
Η πορεία της Όλγα Ποζέλη στο σύγχρονο ελληνικό θέατρο διαμορφώνεται μέσα από μια σταθερή αναζήτηση πάνω στα όρια της γλώσσας, της σκηνικής φόρμας και της ίδιας της θεατρικής εμπειρίας. Μέσα από τη δουλειά της με την ομάδα ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ, η σκηνοθετική και δραματουργική της προσέγγιση κινείται διαρκώς ανάμεσα στον λόγο και την αποδόμησή του, στο σώμα, τον ήχο και τη συλλογική performative πράξη, δημιουργώντας παραστάσεις που λειτουργούν περισσότερο ως αισθητηριακά και ποιητικά τοπία παρά ως συμβατικές αφηγήσεις. Από τις πρώτες της σκηνικές αναζητήσεις έως πιο πρόσφατες δουλειές όπως Το Κομπλεξικό, η Ποζέλη φαίνεται να επιμένει σε ένα θέατρο που δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει βεβαιότητες ή εύκολες αναγνώσεις, αλλά να μετατοπίσει τον θεατή, να τον φέρει αντιμέτωπο με τη ρευστότητα της επικοινωνίας, της ταυτότητας και του ίδιου του νοήματος. Μέσα σε αυτή την πορεία, το θέατρο μετατρέπεται για εκείνη όχι μόνο σε χώρο αφήγησης, αλλά σε πεδίο σύγκρουσης ανάμεσα στη γλώσσα, τη σιωπή και την ανθρώπινη ανάγκη για σύνδεση.

Κοιτάζοντας τη μέχρι τώρα πορεία σας, μοιάζει σαν κάθε δουλειά να επιχειρεί μια διαφορετική συνομιλία με τη μορφή και τα όρια του θεάτρου. Τι είναι αυτό που σας ωθεί διαρκώς προς τον πειραματισμό;
Ευχαριστώ πολύ για τις εξαιρετικές ερωτήσεις και για την ευκαιρία να μιλήσω για τη δουλειά μου. Η αλήθεια είναι ότι η πορεία μου με τη ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ είναι μια συνεχής βουτιά στο άγνωστο και κάθε ερώτηση που θέσατε αγγίζει τον πυρήνα αυτής της εξερεύνησης.
Αν έπρεπε να συνοψίσω τον τρόπο που δουλεύω, θα έλεγα ότι δεν μπορώ να φανταστώ τη θεατρική πράξη χωρίς το ρίσκο του πειραματισμού. Για μένα, το θέατρο δεν είναι ένα «προϊόν» που το φτιάχνεις και το πουλάς, αλλά ένας ζωντανός οργανισμός που πρέπει να αναπνέει και να αλλάζει μαζί με εμάς και την εποχή μας.
Η δουλειά σας συχνά μοιάζει να απομακρύνεται από τον ψυχολογικό ρεαλισμό και να στρέφεται προς μια πιο σωματική ή ποιητική σκηνική γλώσσα. Πώς προέκυψε αυτή η ανάγκη;
Αυτή η ανάγκη για πειραματισμό πηγάζει από μια βαθιά απογοήτευση—και ταυτόχρονα μια μεγάλη περιέργεια—απέναντι στα συμβατικά εργαλεία του θεάτρου, και κυρίως απέναντι στη γλώσσα.
Στο Κομπλεξικό φαίνεται πως η γλώσσα παύει να λειτουργεί ως εργαλείο επικοινωνίας και μετατρέπεται σε καθαρό ηχητικό υλικό. Πότε νιώσατε πρώτη φορά ότι το θέατρο μπορεί να υπάρξει πέρα από το νόημα των λέξεων; Στην παράσταση υπάρχει έντονα η ιδέα της «αποτυχίας της επικοινωνίας». Είναι αυτό κάτι πολιτικό, υπαρξιακό ή βαθιά προσωπικό για εσάς;
Η «αποτυχία της επικοινωνίας» που εντοπίσατε στις παραστάσεις μου δεν είναι απλώς ένα δραματουργικό εύρημα, αλλά μια υπαρξιακή και πολιτική διαπίστωση. Πιστεύω ότι σήμερα η γλώσσα έχει εξαντληθεί. Έχει γίνει ένα «αδειανό πουκάμισο», ένα εργαλείο που αντί να μας ενώνει, συχνά μας απομονώνει μέσα σε κλισέ και ξύλινο λόγο. Στο Κομπλεξικό, αυτή η διαπίστωση είναι κεντρική. Εκεί, η γλώσσα δεν είναι πλέον εργαλείο, αλλά το ίδιο το θέμα της αποδόμησης.
Για να απαντήσω στην ερώτησή σας, η στιγμή που ένιωσα πρώτη φορά ότι το θέατρο μπορεί να υπάρξει πέρα από το νόημα των λέξεων δεν ήταν μια στιγμιαία αποκάλυψη. Ήταν μια σταδιακή διαδικασία απομάκρυνσης από τον ψυχολογικό ρεαλισμό—ένα είδος θεάτρου που ποτέ δεν με «χώρεσε» πλήρως. Ένιωσα την ανάγκη να συγκρουστώ με την συμβατική λειτουργία του λόγου και να αναζητήσω άλλες μορφές επικοινωνίας.

Πόσο αυτοσχεδιαστική ήταν η διαδικασία των προβών; Αναμφίβολα, στις παραστάσεις σας υπάρχει έντονα η αίσθηση συλλογικότητας. Πώς αντιλαμβάνεστε τη λειτουργία της ομάδας μέσα στη δημιουργική διαδικασία;
Αυτό με οδήγησε στο σωματικό θέατρο, στην performance και στις εικαστικές και ηχητικές εγκαταστάσεις. Εκεί που οι λέξεις «σπάνε», αναδύεται το σώμα, ο ήχος, η σιωπή—αυτά τα πρωτόγονα, ενστικτώδη στοιχεία που επικοινωνούν απευθείας με το ασυνείδητο. Το ένστικτο είναι για μένα πολύ πιο σημαντικό από τη λογική μέσα στη θεατρική πράξη. Στις πρόβες μας—που, ναι, είναι βαθιά αυτοσχεδιαστικές και συλλογικές—δουλεύουμε για να απελευθερώσουμε αυτό το ένστικτο. Η ομάδα για μένα δεν είναι απλώς ένα σύνολο ηθοποιών που εκτελεί εντολές. Είναι ένας ζωντανός πυρήνας συν-δημιουργίας, μια συλλογική συνείδηση που γεννάει την παράσταση μέσα από τη δοκιμή, την αποτυχία και την ανακάλυψη. Σε αυτό το πλαίσιο, τα όρια των θεατρικών ειδών έχουν για μένα καταρρεύσει προ πολλού. Δεν με ενδιαφέρει αν αυτό που κάνουμε λέγεται «θέατρο», «performance» ή «visual art». Με ενδιαφέρει να δημιουργούμε αισθητηριακά και ποιητικά τοπία που μετατοπίζουν τον θεατή.
Πόσο σας ενδιαφέρει το «ξεβόλεμα» του θεατή; Πιστεύετε ότι το σύγχρονο θέατρο οφείλει να είναι άβολο; Καθώς υπάρχει ένα σημείο όπου ο θεατής σταματά να «καταλαβαίνει» και αρχίζει να «αισθάνεται». Είναι αυτό το ιδανικό σημείο ισορροπίας για εσάς;
Το «ξεβόλεμα» δεν είναι απλώς ένας στόχος, είναι η ίδια η ουσία της θεατρικής εμπειρίας όπως την αντιλαμβάνομαι. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ένα θέατρο-προϊόν που καταναλώνεται παθητικά, ένα θέατρο που επιβεβαιώνει τις βεβαιότητες του θεατή. Αντιθέτως, με ενδιαφέρει ένα θέατρο που λειτουργεί ως αισθητηριακό και ποιητικό τοπίο, ένας χώρος μετατόπισης. Το σύγχρονο θέατρο οφείλει να είναι άβολο επειδή ζούμε σε μια εποχή που η εικόνα και η γλώσσα—ειδικά η «πολιτικά ορθή» ή η «αδειανή» γλώσσα—μας απομονώνουν. Αν το θέατρο προσφέρει μόνο βεβαιότητες και εύκολες αναγνώσεις, τότε γίνεται διασκέδαση—και η διασκέδαση σήμερα μας προσφέρεται παντού. Το θέατρο πρέπει να είναι ένας τόπος σύγκρουσης, ένας τόπος που σε αναγκάζει να αντιμετωπίσεις τη ρευστότητα της ύπαρξης. Το ιδανικό σημείο ισορροπίας για μένα είναι ακριβώς εκεί που ο θεατής σταματά να «καταλαβαίνει» και αρχίζει να «αισθάνεται».
Στο έργο αναφέρεται ο Duchamp και γενικότερα μια ντανταϊστική διάθεση αποδόμησης. Ποιες καλλιτεχνικές ή φιλοσοφικές επιρροές καθορίζουν περισσότερο τη δουλειά σας;
Η αναφορά στον Duchamp και το ντανταϊσμό δεν είναι τυχαία. Η ντανταϊστική διάθεση αποδόμησης, η αμφισβήτηση των καθιερωμένων καλλιτεχνικών και κοινωνικών συμβάσεων, είναι κεντρική στη δουλειά μου. Είναι η ανάγκη να συγκρουστώ με τη συμβατική λειτουργία του λόγου, να παίξω με τα όρια των λέξεων και να αναδείξω το παράλογο της ύπαρξης, όπως ακριβώς Το Κομπλεξικό εξερευνά τη γλώσσα ως έναν ζωντανό, συχνά απρόβλεπτο οργανισμό. Πέρα από το ντανταϊσμό, η δουλειά μου επηρεάζεται βαθιά από τη φιλοσοφία για την υλικότητα (όπως η “Thing Theory”), η οποία αποτέλεσε τη βάση για την επερχόμενη παράσταση Stuff Matters. Εξερευνώ πώς τα αντικείμενα της ζωής μας δεν είναι απλά πράγματα χωρίς σημασία, αλλά συν-δημιουργοί, με δική τους ζωή (agency). Επίσης, ο R.D. Laing και η ριζοσπαστική του σκέψη (πηγή έμπνευσης για την παράστασή μου Do You Love Me?) με επηρέασαν στη διερεύνηση των ανθρώπινων σχέσεων και των ψυχολογικών παιχνιδιών εξουσίας.

Πώς βλέπετε τη θέση του πειραματικού θεάτρου στην Ελλάδα σήμερα; Υπάρχει χώρος για ρίσκο;
Όσον αφορά τη θέση του πειραματικού θεάτρου στην Ελλάδα σήμερα, η κατάσταση είναι αντιφατική. Από τη μία, υπάρχει τεράστια δημιουργική ενέργεια και ανάγκη για ρίσκο. Από την άλλη, οι δομές και η χρηματοδότηση συχνά δεν το υποστηρίζουν. Η δυσκολία διείσδυσης των καλλιτεχνών—και ειδικά εκείνων που υπηρετούν ένα πειραματικό θέατρο που δεν προσφέρει βεβαιότητες—στα κυκλώματα και η πρόκληση του να φέρουν τους ιθύνοντες στο θέατρο, είναι μια πραγματικότητα.
Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα κυριαρχεί. Πώς μπορεί το θέατρο να παραμείνει ένας ζωντανός τόπος συνάντησης και όχι απλώς ένα ακόμη οπτικό ερέθισμα;
Ζούμε σε μια εποχή όπου η εικόνα κυριαρχεί, και αυτό επηρεάζει και το θέατρο. Υπάρχει η πίεση για τη δημιουργία ενός «προϊόντος» που να είναι εύκολα καταναλώσιμο και εμπορεύσιμο. Το σύγχρονο θέατρο, όπως το αντιλαμβάνομαι, αντιστεκόμενο σε αυτή την παθητική κατανάλωση, συχνά δυσκολεύεται να βρει το κοινό του—και τους χρηματοδότες του—μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου ένα θέατρο που επιβεβαιώνει, αλλά ένα θέατρο που μετατοπίζει, κάτι που μπορεί να είναι τρομακτικό για τους ιθύνοντες που αναζητούν ασφαλή «προϊόντα».
Αν το Κομπλεξικό ήταν μια εικόνα και όχι μια παράσταση, ποια θα ήταν;
Τέλος, αν το Κομπλεξικό ήταν μια εικόνα, δεν θα ήταν μια συμβατική φωτογραφία. Θα ήταν μια εγκατάσταση, μια «μη-φωτογραφία», που αποτυπώνει αυτή την αποσύνθεση της γλώσσας και την ανάδυση του παραλόγου.
Σας ευχαριστώ και πάλι για την όμορφη συζήτηση.

Η ταυτότητα της παράστασης
Δραματουργία-Σκηνοθεσία/Μουσική επιμέλεια: Όλγα Ποζέλη
Κείμενα: Αχιλλέας ΙΙΙ & κείμενα της ομάδας
Τραγούδια: Σπύρος Γραμμένος
Φωτισμοί: Δημήτρης Κουτάς
Κίνηση/Χορογραφίες: Αλέξανδρος Σταυρόπουλος
Σκηνικός χώρος: Κωστής Δάβαρης
Βοηθοί σκηνοθέτη: Αγγελιάννα Σαρρή,Κλειώ Τσιάνα, Αθηνά Ραφτοπούλου
Οργάνωση παραγωγής: Θάλεια Γρίβα
Παίζουν: Μιχάλης Αναγνώστου, Χρήστος Καπενής και Όλγα Ποζέλη
Παραγωγή: Ομάδα Θεάτρου ΝΟΗΤΗ ΓΡΑΜΜΗ www.noitigrammi.gr
Φωτογραφίες: Credits: Lambros Papageorgiou
Η παράσταση πραγματοποιείται με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού