Η πορεία της Ευαγγελίας Γατσωτή στη σύγχρονη ελληνική δραματουργία εμφανίζεται από νωρίς καθαρή και δηλωτική: από το ξεκίνημά της με το έργο Νυχιάνγκ– μια σκοτεινή, γλωσσικά ευαίσθητη διερεύνηση των οικογενειακών σχέσεων που ανέβηκε στο Θέατρο Πορεία (2022-2023) και άφησε έντονη εντύπωση για τη βαθιά ανθρώπινη ματιά της – έως τη συνέχεια με πιο πειραματικά και πολιτικά φορτισμένα κείμενα όπως η playlist μιας faultless μητρότητας (Θέατρο Vault, 2023-2024) και οι Κόκκινες γραμμές ή λέξεις που κάνουν τζιζ (Θέατρο του Νέου Κόσμου, 2025). Η γραφή της χαρακτηρίζεται από μια σταθερή αναζήτηση που συνδέει το προσωπικό με το συλλογικό και τη γλώσσα με τη συνθήκη της ταυτότητας. Αυτή η καλλιτεχνική διαδρομή κορυφώνεται στο πρόσφατο O Γιάννης το Βούδι (Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, 2025-2026), ένα έργο που γεννήθηκε μέσα από πραγματικές συνεντεύξεις και φέρνει στο φως τις αθέατες ιστορίες μιας μικρής κοινωνίας, αναδεικνύοντας τις σιωπές και τις αντιφάσεις που συχνά παραμένουν θαμμένες πέρα από τη δημόσια αφήγηση.

Κοιτώντας τα πρώτα σου θεατρικά κείμενα, ποια ανάγκη σε έσπρωξε αρχικά στη δραματουργία;
Η ανάγκη να μπορώ να εμπλέκομαι με το θέατρο χωρίς να κοπιάζω όπως κοπιάζει ένας ηθοποιός. Νομίζω ότι μέχρι σήμερα νιώθω ως καλλιτεχνική μητρίδα μου την υποκριτική, παρότι δεν ασχολήθηκα ποτέ επαγγελματικά εν τέλει. Δεν υπάρχει κάποιο άλλο λογοτεχνικό είδος πέρα από το θέατρο το οποίο να με θέλγει σε βαθμό που να πω «ασχολούμαι». Γράφω κι άλλα πράγματα, αλλά σχεδόν πάντα μένουν στο στάδιο του προσχεδίου.
Κοιτώντας τη μέχρι τώρα θεατρική σου διαδρομή, από το Νυχιάνγκ έως το Γιάννη το Βούδι, θα έλεγες ότι πρόκειται για μια συνεχή γραμμή ή για διαφορετικούς σταθμούς αναζήτησης;
Μία συνεχή γραμμή, αλλά σε οθόνη παλμογράφου, με πολλά σκαμπανεβάσματα. Πιστεύω ότι υπάρχει σ’ αυτά που γράφω μία -σχετικά αναγνωρίσιμη πια- καλλιτεχνική στόφα. Δεν θα άντεχα όμως να γράφω το ίδιο έργο ξανά και ξανά. Κάθε φορά που τελειώνω ένα έργο, νιώθω την ανάγκη να προσγειωθώ κάπου τελείως αλλού. Μία φορά η ενδυματολόγος Αρχοντούλα Τσατσουλάκη μου είχε πει βλέποντας δύο αρκετά διαφορετικά έργα μου που παιζόντουσαν την ίδια χρονική περίοδο: «Δεν είσαι πολύ καλά, ε;» και της είχα απαντήσει με μεγάλη χαρά: «Όχι, ποτέ δεν ήμουν».
Υπάρχουν θεματικοί άξονες που αναγνωρίζεις εκ των υστέρων ότι επανέρχονται στα έργα σου;
Η πατριαρχία, η σεξουαλικότητα και οι γονεϊκές σχέσεις. Αυτά τα τρία πολύ καθαρά.
Πώς θα περιέγραφες την εξέλιξη της γραφής σου από τα πρώιμα έργα μέχρι σήμερα; Είναι περισσότερο αλλαγή μορφής ή εμβάθυνση;
Είναι ένα διαρκές άγχος πειραματισμού με τη δομή κυρίως. Είμαι σε μια διαρκή διερώτηση αυτό λειτουργεί, αυτό δε λειτουργεί κλπ. Και βέβαια όταν κάτι λειτουργεί, συνήθως το πετάω αμέσως, επειδή με πιάνει φόβος ότι θα εγκλωβιστώ σ’ αυτό.
Στο Νυχιάνγκ η οικογένεια λειτουργεί ως κλειστό, σχεδόν ασφυκτικό σύστημα. Πόσο καθοριστικό υπήρξε αυτό το έργο για τη μετέπειτα θεματική σου;
Το πρώτο μου έργο ήταν λίγο «η γκάφα που κάνει ο σούπερ ήρωας με την υπερδύναμή του σε μικρή ηλικία» και κάνει κάτι καλό κατά λάθος. Ήταν μια ευνοϊκή συγκυρία που με βοήθησε να καταλάβω ότι μπορώ να γράψω. Το ζήτημα της οικογένειας επανέρχεται στα περισσότερα έργα μου με τον ένα ή με τον άλλον τρόπο, γιατί με απασχολεί ακόμα πολύ. Ωστόσο, κάπως μετακινούμαι -έστω και με μικρά βήματα- από την οργισμένη μετέφηβη Κάλλιατου Νυχιάνγκ και στοχάζομαι πάνω στο ίδιο ζήτημα με άλλα δεδομένα. Η Ρέαας πούμε των κόκκινων γραμμών, σε αντίστιξη με την Κάλλια, θέλει να γίνει μητέρα, αλλά το αίτημά της για ένα πλαίσιο στο οποίο δεν θα βουλιάζει στην έμφυλη ανισότητα, παραμένει.
Στις Κόκκινες γραμμές ή λέξεις που κάνουν τζιζ η γλώσσα γίνεται πεδίο σύγκρουσης και πολιτικής έντασης. Αναγνωρίζεις εκ των υστέρων έναν κοινό πυρήνα ανάμεσα στα πρώτα σου έργα και τα μεταγενέστερα;
Η εμμονή μου με τις λέξεις και με την εξουσία που ασκούν είναι κατά βάση ο λόγος που γράφω. Στα πίσω φύλλα όλων μου των τετραδίων και στις σημειώσεις του κινητού μου υπάρχουν άπειρες λέξεις και φράσεις που έχω καταγράψει επειδή νιώθω ότι κάνουν ένα «γκελ» ή ότι ορίζουν κάτι ανείπωτο. Ναι, γράφω ουσιαστικά από φετιχισμό για τη γλώσσα και αυτό διατρέχει όλα μου τα έργα.
Υπήρξαν παραστάσεις προηγούμενων έργων σου που επηρέασαν τον τρόπο που έγραψες τα επόμενα;
Εννοείται. Αρχικά, υπόσχομαι εδώ δημόσια στους ηθοποιούς των έργων μου, τωρινούς και κατοπινούς ότι δεν θα ξαναγράψω κάτι με τόσες εναλλαγές ρόλων. Λυπάμαι για όλα τα ρούχα/αξεσουάρ που αλλάξατε σε κατάσταση αλλοφροσύνης εν ώρα παράστασης. Ίσως φταίει το ότι δεν υπάρχει κάποιο θεσμοθετημένο πλαίσιο εκπαίδευσης στη θεατρική γραφή και είμαστε αναγκασμένοι οι συγγραφείς να μαθαίνουμε ό,τι μαθαίνουμε πάνω σας.
Τι κουβαλά ο Γιάννης το Βούδι από τα προηγούμενα έργα σου και που μοιάζει να τα αναιρεί;
Κουβαλάει τη σύγκρουση του παλιού με το νέο, τη διαγενεακότητα, το κωμικοτραγικό στοιχείο. Είναι όμως μία ιστορία πολύ περισσότερο προσανατολισμένη στο συλλογικό και όχι στο ατομικό αφήγημα όπως είναι τα περισσότερά μου έργα.

Φωτογραφία από την παράσταση που έγινε στις 24/8/2025 στη Νάξο-μητρίδα της ιστορίας του βουδιού (Πύργος Μπαζαίου). Κλικ: Κική Ημέλλου.
Οι ηθοποιοί: Φίλιππος Κοντογιώργης, Σταύρια Νικολάου, Θανάσης Λυσανδρόπουλος.
Σε σχέση με τα παλαιότερα έργα, εδώ η συλλογική μνήμη και η κοινότητα έρχονται πιο έντονα στο προσκήνιο. Ήταν μια συνειδητή στροφή;
Ναι. Το timing που το έγραψα συνέπεσε με ένα μεταπτυχιακό που έκανα στην Κοινωνιολογία και άρχισα κάπως να σκέφτομαι ότι είναι επικίνδυνο να εστιάζουμε τόσο πολύ στην ατομική ευθύνη και αυτενέργεια, ενώ η περιρρέουσα συνθήκη μας καθορίζει πολύ περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε και μας επιτρέπει να δρούμε σε πολύ καθορισμένα πεδία στην πραγματικότητα.

Γρηγόρης Πανταζής, Σταύρια Νικολάου, Θανάσης Λυσανδρόπουλος.
Θα έλεγες ότι ο Γιάννης το Βούδι λειτουργεί ως σύνθεση της μέχρι τώρα διαδρομής σου;
Κάθε μου έργο είναι μία φωτογραφική αποτύπωση της φάσης στην οποία βρίσκομαι όταν το γράφω. Το βούδι είναι βαθιά εμποτισμένο από τον θαυμασμό μου για τον σκηνοθέτη Παναγιώτη Λιαρόπουλο και τον λαογράφο Μανώλη Σέργη, συμπίπτει με τη χρονική στιγμή όπου αποφάσισα να αναμετρηθώ με το βίωμά μου ως κάτοικος επαρχίας και φυσικά προέκυψε και από την επιθυμία μου να κάνω μία δουλειά που να προσομοιάζει στις Γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα του Κωσταντίνου Ντέλλα, στις Σπυριδούλες της Νεφέλης Μαϊστράλη και στο λογοτεχνικό Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Αυτό με εξέφρασε και με χαρακτήρισε τη δεδομένη στιγμή. Παλεύοντας όμως διαρκώς με μία ασταθή εικόνα επιθυμιών και εαυτού, ανυπομονώ και για τους επόμενους σταθμούς της διαδρομής μου.
Ο Γιάννης το Βούδι βασίζεται σε πραγματικό υλικό και μαρτυρίες. Πώς διαχειρίστηκες τη μετάβαση από το ντοκουμέντο στη θεατρική σύνθεση;
To docu στοιχείο είναι συναρπαστικό, αλλά καταλήγει θνησιγενώς επικαιρικό ή ειδησεοθηρικό, αν δεν μπολιαστεί με μυθοπλασία. Δούλεψα τις μαρτυρίες έτσι ώστε να συνθέσουν ένα υλικό που δεν θα είναι αφορμή για μία μόνο παράσταση, που θα μπορεί να αξιοποιηθεί και από κάποιον άλλο θίασο στο μέλλον. Ουσιαστικά ήθελα να πάω από μία μελέτη περίπτωσης σε κάτι οικουμενικό που θα επιτρέπει στον καθένα να ανοίξει προβολικά κάποιο βίωμα ή μία γνωστή του ιστορία.

Φωτογραφία από τη συζήτηση με το κοινό, τους συντελεστές & τον δραματοθεραπευτή/ψυχίατρο Στέλιο Κρασανάκη που ακολούθησε την παράσταση.
Πώς άλλαξε η σχέση σου με τη σκηνική πράξη από το πρώτο ανέβασμα έργου σου μέχρι σήμερα;
Ήμουν κακή θεάτρια, έγινα χειρότερη. Πολύ θορυβώδης και υπερκινητική και γελάω πάντα στις σκηνές μεγάλης συγκίνησης, αντανακλαστικά από άμυνα. Πιστεύω θα ήμουν πιο κόσμια αν ήμουν αποκλειστικά απόφοιτη Θεατρολογίας. Τώρα που εμπλέκομαι κι εγώ με την «πράξη» του θεάτρου, μου επιτρέπω μία λίγο μεγαλύτερη αλαζονεία στην κριτική μου για τις άλλες παραστάσεις. Ωστόσο, λατρεύω βαθιά το κακότεχνο και με τροφοδοτεί, πλέον και συγγραφικά. Αυτό είναι μια σταθερά στη ζωή μου.

Ο σκηνοθέτης Παναγιώτης Λιαρόπουλος, η ηθοποιός Σταύρια Νικολάου, η συγγραφέας Ευαγγελία Γατσωτή, ο μουσικός Αλέξης Εφραιμίδης
Σε απασχόλησε ποτέ το πώς θα σταθεί ο θεατής ηθικά απέναντι σε όσα βλέπει και ακούει;
Ναι, αλλά όχι θέλοντας να ενθαρρύνω μία συγκεκριμένη ηθική στάση μέσα από τα έργα μου. Μου αρέσει και με εκπλήσσει πάντα να παρατηρώ το πώς θα σταθεί κάποιος απέναντι σε ένα παραστασιακό γεγονός. Πώς θα το υπερασπιστεί σθεναρά, πώς θα το μισήσει με πάθος, ή πώς θα το καταναλώσει αδιάφορα και θα πάει μετά απλώς να φάει. Μου αρέσει να παρατηρώ την ηθική στάση των θεατών, δεν επιδιώκω να την επηρεάσω.
Θα έλεγες ότι ο Γιάννης το Βούδι είναι το πιο «εκτεθειμένο» σου έργο μέχρι τώρα;
Όχι. Το έργο στο οποίο κάνω το μεγαλύτερο oversharing είναι Τα ψυχοσωματικά μου μέσα που θα ανέβουν φέτος την άνοιξη στη σκηνή Μπέκετ από την ομάδα Nunc. Είναι ένα έργο που μιλάει για την κουζίνα του θεάτρου και διαδραματίζεται σε ένα σεμινάριο υποκριτικής. Είναι το μόνο έργο μέχρι στιγμής που έχει μία ατόφια αυτοβιογραφική εμπειρία μου, έστω και βαθιά καταχωνιασμένη κάτω από τα πολλά κωμικά στοιχεία. Είμαι πολύ ενθουσιασμένη που ξαναβρίσκει το δρόμο του προς τη σκηνή μετά από ένα σύντομο ανέβασμα το 2023 και ανυπομονώ να εκτεθώ ξανά.
Υπάρχει κάτι που, γράφοντας το βούδι, σε έκανε να αλλάξεις τον τρόπο που βλέπεις το θέατρο;
Με το ανέβασμα του βουδιού, κατάλαβα πώς το «να βρεις την αγέλη σου» θεατρικά είναι πολύ πιο σημαντικό από το να κυνηγάς τις «μεγάλες ευκαιρίες».
Αν έπρεπε να κρατήσεις μία φράση από όλο το έργο — ακόμη κι αν δεν ακούγεται στη σκηνή — ποια θα ήταν;
«Αγαπημένες σημειώσεις του κινητού μου… Φτάσαμε! Ωραία είναι εδώ, όπως στο Tik Tok. Ωχ, τί λούμπεν φάτσες ειν’ αυτές; (…)»