Ρεαλισμός, αλληγορία και ηθική της διαφορετικότητας στη σύγχρονη ελληνική σκηνή.
Η δραματουργική πορεία του Δημήτρη Φούτσια, η οποία ξεκινά το 2014 και εξελίσσεται έκτοτε με αξιοσημείωτη συνέπεια, συγκροτεί ένα ιδιότυπο και αναγνωρίσιμο σύμπαν γραφής όπου το ρεαλιστικό και το φαντασιακό, το ποιητικό και το παράλογο συνυπάρχουν δημιουργικά. Από τα πρώτα του κιόλας έργα, ο Φούτσιας, διαμορφώνει ένα στέρεο εννοιολογικό υπόβαθρο τόσο στην ψυχολογία των χαρακτήρων όσο και στην εσωτερική λογική του έργου. Αυτή η προεργασία προσδίδει μια αίσθηση πληρότητας και οργανικότητας, ανεξαρτήτως αν η δράση εκτυλίσσεται σε ένα οικείο και καθημερινό πλαίσιο ή σε έναν κόσμο έντονα υπερβατικό.
Αν και η βάση της γραφής του παραμένει ο ρεαλισμός, ο Φούτσιας καταθέτει ένα είδος ποιητικού ρεαλισμού που διανθίζεται από στοιχεία παραλόγου, υπερβολής και ονειρικής μετατόπισης. Δεν είναι τυχαίο ότι στη δραματουργία του διακρίνονται επιρροές από δημιουργούς του Θεάτρου του Παραλόγου, όπως ο Ιονέσκο καθώς και από την ποιητική ευαισθησία που συναντάμε στον αγγλόφωνο λυρικό μοντερνισμό. Ωστόσο, αυτές οι επιρροές δεν λειτουργούν μιμητικά· μεταβολίζονται σε ένα ύφος προσωπικό, όπου το χιούμορ, το φαντασιακό και το κωμικό παράδοξο λειτουργούν ως μέσα αποκαθήλωσης της καθημερινότητας. Τα έργα, Ριγκολιός, το ταξίδι μιας ρίγας(2014), Ο ουρανός κατακούτελα (2017), Η κόρη του θεραπευτή (2019), Meatball(2020), και Η Άννα από ψηλά (2024) αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα αυτής της κατεύθυνσης. Ο συγγραφέας αξιοποιεί συχνά μια μαξιμαλιστική δραματουργική διάθεση που όμως ποτέ δεν χάνει την επαφή με την ανθρώπινη εμπειρία. Το κωμικό και το συγκινησιακό λειτουργούν μαζί, δημιουργώντας ένα ιδιαίτερο υβρίδιο όπου το παράλογο δεν ακυρώνει τον ρεαλισμό, αλλά τον φωτίζει από νέες, συχνά ανατρεπτικές οπτικές.
Η γλώσσα του είναι σύγχρονη, μια καθημερινή προφορικότητα που όμως δεν στερείται λογοτεχνικής υφής. Τα έργα του διαθέτουν έντονη αφηγηματική ποιότητα, χωρίς να παύουν να είναι αυστηρά θεατρικά. Ο λόγος του συγγραφέα λειτουργεί σαν παρτιτούρα∙ ο ρυθμός, οι παύσεις, οι κορυφώσεις δημιουργούν μια σκηνική μουσικότητα που δίνει στους ηθοποιούς και τους σκηνοθέτες περιθώριο ερμηνευτικής ελευθερίας. Το γεγονός ότι ο ίδιος έχει πείρα ως ηθοποιός και σκηνοθέτης γίνεται αισθητό στην ακρίβεια της δομής του κειμένου και στην ιδιαίτερη φροντίδα που δίνει στον τρόπο με τον οποίο οι χαρακτήρες «αναπνέουν» επί σκηνής.
Ο Φούτσιας ενδιαφέρεται βαθιά για τα κοινωνικά φαινόμενα της εποχής του· όχι όμως ως καταγγελία, αλλά ως στοχασμό. Το Meatball αποτελεί ένα από τα πιο εύγλωττα παραδείγματα. Το έργο ξεκινά από ένα σχεδόν φαρσικό εύρημα – την εμφάνιση ενός απρόσμενου αντικειμένου στο σαλόνι ενός αυστηρά βίγκαν ζευγαριού – για να εξελιχθεί σε μια στοχαστική μελέτη της ανθρώπινης υποκρισίας και του φανατισμού. Η βίγκαν ηθική, ως πολιτισμικό σύμπτωμα του σύγχρονου lifestyle, μετατρέπεται σε αλληγορία για κάθε μορφή ιδεολογικού εξτρεμισμού που χρησιμοποιεί την ηθική ως θέαμα και όχι ως στάση ζωής. Η σκωπτική διάθεση του έργου, οι μικρές δόσεις πληροφόρησης, η σταδιακή αποκάλυψη της ανθρώπινης αντίφασης, οδηγούν σε μια ανατρεπτική κατάληξη όπου προτείνεται μια «ετεροτοπική» συνύπαρξη ανθρώπου και ζώου.
Η ενασχόλησή του με κοινωνικούς προβληματισμούς αποτελεί σταθερή δραματουργική στρατηγική που εμφανίζεται ήδη από το πρώτο του έργο, Ριγκολιός, το ταξίδι μιας ρίγας. Η διαφορετικότητα, η εξορία του «άλλου» και η δυσκολία της κοινότητας να αποδεχθεί το ανοίκειο αποτελούν θεμελιώδη μοτίβα της γραφής του. Ο ήρωας του Ριγκολιός αναμετριέται με τους μηχανισμούς κοινωνικού αποκλεισμού μέσα από ένα ταξίδι αυτογνωσίας και ενηλικίωσης, το οποίο θα θεμελιώσει αργότερα μια άτυπη εξαλογία ενηλικίωσης: Ριγκολιός, το ταξίδι μιας ρίγας (2014) – Ευχαριστήριος λόγος (2015) – Αποδημητικό (2016) – Μαδέρα Σως (2018) – Η κόρη του θεραπευτή (2019) – Το χιόνι στα δόντια μου (2022).
Στον Ευχαριστήριο λόγο, εξετάζει τη δυναμική της οικογένειας ως χώρο όπου η ενηλικίωση γίνεται πεδίο σύγκρουσης. Το έργο εκτυλίσσεται μέσα σε μία ημέρα και χρησιμοποιεί το μοτίβο της «επίσκεψης» ως αφορμή για να αποκαλυφθούν μυστικά και αποσιωπήσεις. Ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να παραδώσει ένα παραδοσιακό κοινωνικό δράμα· επιλέγει την κωμική αποφόρτιση, τη λεπτή ειρωνεία και το χιούμορ για να φωτίσει τη στιγμή που το άτομο σπάει τον «ομφάλιο λώρο» της οικογενειακής εξουσίας και διεκδικεί την ταυτότητά του.
Στο Μαδέρα Σως η συντέλεια του κόσμου έχει επέλθει και ο νεαρός έφηβος ζει σε μια κιβωτό με τον ενήλικο καπετάνιο χωρίς να έχει δει ποτέ του τον ήλιο λόγω της βροχής. Ο συγγραφέας επιχειρεί μια συνομιλία με την αλληγορία του σπηλαίου του Πλάτωνα για να καταδείξει ότι η οικογένεια και το περιβάλλον μπορεί να αποτελέσουν τροχοπέδη για το άτομο και την πορεία του προς την αυτοπραγμάτωση.
Στο Η κόρη του θεραπευτή, ο θάνατος ενός νεαρού γίνεται η αφορμή για μια πολυεπίπεδη διερεύνηση της ανθρώπινης ανάγκης για υπέρβαση του πένθους. Ο υπερφυσικός μανδύας του έργου – η υποτιθέμενη επικοινωνία με το πνεύμα του γιου – λειτουργεί ως μεταφορά για τη δυσκολία της αποδοχής και της αλήθειας. Ο συγγραφέας ισορροπεί δεξιοτεχνικά ανάμεσα στο τραγικό και το κωμικό, δείχνοντας πώς ο άνθρωπος, από τον Μεσαίωνα έως σήμερα, αναζητά «θεραπευτικές» μορφές που θα επιβεβαιώσουν την ελπίδα του, ακόμη κι αν αυτές στηρίζονται σε αυταπάτες.
Το Χιόνι στα δόντια μου αποτελεί ίσως το πιο ώριμο και πολιτικά φορτισμένο έργο του. Με αφετηρία τον θάνατο ενός δεκαεπτάχρονου έπειτα από ομοφοβική επίθεση, ο συγγραφέας δομεί μια δραματουργική αναδρομή που θυμίζει κινηματογραφικό φλας μπακ. Ο νεαρός Νέστορας, καθώς το σώμα του σκεπάζεται από το χιόνι, επιστρέφει στον χρόνο και ανασυνθέτει τις τελευταίες του στιγμές μέσα από διαδοχικές συναντήσεις. Η τραγικότητα του γεγονότος δεν μετατρέπεται σε μελοδραματισμό· αντίθετα, η γραφή παραμένει συγκρατημένη και ποιητική.Το έργο αποκαλύπτει την υποκρισία της οικογένειας και της κοινωνίας απέναντι στη σεξουαλική ταυτότητα. Όπως επίσης αναδεικνύει τη νεότητα ως φορέα βαθιάς αλήθειας και αξιοπρέπειας. Η φωνή του Νέστορα γίνεται φωνή όλων όσων αναζητούν χώρο ύπαρξης σε μια κοινωνία που ευαγγελίζεται ότι αποδέχεται τη διαφορετικότητα αλλά συχνά την περιορίζει σε μια επιφανειακή ρητορική.
Μια ακόμη σημαντική θεματική σταθερά στο έργο του Φούτσια αφορά την οικολογική συνείδηση. Στο Μαδέρα Σως, στο Meatball και στο Οι μέλισσες στον πόλεμο, ο συγγραφέας επιχειρεί μια δραματουργική αναμέτρηση με την κλιματική κρίση. Η οικολογική ανησυχία εξάλλου του συγγραφέα διαφαίνεται από το πρώτο του έργο Ριγκολιός, το ταξίδι μιας ρίγας όπως και στον μονόλογο Αποδημητικό όπου η ευαισθησία του ήρωα για τη φύση και τα ζώα είναι παραδειγματική. Στα έργα του, η σχέση ανθρώπου – φύσης, τα ζώα, τα έντομα, η εκμετάλλευση, η καταστροφή και η αισχροκέρδεια συγκροτούν μια ποιητική προειδοποίηση για την ηθική παρακμή της ανθρωπότητας. Ο συγγραφέας αποφεύγει τον διδακτισμό· αντί να υψώνει το δάχτυλο, εκφράζει τους προβληματισμούς του με τρυφερότητα και χιούμορ, αφήνοντας τον θεατή να συνθέσει ο ίδιος τη δική του ηθική θέση. Συχνά υπογραμμίζει ότι η ελπίδα βρίσκεται στους νέους, οι οποίοι παρουσιάζονται ως φορείς μιας νέας, άδολης κοσμοαντίληψης.
Τα έργα του, αν και κινούνται γύρω από κοινές θεματικές, συγκροτούν ένα σαφές και αναγνωρίσιμο δραματουργικό σύνολο, όπου κάθε κείμενο διατηρεί τη δική του αυτονομία και ιδιαιτερότητα. Η διαφοροποίηση του τόπου δράσης και των μορφών σύγκρουσης αποτρέπει την αίσθηση επανάληψης και καθιστά το κάθε έργο πρωτότυπο και ξεχωριστό. Βασικά χαρακτηριστικά της γραφής του είναι ο γρήγορος ρυθμός και ο πυκνός, ευφυής διάλογος. Η ανατροπή και το στοιχείο του σουρεαλισμού διατρέχουν σταθερά τα κείμενά του, τα οποία ξεφεύγουν από τον στενό εθνικό προσδιορισμό και τοποθετούνται σε ένα ευρύτερο, σύγχρονο δυτικό αστικό πλαίσιο δίνοντας μια οικουμενική διάσταση.
Η δραματουργία του Δημήτρη Φούτσια αποτελεί μια σημαντική συμβολή στη σύγχρονη ελληνική σκηνή. Κινείται ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το ποιητικό, στο αλληγορικό και το βαθιά ανθρώπινο· συνδυάζει το χιούμορ με τον κοινωνικό προβληματισμό, την οικειότητα με το φαντασιακό. Στα έργα του, οι «μικρές στιγμές» αποκτούν εκρηκτική ένταση, και οι χαρακτήρες – συχνά περιθωριοποιημένοι, ευάλωτοι, αθώοι ή παρεξηγημένοι – γίνονται φορείς μιας ευρύτερης ηθικής αναζήτησης. Σε μια εποχή όπου η κοινωνία διακηρύσσει την αξία της διαφορετικότητας χωρίς πάντα να την εφαρμόζει, η δραματουργία του λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι η αποδοχή δεν είναι ρητορική αλλά πράξη· και ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να λειτουργήσει ως χώρος αναγνώρισης, κάθαρσης και μεταμόρφωσης.