Η Διονυσία, μετά τον θάνατο των γονιών της, ζει μόνη της, με παρέα λιγοστούς μόνο ανθρώπους, και, κυρίως, μαζί τις γάτες της αυλής της και τα τραγούδια της στο κασετόφωνο. Είναι πάντα έτοιμη να ανοίξει την καρδιά της και το σπίτι της σε κάθε περαστικό, φορώντας ρούχα χρωματιστά και ψήνοντάς του ελληνικό καφέ. Μια μέρα, την επισκέπτεται ο Τζώρτζης, ένας νεαρός που δεν μένει στο χωριό. Γρήγορα τον εμπιστεύεται και ανταλλάσσει μαζί του όμορφες κουβέντες, τη ρωτάει πολλά άλλωστε. Ώσπου, στο σπίτι, εισβάλλουν βίαια τα παιδιά του χωριού. Ένας «όχλος» γεμάτος μίσος και τυφλωμένα από θυμό, τα παιδιά επιτίθενται στην πράα Διονυσία, σε αυτό το πλάσμα που ποτέ δεν αδίκησε κανέναν. Την χλευάζουν, την τραυματίζουν, σωματικά και πνευματικά. Όμως, η Διονυσία, αναγεννάται μέσα από τον πόνο της, καταφέρνει να δει σε απόσταση τη ζωή της, καταφέρνει να αντικρίσει την αλήθεια του Ανθρώπου κατάματα και να συγχωρέσει τα παιδιά για αυτή τους την πράξη. Προσεύχεται για αυτά στο νεκροκρέβατό της, ελπίζοντας στην αιώνια σωτηρία των ψυχών τους.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου