται όργανο αλήθειας. Πρόσωπα απτά και αέρινα συνάμα, σπαράζουν σε ρευστούς χώρους-σκηνικά που μεταμορφώνονται αδιάκοπα. Στον πυρήνα τους, μια κραυγή για τη μοναξιά, την αδικία, τη σκληρότητα που αφήνει τον άνθρωπο εκτεθειμένο στο κέντρο του κόσμου.

Στο Time, please!, αινιγματικές φιγούρες, κινούνται αργά σε μια σκηνή που δεν ανήκει ούτε στο παρόν ούτε στο παρελθόν. Σώματα γυμνά, σχεδόν διάφανα. Πάνω τους κρέμεται ένα μωρό – το ανεξίτηλο βάρος του φόβου. Ένα  μωρό που δεν είναι παιδί, αλλά  μνήμη θανάτου. Γεννιέται μαζί τους και καθώς τους ακολουθεί σιωπηλά, γίνεται κομμάτι δικό τους. Και αυτοί το κουβαλούν μαζί τους, αγκαλιάζοντας την περατότητά τους.  Γύρω τους, μέσα από θραύσματα ζωής,  ακούγονται φωνές. Οι θαμώνες ενός μπαρ, φωνές μοναχικές και καθημερινές, κραυγάζουν την κοινή τους επιθυμία για χρόνο: «Time, please!». Όχι χρόνο απέραντο, μα λίγο ακόμη. Για μια λέξη, μια επαφή, μια ανάσα. Γιατί ακόμη και κάτω από τη σκιά της απώλειας, η ζωή αξίζει να ειπωθεί, να παιχτεί και να υπάρξει.

Στο H Άγνωστη Χώρα , δύο γυναίκες εκ διαμέτρου αντίθετες, η άστεγη Junkie και η αστή Κυρία, συναντιούνται στο φαρδύ πεζούλι ενός δρόμου. Ο πόνος τους, η μοναξιά τους και το δέος μπροστά στο τρομακτικό κενό της ύπαρξης τους, μιας ύπαρξης  εκκενωμένης από  τον πυρήνα των σημασιών της, τις οδηγεί στην κοινή αντίληψη ότι και οι δύο  βρίσκονται  στο πεζοδρόμιο της ζωής: η Junkie δοσμένη στον αφτιασίδωτο εθισμό της  και η Κυρία  στην φτιασιδωμένη αλλά  ασήμαντη ζωή της καλομαθημένης αστής. Και οι δύο στερημένες από αγάπη και θαλπωρή. Η Junkie χωρίς γονείς, η Κυρία με πρόσφατο το πένθος από το θάνατο της μοναχοκόρης της. Μόνες, με τα τραύματα και τις οδυνηρές ζωές τους και τις αναμνήσεις τους  θολές και αιμάσσουσες. Τα λόγια τους, λεκτικές αποτυπώσεις δύο κατακερματισμένων συνειδήσεων : « Σε αυτή τη ζωή/της σπασμένης εικόνας/του φόβου/ σε αυτή τη ζωή/ που τη ζούμε με μάτια/ που δεν βλέπουν πέρα/ το κομμάτι/γεμάτο ομίχλη και γκρίζο/ που δεν κατοικεί κανείς/ το κομμάτι/που λείπει από τα θρύψαλα της εικόνας/ μισός εαυτός στα θρύψαλα της εικόνας/…» Η συνάντηση των δύο γυναικών με τον «Περαστικό» , μοιραία δίνει τη «λύση» γιατί ποιος μπορεί να αντικρύσει, ποιος μπορεί να βιώσει τον φόβο του κενού, ποιος μπορεί να αντικρύσει  την «Άγνωστη χώρα»; Η θεατρικότητα είναι για την Τζένη Δάγλα τρόπος ύπαρξης. Η σκηνή γίνεται τόπος μεταμόρφωσης. Το φως και η σκιά συμμετέχουν στο δράμα όπου το ασύλληπτο αποκτά μορφή και το καθημερινό αγγίζει το υπερβατικό.

Όπως στο έργο Ο Παύλος Βρέλλης έφτιαξε ένα Μουσείο στα Ιωάννινα και κάπως προβληματίζεται, όπου  αντιλαμβανόμαστε πως ο άνθρωπος δεν γεννήθηκε για να περιορίζεται στις γνωστές διαστάσεις. Το βλέμμα του πάντα αναζητά κάτι πέρα από το ορατό, το σώμα του νοσταλγεί κάτι που δεν έχει ακόμα υπάρξει. Κι όταν ο κόσμος δεν του το προσφέρει, εκείνος το πλάθει μόνος του – με κερί και όνειρο. Ο σημαντικός έλληνας γλύπτης – δημιουργός του Μουσείου Ελληνικής Ιστορίας στο Μπιζάνι – στο έργο της Ευγενίας Δάγλα, δεν σμιλεύει απλώς μορφές.  Τα κέρινα ομοιώματά του ζωντανεύουν από τη μνήμη, συνομιλώντας με τον δημιουργό τους. Εκείνος δεν αναζητά πια ήρωες, αλλά την ίδια την Επανάσταση – εκείνη που κουράστηκε από τους ανθρώπους και τους άφησε πίσω, παίρνοντας μαζί της τα λόγια τα μεγάλα.  Τα έργα του Βρέλλη είναι μια απόπειρα να ξαναπάρει πνοή αυτό που λησμονήθηκε. Μέσα από ένα ταξίδι μνήμης στο έργο του έλληνα γλύπτη, η Τζένη Δάγλα μας κάνει να ελπίζουμε, δείχνοντάς μας πως η Ιστορία να μην είναι πια κάτι τόσο μακρινό.

Στο έργο της Γουρούνα. Αθώος. η συνάντηση δύο ανθρώπων είναι μετέωρη· είναι μια κίνηση προς, αλλά ποτέ εντελώς. Δύο άνθρωποι — δύο παρελθόντα που δεν ζυγίζουν το ίδιο, μα πονάνε εξίσου — ακουμπούν στιγμιαία ο ένας στον άλλον, σαν κύματα σε αντικριστές ακτές. Εκείνος, πρώην κατάδικος δίχως έγκλημα, περπατά στον κόσμο ξανά, με βήματα αβέβαια και μάτια μαθημένα στο σκοτάδι πίσω από κάγκελα. Παρά την αθωότητά του, η ζωή δεν του χαρίστηκε και συνέχισε χωρίς αυτόν. Εκείνη, η «γουρούνα» όπως υποτιμητικά την έλεγε ο εισαγγελέας πρώην σύζυγος της, κάποτε διακεκριμένη αστή που τώρα δουλεύει ως μανικιουρίστα, ξεβάφοντας τη ζωή της σε κάθε μανό που σβήνει.

Ανάμεσά τους, η σιωπή – γεμάτη από τους κατ’ ιδίαν μονολόγους τους. Βλέμματα που κρατούν  πιο πολύ από μια εξήγηση, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετά.  Ο χρόνος στάζει αργά, καθώς οι δυο αυτοί άνθρωποι ακροβατούν ανάμεσα στην επιθυμία να ξαναγεννηθούν και στον φόβο πως όλα πια είναι μάταια. Μια συνάντηση σε αναμονή. Ένα τέλος που ίσως να είναι αρχή — αν μόνο καταφέρει το παρελθόν να σωπάσει για λίγο.

Στα έργα της Τζένης Δάγλα, το σώμα του ηθοποιού φέρει μύθους και πληγές. Όπως η ηρωίδα της Γυάλας, όπου η αφήγηση μιας μοναχικής γυναίκας για τον άτυχο έρωτά της αλλά και για την αυτοκτονία ενός γείτονα, έχουν ως μοναδικό αποδέκτη το χρυσόψαρο που κολυμπάει στη γυάλα. Σ’ αυτό το γυάλινο σύμπαν, οι λέξεις φτάνουν σαν απόηχος στο ψαράκι της που δεν την διακόπτει ποτέ. Ο έρωτάς της, μια θύμηση ακυρωμένη , μια υπόσχεση που στέγνωσε καθώς οι  μέρες κυλούν και η απουσία του άλλου γίνεται πιο ορατή από την παρουσία του. Και κάποια  στιγμή, σκάει η είδηση: ο γείτονας, «έφυγε». Από το ίδιο του το χέρι.  Ένας θάνατος που εντυπωσιάζει για λίγο μόνο, και μετά ξεχνιέται. Κι εκείνη, χαμένη ανάμεσα στις μνήμες ενός  έρωτα που δεν προχώρησε, και στο «γιατί» της αυτοχειρίας του γείτονα, νιώθει πως κανένας πόνος  δεν είναι μοναδικός, αν και όλοι πονούν με διαφορετικό τρόπο.

Στο Καραγκιόζ, η ιδέα βασίζεται στον λαϊκό ήρωα του θεάτρου σκιών. Πρόκειται για την αληθινή ιστορία του αδελφού του παππού της συγγραφέως, Νικόλαου Σπυριούνη που σκοτώθηκε στον Εμφύλιο το 1946.

Η συγγραφέας, ίσως στο πιο μεστό της έργο, μιλάει για την εποχή που οι άνθρωποι βάδιζαν σαν φιγούρες πίσω από πανί, ζωγραφισμένοι με μαύρο μελάνι, όλοι σκιές — αδέλφια, φίλοι, εχθροί, όπως ακριβώς στο Καραγκιόζ-μπερντέ που κανείς δεν ήξερε ποιος κρυβόταν πίσω από ποια φιγούρα. Μιλάει για την πιο ζοφερή εποχή της ελληνικής ιστορίας, την εποχή του Εμφυλίου, όπου ο φόβος κρατούσε το φανάρι και η διχόνοια έδειχνε τον δρόμο. Ο ήρωάς της, ο Νίκος, δεν ήταν απ’ αυτούς που ένιωθαν μίσος, δεν ξεχώριζε τον εαυτό του από τους άλλους, δεν έβλεπε τους συνανθρώπους του σαν εχθρούς. Κι όμως , χάθηκε τότε — όχι απλώς από σφαίρα, μα από χέρια του ψυχαδελφού του, που είχαν κάποτε μοιραστεί μαζί ψωμί. Η εποχή πέρασε, μα άφησε πίσω της τη θλίψη σαν σκιά στον τοίχο. Κανείς δεν την ξεχνά — ακόμα κι εκείνοι που γεννήθηκαν χρόνια μετά, κουβαλούν τη βουβή μνήμη της. Είναι η λύπη του τόπου, η λύπη που δεν γράφεται σε βιβλία μα διαπερνά γενιές. Κι ενώ κάποτε  στο θέατρο σκιών οι φιγούρες γελούσαν,  στον Εμφύλιο το γέλιο σβήστηκε κι έμεινε μόνο το φως του μπερντέ να τρεμοπαίζει στις σκιές των προγόνων.

Στο Έργο της Τζένης Δάγλα, υπάρχει βαθύς και ουσιώδης ανθρωπισμός. Υπάρχει η πίστη πως ο άνθρωπος, όσο πληγωμένος κι αν είναι, έχει ακόμη φωνή. Κι αυτή η φωνή, έστω σπασμένη, μπορεί ν’ ακουστεί. Πρόκειται για μια γραφή-παλμό. Για ένα βλέμμα που διαπερνά την επιφάνεια και μας θυμίζει πως το θέατρο δεν είναι ψυχαγωγία, μα καθρέφτης της ανθρώπινης αλήθειας – μιας αλήθειας που πάλλεται ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα. Όπως οι λέξεις της και οι σιωπές της.

Μετάβαση στο περιεχόμενο