
Της Μαρίας Χανδρά
«Το μικρό μου μυστικό ήταν πάντοτε γνωστό» τραγουδά ο Κωνσταντής, ο νεαρός πρωταγωνιστής στις Στρακαστρούκες του Δημήτρη Σαμόλη. Τί σημαίνει όμως να είναι γνωστό το μυστικό της διαφορετικότητας κάποιου, μέσα σε ένα κοινωνικό σύνολο που αποδέχεται μόνο ό,τι του μοιάζει και απορρίπτει άρδην το ξεχωριστό και το ανοίκειο; Ο ήρωας της ιστορίας ευαίσθητος, ευφυής και επινοητικός φτιάχνει τη δική του παράλληλη πραγματικότητα, μία πραγματικότητα βασισμένη στις μικρές καθημερινές λεπτομέρειες που αποσπούν την προσοχή του, από τον σχολικό εκφοβισμό και την πατρική απόρριψη. Με ευαισθησία, χωρίς όμως να στρογγυλεύει τις αιχμηρές αλήθειες ή να καταφεύγει σε ένα πιο εύπεπτο και ανακουφιστικό για τον θεατή happy end, ο συγγραφέας- ηθοποιός μας αφηγείται και ζωντανεύει επί σκηνής την πάλη ενός αγοριού να συνδεθεί με τους γύρω του και να επιβιώσει σε ένα περιβάλλον σκληρό και αφιλόξενο, χωρίς περιθώρια αποκλίσεων από το κοινώς αποδεκτό, χωρίς περιθώρια για το παραμικρό «λάθος», ακόμα και εάν πρόκειται απλώς για ένα ζευγάρι αθλητικά παπούτσια, με φωτάκια.
Δεν είναι τυχαίο ότι το έργο του Δημήτρη Σαμόλη, ενώ ξεκίνησε τη σκηνική του πορεία το 2023, από τη μικρή σκηνή του θεάτρου Γκλόρια, μεταφέρθηκε τον Δεκέμβριο του 2025 σε μεγαλύτερο θέατρο, ταξίδεψε ήδη εκτός Αθηνών και πρόκειται να ξεκινήσει τον προσεχή Ιούνιο καλοκαιρινή περιοδεία. Αναφερόμενος στην ιστορία ενός αγοριού από ένα χωριό της Κρήτης που προσπαθεί να γίνει αποδεκτό, τόσο από τους συνομηλίκους του, όσο και από την οικογένειά του, τους καθηγητές του και τον ευρύτερο κοινωνικό του περίγυρο, ο συγγραφέας πέτυχε να μιλήσει στις καρδιές των θεατών, γιατί άγγιξε ένα θέμα γνωστό, που ο καθένας και η καθεμία έχει συναντήσει στην προσωπική του πορεία, είτε ως άμεσα εμπλεκόμενος, είτε ως εξωτερικός και ενίοτε βουβός παρατηρητής. Από τη μία το ζήτημα του σχολικού και του κοινωνικού εκφοβισμού και από την άλλη η έλλειψη αποδοχής από το οικογενειακό περιβάλλον, δεν αποτελούν θεματικές που ακουμπούν μόνο τη διαφορετικότητα στις ερωτικές προτιμήσεις, αλλά αντιθέτως εκτείνονται σε οποιαδήποτε συμπεριφορά μπορεί να διαφέρει και για αυτό να προκαλεί αρνητικά εώς και εχθρικά σχόλια, συμπεριφορές και βλέμματα απογοήτευσης που πληγώνουν, ακόμα και από την ίδια την οικογένεια.

Ο λόγος του συγγραφέα ευθύβολος, εναργής και ταυτοχρόνως ανάλαφρος και ψυχαγωγικός, μεταφέρει άμεσα το κοινό στον κόσμο του έργου και ευνοεί τη γλαφυρότητα της αφήγησης, η οποία σαφώς ενισχύεται από το γεγονός ότι οι ιδιότητες συγγραφέα και ηθοποιού συμπίπτουν στο ίδιο πρόσωπο. Η ειλικρίνεια, η αμεσότητα, και η ζωηρή ενέργεια του ηθοποιού, ενεργοποιούν διαρκώς το ενδιαφέρον του θεατή, ενώ οι διαφορετικές φωνές που χρησιμοποιεί, η κρητική τοπολαλιά και τα τραγούδια που ερμηνεύει, συνδράμουν ώστε να ξεπηδά από την αφήγηση πλήθος εικόνων και προσώπων που τον συντροφεύουν στον μοναχικό του μονόλογο.
Άλλοτε αφηγούμενος χαρακτηριστικά περιστατικά από τη ζωή του νεαρού παιδιού στην επαρχία και άλλοτε κατατοπίζοντας τους θεατές για το πώς γαλουχήθηκε ο πατέρας του παιδιού από τον δικό του πατέρα, ο συγγραφέας προσπαθεί να μην αδικήσει κανέναν. Υπογραμμίζει τη συνέχεια, το πώς περνούν από γενιά σε γενιά οι σκληρές και ψυχολογικά βίαιες συμπεριφορές και τονίζει την ανάγκη να υπάρξει αυτός που θα επιτύχει να σπάσει την αρνητική ακολουθία, το διαγενεακό τραύμα. Προς αυτή την κατεύθυνση ψάχνει τις γέφυρες που ενώνουν πατέρα και γιό, εξάρει το ταλέντο του πρώτου στη μουσική, ίσως γιατί είναι το μόνο στοιχείο που κληρονόμησε ο δεύτερος από εκείνον. Συναισθάνεται στον μέγιστο βαθμό τον πόνο και την ντροπή του πατέρα όταν τον εξευτέλισε ο παππούς μπροστά σε όλο το χωριό, γιατί μοιάζει με τον δικό του πόνο και τη δική του ντροπή από την πατρική και την κοινωνική απόρριψη.
Η σκηνοθεσία του Μάριου Κακουλλή λιτή και κειμενοκεντρική, χαρακτηρίζεται από γρήγορο ρυθμό και ροή που κρατά τον ερμηνευτή σε πλήρη εγρήγορση χωρίς αμήχανες στιγμές ή αχρείαστους πλατιασμούς. Η χρήση πολλών σκηνικών αντικειμένων και το λειτουργικό και υπαινικτικό σκηνικό του Λουκά Μπάκα συμβάλλουν σημαντικά στη νοερή μεταφορά του κοινού, στον χωροχρόνο στον οποίο εκτυλίσσονται τα διάφορα περιστατικά της ζωής του ήρωα και βοηθούν τον ερμηνευτή να μην χάνει στιγμή τον ειρμό, τη συγκέντρωση αλλά και την παιδικότητα και ζωηράδα του νεαρού εφήβου που υποδύεται. Στη συνολική ατμόσφαιρα της παράστασης σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν τα τραγούδια που ερμηνεύει ο ηθοποιός, καθώς και η μουσική που υπογράφει με το ψευδώνυμο ECATI, ο συνθέτης/μουσικός παραγωγός Αντώνης Χατζηαντώνης.
Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για την τρυφερότητα που κρύβεται κάτω από τις λέξεις του Δημήτρη Σαμόλη. Για τις ευαίσθητες χορδές που αγγίζει με ένα γλυκόπικρο χιούμορ σαν τη γλυκόπικρη συμφωνία για την οποία μιλούν οι The Verve στο ομώνυμο τραγούδι τους. Για το πώς ο ήρωάς του και η τραγική του ιστορία, θυμίζουν την τραγική κατάληξη υπαρκτών προσώπων που μαρτύρησαν στα χέρια ανεγκέφαλων κακοποιητικών τραμπούκων, παρά την εκπαίδευση γύρω από τη συμπερίληψη και τη σχετική προόδο που έχει σημειωθεί στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε σήμερα ο ένας τη διαφορετικότητα του άλλου. Πάνω από όλα, πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν για το πόσο σημαντικό είναι να μην θυσιάσει κάποιος το ποιος είναι πραγματικά, στο βωμό του πώς θέλει ο περίγυρος του να είναι, για τον αποδεκτεί. Ωστόσο δεν χρειάζονται περισσότερα λόγια και spoilers για ένα έργο που μιλάει από μόνο του με απόλυτη σαφήνεια και χωρίς περιστροφές, για όλα τα θέματα που άπτονται στο φως που εκπέμπει ένα νεαρό παιδί γεμάτο φαντασια, χαρά και ζωή και στο σκοτάδι που παλεύει να το ισοπεδώσει, για να πάψει να εμπλουτίζει την κοινωνική παλέτα με τα δικά του, πρωτότυπα, χρώματα.
Το μόνο που μπορούμε να προσθέσουμε, έχοντας ξεχωρίσει τις Στρακαστρούκες και ως παράσταση και ως αυθύπαρκτο θεατρικό κείμενο προς ανάγνωση, είναι ότι αναμένουμε με μεγάλη προσδοκία το επόμενο θεατρικό έργο του συγγραφέα, να έρθει και να προσθέσει ακόμα ένα σημαντικό λιθαράκι στη σύγχρονη ελληνική δραματουργία, αφού όπως λέει στο έργο και μία από τις αδερφές του Κωνσταντή: «Κι όμως Βενιαμίν, πάντα υπάρχει κάτι ακόμα…».

Κείμενο – Ερμηνεία – Τραγούδια: Δημήτρης Σαμόλης
Σκηνοθεσία: Μάριος Κακουλλής
Σκηνικά – Κοστούμια: Λουκάς Μπάκας
Φωτιστικός σχεδιασμός – Δραματουργία: Στέφανος Δρουσιώτης
Μουσική: ECATI
Βοηθός σκηνοθέτη: Δανάη – Αρσενία Φιλίδου
Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή
Graphic design: Μιχάλης Δέμελης
Βίντεο: Θωμάς Παλυβός
Social media: Pop Communications
Επικοινωνία: Ειρήνη Λαγουρού
Παραγωγή: ARS AETERNA