Play diving no 5  | Τζένη Τζένη

Μαρία Χανδρά

Πώς μπορεί να αποτυπωθεί στη θεατρική σκηνή ένα όνειρο, μία μνήμη που έχει καταγραφεί στο υποσυνείδητό μας σαν αναπόσπαστο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς; Πώς μπορεί να αποτιθεί φόρος τιμής σε μία ολόκληρη γενιά ηθοποιών που με τις ερμηνείες τους άφησαν ανεξίτηλο σημάδι και στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και στις καρδιές των θεατών; Σε αυτά τα ερωτήματα μοιάζει να απαντά ο Νίκος Καραθάνος με τη δική του ανάγνωση και σκηνοθετική ματιά στο Τζένη Τζένη του συγγραφικού διδύμου των Πρετεντέρη-Γιαλαμά.

Η υπόθεση του έργου, λίγο πολύ γνωστή σε όλους από την κλασική  κινηματογραφική ταινία, αναφέρεται στον εξαναγκασμό δύο νέων, της Τζένης Σκούταρη και του Νίκου Μαντά στη σύναψη γάμου, για λόγους πολιτικού συμφέροντος και στην εν συνεχεία αβίαστη τροπή του λευκού αυτού γάμου σε πραγματική σχέση, αγάπης και έρωτα.

Η παράσταση του Καραθάνου πιστή στο πνεύμα της ταινίας, πάει την κωμωδία ένα βήμα παραπέρα. Υπογραμμίζει τα σκοτεινά σημεία του έργου και σατιρίζει με εύστοχη λεπτότητα την επικαιρότητά του, 61 χρόνια μετά από το έτος που το έγραψαν οι δημιουργοί του. Σε ένα σκηνικό περιβάλλον υψηλής αισθητικής, ο Κωνσταντίνος Σκουρλέτης συνδιάζει, με ευφάνταστο τρόπο, ετερόκλιτα σκηνικά αντικείμενα και επιτυγχάνει ένα συνολικό οπτικό αποτέλεσμα μέσα στο οποίο τίποτα δεν περισσεύει, τίποτα δεν μοιάζει παράταιρο. Αντιθέτως τα διάφορα επιμέρους στοιχεία, από τα κινεζικά φαναράκια και τα ιδεογράμματα που αναφέρονται στο όνειρο και τη μνήμη, μέχρι τις παρατεταγμένες στη σειρά τηλεοράσεις που παραπέμπουν στις ομοιόμορφες οπές κατά μήκος του κινηματογραφικού film, όλα συντελούν ώστε να προχωρήσει carrè carrè η ιστορία και να συναντηθούν, σταδιακά, το παρόν με το παρελθόν, το θέατρο με τον κινηματογράφο, το όνειρο με την πραγματικότητα.

Το σκηνικό περιβάλλον, ευρισκόμενο σε άμεση συνομιλία και διάδραση με τους  ατμοσφαιρικούς και ταυτοχρόνως αφηγηματικούς φωτισμούς της Ελίζας Αλεξανδροπούλου, επιτυγχάνει  τη διαμόρφωση επί σκηνής δύο ξεχωριστών  επιπέδων αφήγησης. Ενός που αφορά το ίδιο το έργο και ενός άλλου που έχει να κάνει με τις αναμνήσεις μας από την ταινία κι από τους ηθοποιούς που πρωτοάρθρωσαν τις εμβληματικές της ατάκες. Αυτό το παιχνίδι που φέρνει κοντά το cast του παρελθόντος και το cast του παρόντος, αφενός προκαλεί την υποδόρια συγκίνηση του θεατή και αφετέρου συνδέει άμεσα την ταινία με την παράσταση, προσδίδοντας στον εφήμερο χαρακτήρα της δεύτερης, κάτι από τον αέναο κι αναλλοίωτο χαρακτήρα της πρώτης.  

Η νοσταλγία για την εποχή της ταινίας και για όλα τα χρόνια που μεσολάβησαν έκτοτε, με το κοινό να μεγαλώνει  απολαμβάνοντάς την ξανά και ξανά, ενισχύεται σαφώς και από τη μουσική του Άγγελου Τριανταφύλλου που συνδυάζεται άρτια με τη μουσική από το κινηματογραφικό soundtrack. Τα κοστούμια του Άγγελου Μέντη  παραπέμπουν άμεσα στην αισθητική των 60’ς, ενώ επίσης χαρακτηριστική και αξιομνημόνευτη είναι η εύγλωττη κινησιολογία της Αμαλίας Μπένετ. Ο Νίκος Καραθάνος και ο Γιάννης Αποσκίτης που υπογράφει τη διασκευή και τη δραματουργική επεξεργασία του κειμένου, φαίνεται να βρίσκονται σε πλήρη εναρμόνιση και συνεργασία με όλους  τους συντελεστές της παράστασης, παραδίδοντας στο κοινό ένα ενιαίο ξεχωριστό σύμπαν, όπου συμπεριλαμβάνονται τα καλοκαίρια των ηρώων του έργου και τα καλοκαίρια των θεατών, τα ελληνικά νησιά με τα μελτέμια τους, τα ξωκλήσια, οι ειδυλλιακές παραλίες, τα πανηγύρια με τους κυκλικούς χορούς, η Μανταλένα, τα Κόκκινα Φανάρια, το Δόλωμα, το Δεσποινίς Διευθυντής και ένα σωρό άλλες ταινίες της Finos Film,  οι οποίες με μια εικόνα ή ένα σκηνικό αντικείμενο, ζωντανεύουν στο μνημονικό μας.

Το «ξύπνημα της μνήμης», βασικός θεματικός άξονας της παράστασης πάνω στον οποίο στηρίζονται τα περισσότερα σκηνοθετικά ευρήματα, κυριαρχεί, ωστόσο δεν επισκιάζει και τον έντονα σατυρικό πυρήνα του έργου. Άλλοτε με πιο λεπτό και άλλοτε με πιο grotesque τρόπο, σχολιάζονται από τη σκηνοθεσία όλα τα κακώς κείμενα που κληροδότησαν οι προηγούμενες γενιές στις νεότερες. Η ρουσφετολογία, η κακομαθημένη πλουτοκρατία με τις παράλογες απαιτήσεις, η εξαπάτηση του λαού από χειριστικούς κομματάρχες και εργατοπατέρες, ο ρόλος της «πανταχού παρούσας» εκκλησιαστικής εξουσίας, η θρησκοληψία, η ανισότητα, οι κοινωνικές απαιτήσεις που πιέζουν τις γυναίκες να χωρέσουν σε ένα ήδη διαμορφωμένο για όλες, καλούπι, μπαίνουν εκ νέου στο σατυρικό στόχαστρο, προκαλώντας στον θεατή γέλιο, αλλά και προβληματισμό για τη σύγχρονη κοινωνικοπολιτική κατάσταση που δεν φαίνεται τόσο βελτιωμένη, όσο θα περίμενε, ή θα ήλπιζε κανείς, σε σχέση με το παρελθόν.

Η σκηνοθετική σύλληψη του Νίκου Καραθάνου επικοινωνήθηκε εύστοχα όχι μόνο στους εκτός σκηνής συντελεστές της παράστασης, αλλά  εξίσου ευκρινώς, και στους ηθοποιούς της. Παρά το γεγονός ότι το πρωταγωνιστικό ζευγάρι εν προκειμένω είναι ηλικιακά ωριμότερο από αυτό της ταινίας, τόσο ο Χρήστος Λούλης όσο και η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, αποδίδουν τους ρόλους τους με φρεσκάδα, δυναμισμό και ενέργεια που ταιριάζει με τη σκηνική ηλικία των ρόλων. Ιδιαιτέρως ο Χρήστος Λούλης έχει πλάσει έναν ολότελα δικό του Νίκο Μαντά, πιθανώς εμπνευσμένος και από πρόσωπο της σύγχρονης πολιτικής σκηνής, προσδίδοντας στον ρόλο έναν έξτρα αέρα ανεπιτήδευτης ανανέωσης. Η επιλογή του ΄Αγγελου Παπαδημητρίου για τον ρόλο της θείας Ματίνας, αποτελεί μία από τις πιο αξιόλογες ιδέες της διανομής, δεδομένου ότι ο ηθοποιός διαθέτει όλα τα εκφραστικά μέσα και τα συναισθηματικά αποθέματα για να αποδώσει, χωρίς υπερβολές, τη στωική «κυματοθραύστη» και αθόρυβη «φύλακα άγγελο» της πρωταγωνίστριας. Το ζευγάρι των Χάρις Αλεξίου και Κώστα Μπερικόπουλου αποδίδει εύρυθμα, τους ρόλους των απαιτητικών και αδίστακτων εφοπλιστών θείων, ενώ η  Ιωάννα Μαυρέα ενισχύει ατακαδόρικα το κωμικό στοιχείο του έργου στον ρόλο της καιροσκόπου, δήθεν πεθεράς,  του Νίκου Μαντά. Η Ζέτα Μακρυπούλια με το physique και τοstyling της παραπέμπει άμεσα στις πρωταγωνίστριες του παλαιού ελληνικού κινηματογράφου και αποδίδει τον ρόλο της με ένα είδος αθωότητας που τον καθιστά πιο ευχάριστο και χαριτωμένο από ποτέ. Ο Γιάννης Κότσυφας σε μικρότερους, αλλά σημαντικούς για το σύνολο ρόλους συνδράμει δυναμικά στο τελικό αποτέλεσμα, στο οποίο συμβάλλουν με την καλοκουρδισμένη συμμετοχή τους στην παράσταση και οι  Μίμης Φραγκόπουλος, Ιωάννα Μπιτούνη και Θάνος Μαγκλάρας. Στο σύνορο όπου η κωμωδία συναντά τη νοσταλγία και το γέλιο συναντά το δάκρυ, βρίσκεται η ερμηνεία του Νίκου Καραθάνου ο οποίος φέρει όλο το βάρος του κόσμου που οραματίστηκε και συνδημιούργησε με τους συνεργάτες του.

Σε αυτόν τον ονειρικό κόσμο, με το προσωπικό ύφος και την αισθητική του σκηνοθέτη, η ζωντανή μουσική υπόκρουση θα θέλαμε να μην ανταγωνίζεται σε ένταση τον λόγο των ηθοποιών, ενώ αν μας έλειψε κάτι είναι ένας βιρτουόζος στο μπουζούκι ο οποίος θα απογείωνε, το χασάπικο που χορεύει μοναδικά η Γαλήνη Χατζηπασχάλη, ως Τζένη. Η σκηνή «μαλλιοτραβήγματος» των γυναικών με μήλο της έριδος τον «εύελπι» πρωταγωνιστή, δείχνει παρωχημένη και αχρείαστη μέσα στο γενικότερο νοσταλγικό και έξυπνο χιούμορ της θεατρικής διασκευής. Σε μία μάλλον μάταιη, αλλά για πολλούς αναπόφευκτη σύγκριση της παράστασης με την ταινία, πιθανώς να λείψει σε κάποιον θεατή της πρώτης, η ελαφρότητα και η φωτεινή ανοιχτωσιά της δεύτερης. Η εν λόγω διαφορά «αύρας» ωστόσο, μεταξύ των δύο, δικαιολογείται απολύτως δραματουργικά, από τον διαφορετικό προσανατολισμό και εστιασμό της σκηνοθεσίας του Νίκου Καραθάνου σε σχέση με την κινηματογραφική σκηνοθεσία του Ντίνου Δημόπουλου. Η λέξη Ρέκβιεμ άλλωστε που δεσπόζει στη σκηνή ως neon ταμπέλα, μας προϊδεάζει εξ’ αρχής για το φίλτρο μέσα από το οποίο θα παρουσιαστεί ενώπιον μας η γνωστή κωμωδία.

Σε κάθε περίπτωση, είτε μέσα από το σκοτεινό φίλτρο του Καραθάνου,  είτε χωρίς αυτό, ο λόγος και οι ατάκες του κειμένου λάμπουν, τόσο από τις ερμηνείες των νέων όσο και των παλαιών πρωταγωνιστών, προκαλώντας άλλοτε το χαμόγελο και άλλοτε το αβίαστο γέλιο μας, ενώ η συγκίνηση παραμονεύει πίσω από κάθε κομμάτι του σκηνοθετικού puzzle. Ενός puzzle που ολοκληρώνεται, επιτυχώς, με ιδιαίτερη φροντίδα, αλήθεια και νοιάξιμο από όλους τους συντελεστές.

Ταυτότητα παράστασης
Πρωτότυπο κείμενο: Κώστας Πρετεντέρης, Ασημάκης Γιαλαμάς
Σκηνοθεσία – σύλληψη: Νίκος Καραθάνος
Διασκευή – δραματουργική επεξεργασία: Γιάννης Αποσκίτης
Σκηνικά: Κωνσταντίνος Σκουρλέτης
Κοστούμια: Άγγελος Μέντης
Μουσική: Άγγελος Τριανταφύλλου
Φωτισμοί: Ελίζα Αλεξανδροπούλου
Κίνηση: Αμάλια Μπένετ
Βοηθός Σκηνοθέτη: Ιωάννα Μπιτούνη 
Συνεργάτες Σκηνοθέτες: Δημήτρης Σταυρόπουλος & Ορέστης Σταυρόπουλος
Φωτογραφίες promo: Γιώργος Καπλανίδης
Φωτογραφίες παράστασης: Ελίνα Γιουνανλή
Βίντεο: Light in the box
Make up: Όλγα Φαλέι
Κομμώσεις: Θωμάς Γαλαζούλας
Διεύθυνση παραγωγής: Έφη Πανουργιά
Επικοινωνία – Γραφείο Τύπου: Μαρία Τσολάκη
Social Media – Διαφήμιση: Renegade Media, Βασίλης Ζαρκαδούλας
Συμπαραγωγή: Τεχνηχώρος Θεατρικές Παραγωγές

Η παράσταση πραγματοποιείται στο πλαίσιο των 100 χρόνων από τη γέννηση του Κώστα Πρετεντέρη.

Μετάβαση στο περιεχόμενο