Μια κόρη γύρω στα 35 επιστρέφει στο πατρικό της στην Ελλάδα, όπου τη συναντά η 60χρονη μητέρα της. Η επίσκεψη αρχίζει με αμηχανία, καθημερινές κουβέντες και πειράγματα για φαγητό, καπνίσματα, παλιούς έρωτες. Γρήγορα όμως ανοίγουν ρωγμές: η μητέρα ξεχνά πράγματα, γκρινιάζει για τον γιο που την παραμελεί, ειρωνεύεται τις σχέσεις της κόρης και σχολιάζει τον ξένο σύντροφό της. Η κόρη προσπαθεί να κρατήσει ισορροπία, αλλά οι συνεχείς επικρίσεις για την προσωπική της ζωή, τη δουλειά της στο εξωτερικό, τις επιλογές της, την οδηγούν σε έκρηξη. Η κουβέντα ξεφεύγει σε τραύματα του παρελθόντος: χρέη, θρησκεία, μετανάστευση, οικογενειακή βία. Η κορύφωση έρχεται όταν η κόρη ξεστομίζει ότι ο πατέρας τους δεν πέθανε αλλά αυτοκτόνησε – μυστικό που η μητέρα αρνείται να παραδεχτεί. Η σύγκρουση γίνεται ακραία: η κόρη κατηγορεί τη μητέρα ότι με την τοξικότητά της οδήγησε τον πατέρα στον θάνατο και δηλώνει ότι από εκείνη τη στιγμή την διαγράφει. Παίρνει τη βαλίτσα της και φεύγει οριστικά, ορκιζόμενη ότι δεν θα ξαναπατήσει στην Ελλάδα. Η μητέρα μένει μόνη, συντετριμμένη αλλά και πεισματικά σκληρή· στο τέλος μένει με μια οικογενειακή φωτογραφία στο χέρι, πριν ακουστεί το σπάσιμο γυαλιού και πέσει σκοτάδι.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτου