Όταν ήρθε η ώρα του Τελευταίου απογόνου της Ηπείρου, σε εποχή που ξεπερνά τον χώρο και τον χρόνο, ο ψυχοπομπός τον οδηγεί στον Αχέροντα. Δίνοντας τον οβολό του, ο Βαρκάρης τον ρωτά αν γνωρίζει ποιος είναι. 3 φορές του κάνει την ερώτηση και ο Τελευταίος που ούτε όνομα έχει ούτε καταγωγή, του απαντά πως δεν γνωρίζει.
Τότε τον οδηγεί στο Νεκρομαντείο όπου χρησμό δε δίνει, αλλά φωνή στους πεθαμένους συγγενείς μακρινούς στον χρόνο, οι οποίοι έρχονται και τον καλούν να μάθει τι έγινε και είναι αυτοί εδώ. Ο Βαρκάρης οδηγεί τον μπερδεμένο Τελευταίο στη μέση της Λίμνης λέγοντας πως ο Άδης δεν μπορεί να τον δεχτεί, γιατί αυτοί που δεν έχουν μνήμη και ταυτότητα δεν μπαίνουν μέσα. Εκεί το Πικρό Νερό τον προκαλεί και τον βουλιάζει στον χρόνο, πίσω στο σημείο όπου το Χωριό που Άντεξε στις 7 μάχες κατατροπώνεται την 8η και δε μένει κανείς, το 1821.
Τι συνεβη τότε που κανείς δεν είδε τα σημάδια που προμήνυαν την καταστροφή της Ιστορίας; Τότε που ο Τελευταίος ήταν μικρός και ενώ δεν έβλεπε τα αναγνώρισε καλύτερα από όλους; Μα κανείς δεν τον πίστεψε. Ποιος θα μείνει να συνεχίσει την ιστορία;
Το πικρό νερό μιλάει για τον Τελευταίο αοιδό, φύλακα της μνήμης και της Ιστορίας, ο οποίος όμως με τα χρόνια δε θυμάται ούτε ποιος είναι ούτε τι έχει συμβεί. Και άνθρωπος χωρίς μνήμη είναι ανθρωπος χωρίς ταυτότητα. Επιχειρώντας ένα ταξίδι πίσω στον χρόνο, προσπαθεί να θυμηθεί τα σημαντικά γεγονότα που όρισαν μια από τις μεγαλύτερες σφαγές και ήττες της Ηπείρου, τότε που δεν έμεινε κανείς πέρα από αυτόν.
Την εποχή της Επανάστασης οι τυφλοί αοιδοί συνηθίζουν, τόσο στη στεριανή Ελλάδα όσο και στα νησιά, να μαθαίνουν απέξω όσα περισσότερα τραγούδια μπορούν, κάθε λογής και κάθε εποχής. Μερικοί μαθαίνουν στο τέλος μια τεράστια ποσότητα, και όλοι ξέρουν άφθονα. Με τον θησαυρό αυτόν στη μνήμη, περπατούν ολοένα, περιτρέχουν την Ελλάδα πάνω-κάτω από την άκρη του Μοριά ως την Κωνσταντινούπολη, από τις παραλίες του Αιγαίου σ’ αυτές του Ιονίου. Πάνε από πόλη σε πόλη, από χωριό σε χωριό, και τραγουδούν στον κοσμάκη που μαζεύεται αμέσως γύρω τους, όπου κι αν φανούν, εκείνα τα τραγούδια που θεωρούν πως ταιριάζουν πιο πολύ είτε στον τόπο είτε στην περίπτωση, και παίρνουν μια μικρή αμοιβή, που είναι όλο το εισόδημά τους. Οι τυφλοί αοιδοί της επαναστασης μοιάζουν πολύ με τους αρχαίους ραψωδούς και λειτουργούν σαν στρατιωτικές εφημερίδες εκείνης της εποχής, ενημερώνοντας για τα γεγονότα τον απλό λαό σε όλη την Ελλάδα. Θεωρούνται φύλακες της μνήμης και της ιστορίας.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου