Play Diving | Η συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγκα

Επινοημένη από τη ζωηρή φαντασία του Suyako και τοποθετημένη προσχηματικά στην Αργεντινή του 2010, «Η Συναρπαστική Εξέγερση του Χούλιο Τόγκα» είναι ένα ελληνικό θεατρικό έργο, πρωτότυπο σε θεματικές και γεμάτο καίρια ερωτήματα, που μένουν να απαντηθούν ή τουλάχιστον να προσεγγιστούν από τον θεατή,  με κριτικό πνεύμα και ενεργή σκέψη.

Ο Χούλιο Τόγκα, πρωταγωνιστής της ιστορίας, προσδιορίζεται ως αναρχικός καλλιτέχνης, performer και ακτιβιστής που χαίρει, τη χρονική στιγμή που τον συναντάμε, καθολικής εκτίμησης και αναγνώρισης από το κοινό. Στα νιάτα του, το ίδιο πρόσωπο υπήρξε πνεύμα ατίθασο, ασυμβίβαστο και εντελώς απομακρυσμένο από τα όρια και τα στεγανά του κοινωνικού κατεστημένου. Τί συμβαίνει όμως στο τώρα που μεσήλικας πια έχει αποδεχτεί την πρόσκληση να επιμεληθεί καλλιτεχνικώς τα εγκαίνια ευαγούς, πολιτιστικού ιδρύματος, άρτι ιδρυθέντος από εφοπλιστική οικογένεια, με αμφιλεγόμενο παρελθόν και ιδανικά εκ διαμέτρου αντίθετα με τα δικά του;

 Οι συγκρούσεις τόσο με τον εαυτό του, όσο και με τους συντρόφους του αναπόφευκτες. Τα ηθικά διλήμματα τον κυνηγούν ίσως περισσότερο και από τους γραφειοκράτες του ιδρύματος οι οποίοι επιζητούν, επίμονα, ενημέρωση για το τί σκοπεύει να παρουσιάσει στα επικείμενα εγκαίνια. Και ενώ οι μέρες παιρνούν χωρίς η έμπνευση να του χτυπά την πόρτα, αναδύεται μέσα στο έργο πληθώρα προβληματισμών, σχετικά με τον ρόλο του καλλιτέχνη, τον συσχετισμό του καλλιτεχνικού έργου με τον χώρο εντός του οποίου παρουσιάζεται, την προσπάθεια του συστήματος να εντάξει στους κόλπους του κάθετι διαφορετικό και εμπρηστικό, προκειμένου να το δαμάσει, να το ευνουχίσει, να το καταστήσει μαλθακό και ακίνδυνο.

 Από την άλλη πλευρά όμως ποιος θα χρηματοδοτήσει την τέχνη και θα εξασφαλίσει στον καλλιτέχνη τη δυνατότητα να ζει από τo έργο του εάν το κράτος αδιαφορεί; Ποιος θα προβάλει την πρωτοπορία για να φτάσει σε περισσότερα μάτια και συνειδήσεις, εάν όχι ένα πολιτιστικό ίδρυμα με «άκρες» και διαπολιτιστικούς συνδέσμους εντός, εκτός και επί τα αυτά;  Και είναι πράγματι πιο υγιές και ηθικά ορθό να εγκλωβίζεται ο καλλιτέχνης δια βίου σε μία “persona” με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, μη έχοντας  το δικαίωμα στο πέρας των χρόνων, καθώς και ο ίδιος αλλάζει και οι καιροί, να διαθέσει  τις ιδέες του με τρόπο διαφορετικό; ΄Αλλωστε το έργο του καλλιτέχνη δεν ανήκει στον ίδιο ώστε να το παρουσιάσει όπου και όποτε εκείνος επιθυμεί, δεν αποτελεί μία βαθιά προσωπική έκθεση ακόμη και του ίδιου του εαυτού του;

Το έργο του Suyako πυροδοτεί όλες αυτές τις σκέψεις και τους προβληματισμούς στον πρωταγωνιστή του και έτσι εξ’ αντανακλάσεως και στον θεατή της παράστασης, που παρακολουθεί τις αντιδράσεις μίας έντονης προσωπικότητας, τη στιγμή που ασφυκτιά. Μετέωρος ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, στη νέα γενιά και στη δική του μέση ηλικία, στο “managerial status quo” του επιφανούς ιδρύματος και στους αυτοσχέδιους και αυθόρμητους δικούς του μηχανισμούς δημιουργικότητας, ο Χούλιο μοιάζει να μουδιάζει και να αδρανεί, μέχρι το χρονικό σημείο που εν τέλει το θυμικό του λειτουργεί και του δείχνει το δρόμο.

 Ο συγγραφέας επιλέγει να τοποθετήσει τη δράση στην Αργεντινή του 2010, προκειμένου, πιθανώς, το έργο του να μην μοιάζει με ντοκυμαντέρ αναφερόμενο στην σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, ή για να δώσει στον θεατή τη δυνατότητα να απομακρυνθεί από τα εγχώρια και να δει, πιο αντικειμενικά φεύ,  την ευρύτερη εικόνα. Οι ομοιότητες ωστόσο με την Ελλάδα του σήμερα  είναι, εκουσίως, τόσες πολλές,  ώστε ήδη από τις πρώτες ατάκες του ensemble των πρωταγωνιστών, ο θεατής αισθάνεται άμεση οικειότητα και σύνδεση, σκεπτόμενος εξ’ αρχής πληθώρα εγχώριων  καλλιτεχνών που ξεκίνησαν να παρουσιάζουν τα έργα τους σε χώρους εναλλακτικούς και εκτός κατεστημένου, για να καταλήξουν, εν συνεχεία, να ενταχθούν στους κόλπους πολιτιστικών ιδρυμάτων με δράση υπό την αιγίδα εφοπλιστικών οικογενειών, με βαριά ονόματα και ιστορία. Άλλαξε η κοσμοθεωρία των καλλιτεχνών άραγε, άλλαξαν τα ιδανικά τους, ή αποφάσισαν να δράσουν ως δούρειοι ίπποι εκ των έσω; Ο Χούλιο Τόγκα παίρνει τη δική του απόφαση και οι θεατές θα πάρουν τις δικές τους, ή ακόμα και αν δεν είναι έτοιμοι να δώσουν απαντήσεις, σίγουρα θα προβληματισθούν, καθώς θα γελούν, θα χαμογελούν ή θα δακρύζουν βρίσκοντας λύτρωση μαζί με τον ήρωα.

Το κείμενο του συγγραφέα καλογραμμένο, φρέσκο και πρωτότυπο, ζωντανεύει επί σκηνής υπό τη σκηνοθεσία του ιδίου και σίγουρα αυτό το γεγονός ευθύνεται, σε μεγάλο βαθμό, για την ολοκληρωμένη και μεστή εικόνα που παρουσιάζει η παράσταση. Πέραν της επιλογής ηθοποιών ιδιαιτέρως ταιριαστών με τους ρόλους τους, η όλη ατμόσφαιρα που δημιουργείται από τη μουσική, τους φωτισμούς, τα λιτά αλλά εύστοχα σκηνικά, και ένα είδος «θεατρικού μοντάζ» που προκύπτει από εμβόλιμες σκηνές, δίνει στην παράσταση ένα κινηματογραφικό περίβλημα, μία χρωματιστή και ταυτοχρόνως θολή αισθητική η οποία σε σημεία θυμίζει καρέ από ταινίες του Wes Anderson.

 Οι ηθοποιοί ισορροπούν άρτια ανάμεσα στην ανεπιτήδευτη ερμηνεία των πρωταγωνιστικών ρόλων της καλλιτεχνικής ομάδας του Χούλιο Τόγκα και στους πιο σχηματικούς και επί σκοπώ επιτηδευμένους  ρόλους των στελεχών του Ιδρύματος, που ενίοτε αγγίζουν στοχευμένα την καρικατούρα. Ο Δημήτρης Δρόσος αποδίδει με ειλικρίνεια τη μελαγχολία που ενυπάρχει στον Χούλιο Τόγκα ταυτόχρονα με την νοσταλγία, την αμφιβολία, την ισορροπία ανάμεσα στο τί δείχνει προς τα έξω και τί συμβαίνει στον πυρήνα του. Ο Άρης Μπαλής στο ρόλο του Οράτιο, στέκεται επάξια κοντά στον πληθωρικό πρωταγωνιστή ως στωικός, υπομονετικός,  πιστός συνεργάτης και φίλος του, αποπνέοντας έναν αέρα ενσυναίσθησης για αυτόν, την στιγμή που όλοι μοιάζει να τον κρίνουν για όσα κάνει και για όσα δεν κάνει.  Η Μαρία Αποστολακέα προσεγγίζει με άνεση όλους τους ρόλους που της εμπιστεύεται ο σκηνοθέτης εντάσσοντας όπου είναι αναγκαίο και το κωμικό στοιχείο στην ερμηνεία της και ενσαρκώνει με ειλικρίνεια το πέρασμα από την οργισμένη νιότη στην ώριμη ενηλικίωση, αποτελώντας τον βασικό μοχλό πίεσης για να αποδεχτεί ο Χούλιο την πρόσκληση του Ιδρύματος να επιμεληθεί τα εγκαίνια. Η Μελίνα Πολυζώνη  αποδίδει την  Λίλα με τρόπο φυσικό και ανεπιτήδευτο και λειτουργεί ως η φωνή της συνείδησης του Χούλιο που ακροβατεί μεταξύ ιδανικών και πραγματικότητας. Πολύ σημαντική  στο συνολικό αποτέλεσμα και η συμβολή του Μικέ Γλύκα τόσο με την ζωντανή μουσική του όσο και με την υποκριτική του ικανότητα.

Είναι λοιπόν η «Συναρπαστική εξέγερση του Χούλιο Τόγια» πράγματι συναρπαστική;

Η απάντησή μας είναι ναι, για όλα όσα αναφέρονται παραπάνω, αλλά πρωτίστως για την ελπίδα που μεταδίδει στον θεατή  ότι όσο και αν αμφιταλαντεύεται κανείς μεταξύ του παρελθόντος και του παρόντος, της αλλαγής και της συντήρησης, του τί περιμένουν οι άλλοι από εκείνον και τί οφείλει ο ίδιος στον εαυτό του, η προσωπική αλήθεια θα βρίσκει πάντα τον δρόμο από το σκοτάδι στο φως,  εκρηκτική και αφοπλιστική όπως της αρμόζει.


Η ταυτότητα της παράστασης
Συντελεστές
Κείμενο: Suyako
Σκηνοθεσία: Βασίλης Μαγουλιώτης
Βοηθός Σκηνοθέτη: Στρατής Νταλαγιώργος
Σκηνικά/Κοστούμια: Εύα Γουλάκου
Βοηθός σκηνογράφου/ενδυματολόγου: Άρτεμις Σγούρου-Δροσοπούλου
Μουσική: Μικές Γλύκας
Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης

Παίζουν

Δημήτρης Δρόσος
Άρης Μπαλής
Μαρία Αποστολακέα
Μελίνα Πολυζώνη
Μικές Γλύκας
Σχεδιασμός Επικοινωνίας: Γιώργος Γαρεφαλάκης
Επικοινωνία-Προβολή στα Μ.Μ.Ε.: Ανζέλικα Καψαμπέλη
Social Media: Glokonnex Agency
Γραφιστικά: Αμβρόσιος Παλαμίδης
Προωθητικές φωτογραφίες: Ύρια Τάμαρη
Φωτογραφία αφίσας: Μάριος Σαγιάς
Μια παραγωγή της Pan Entertainment
Θέατρο Προσκήνιο, Καπνοκοπτηρίου 8, Αθήνα
Παραστάσεις: Δευτέρα & Τρίτη στις 21.00
Διάρκεια: 100’
Τιμή Εισιτηρίου: 17-22 ευρώ
Προπώληση: https://www.more.com/gr-el/tickets/theater/i-synarpastiki-eksegersi-tou-xoulio-togka
Επικοινωνία-Προβολή στα ΜΜΕ
Ανζελίκα Καψαμπέλη
akapsamb@gmail.com | t.6945798883

Μετάβαση στο περιεχόμενο