Δίπλα σε μια λίμνη διαδραματίζεται το έργο στην όχθη της λίμνης, όπως υποδηλώνει και ο τίτλος του. Εκεί, ο άρχοντας του τόπου, ζει -επιτέλους- τον αγνό έρωτά του με τη νεαρή αγαπημένη του. Οι σύντροφοί του και οι άντρες του, όμως, έχουν αρχίσει να ανησυχούν που η κεφαλή του τόπου, δεν έχει μάτια και αυτιά παρά μόνο για εκείνη· οι εχθροί, έχουν αρχίσει να τούς πλησιάζουν απειλητικά και τίποτα δεν θα τούς σταματήσει εάν πέσουν στα χέρια τους. Παρά τις προσπάθειές τους να τον μεταπείσουν, εκείνος πιστός στο πρωτόγνωρο συναίσθημα που τον έχει κατακλύσει, αρνείται να δράσει προς οποιαδήποτε κατεύθυνση.
Εντελώς αναπάντεχα, η νεαρή γυναίκα πεθαίνει, την στιγμή που βγαίνει στον κήπο να κόψει ένα λουλούδι, ένα κατακόκκινο λουλούδι που για πρώτη φορά φυτρώνει σε αυτό τον τόπο. Η πιστή υπηρέτρια φέρνει τα αισχρά νέα και προσπαθεί να τον παρηγορήσει.
Εκείνος, περνάει ολόκληρες μέρες και νύχτες δίπλα στο νεκρό της σώμα, ως ένδειξη παντοτινής πίστης και αγάπης. Αρνείται να την αποχωριστεί, έστω κι έτσι, και διόλου δεν θέλει να την θάψει βαθιά μέσα στη γη, παρά τις προσπάθειες του θρησκευτικού άρχοντα του τόπου, του Επισκόπου. Ώσπου, όλα αλλάζουν, όταν ο Επίσκοπος, καθώς δίνει ευχές στην άτυχη γυναίκα για να αναπαυθεί αιωνίως η ψυχή της, ανοίγει το στόμα της και εμφανίζεται ένα δαχτυλίδι.
Το δαχτυλίδι αυτό μέλλεται να γίνει το αντικείμενο που θα μαγέψει τον άρχοντα τόσο πολύ, που ακόμα κι όταν το φοράει ο Επίσκοπος, δεν μπορεί να συγκρατήσει τα συναισθήματά του και το πάθος του. Επιθυμεί διαρκώς να έρθει κοντά του, να του εξομολογηθεί την αιώνια πίστη και αφοσίωσή του, ξεχνώντας ολωσδιόλου τη νεκρή γυναίκα του, αλλά και τη θέση του ως άρχοντα του τόπου. Όμως, οι εχθροί πλησιάζουν ολοένα και περισσότερο, ήδη έχουν αφανίσει πολλούς από τους υπηκόους του και έχουν μολύνει με τις ανόσιες πράξεις τους τον τόπο αυτό.
Ο Επίσκοπος, θέλοντας να σωθεί από τα αιματοβαμμένα χέρια τους, αλλά και να ξεφύγει από τον τρελό αυτό έρωτα που έχει πλημμυρίσει την καρδιά και το νου του άρχοντα, πετάει το δαχτυλίδι στη λίμνη, με όλη του την δύναμη.
Από εκείνη τη στιγμή κι έπειτα, ο άρχοντας δεν κάνει άλλο παρά να κοιτάζει τη λίμνη με έναν έρωτα πράο, συνειδητό, τον έρωτα αυτό της γλυκιάς μελαγχολίας που διακατέχει όλους όσους φτάνουν στο τέλος της ζωής τους. Ο άρχοντας σώνεται από τα χέρια των εχθρών, όταν τον βλέπουν να τρώει το δηλητηριώδες λουλούδι, το ίδιο εκείνο που έφαγε η νεαρή του αγαπημένη και πέθανε· θα πεθάνει αργά και βασανιστικά, προσφέροντάς τους ικανοποίηση. Αλλά δεν πεθαίνει. Γέρνει το σώμα του στη λίμνη, την ήσυχη αυτή υγρή μάζα, και με μιας, κάπως ονειρικά και κάπως μεταφυσικά, μεταμορφώνεται σε λεύκα της λίμνης· θα ζήσει παντοτινά δίπλα στην αγαπημένη του και ο ένας θα προσφέρει στον άλλο την αέναη αγαλλίαση.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου