Στο έργο παρακολουθούμε τρεις φίλους παλιούς συμφοιτητές στην Αθήνα την εποχή της δικτατορίας και την εξέλιξη της σχέσης τους στη διάρκεια ενός λουκούλλειου γεύματος σε ένα ταβερνάκι δίπλα στη διαχωριστική γραμμή στη Λευκωσία.
Όταν γύρισαν από τις σπουδές τους, αγόρασαν από κοινού ένα χωράφι, με την αμοιβαία υπόσχεση να χτίσουν αργότερα εκεί ένα εξοχικό ο καθένας. Τώρα πια συναισθηματική σχέση υπάρχει μόνο σε σχέση με το φοιτητικό τους παρελθόν˙ έχει τραβήξει ο καθένας το δρόμο του. Ο Ευτύχιος είναι γιατρός, ο Σπύρος είναι κτηματομεσίτης, και ο Στέλιος είναι υπάλληλος. Ο μεσίτης έχει βρει έναν αγοραστή που δίνει καλά λεφτά, αν πάρει όλο το κτήμα, και θέλει να αρπάξει την ευκαιρία, αλλά ο υπάλληλος αρνείται γιατί διατηρεί το όνειρο να κτίσει εξοχικό στην εναπομείνασα δική του γη, καθώς η υπόλοιπη περιουσία του βρίσκεται υπό κατοχή.
Οι εκλεκτοί και υπερβολικοί σε ποσότητα μεζέδες έρχονται απανωτά –ένα τελετουργικό της σύγχρονης Κύπρου– και οι συζητήσεις γίνονται παράλληλα με το ασταμάτητο φαγοπότι. Την απόλαυση διακόπτει η ριπή ενός πολυβόλου: ένας Ελληνοκύπριος στρατιώτης χτυπήθηκε από τους Τούρκους.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό. Πολιτική απορρήτουΕντάξει