Νέο πολωνικό θέατρο. Αποστολή στο Μπιντγκοστς.,

  •  Ειρήνη Μουντράκη, Θεατρολόγος – Κριτικός Θεάτρου

Το πολωνικό θέατρο έχει σημαδέψει το ευρωπαϊκό θέατρο ποικιλοτρόπως και έχει ιδιαίτερους δεσμούς και με το δικό μας σύγχρονο θέατρο. Αρκεί να φέρουμε στη σκέψη μας τον Ταντέους Κάντορ (1915-1990) αλλά κυρίως τον σκηνοθέτη και παιδαγωγό Γιέρζι Γκροτόφσκι (1933-1999), τον μεγάλο αναμορφωτή του θεάτρου που με το  «φτωχό» του θέατρο άσκησε καταλυτική επιρροή σε ολόκληρη την τέχνη οδηγώντας σε νέα μονοπάτια θεατρικής έκφρασης, αλλά και τους νεότερους σκηνοθέτες όπως ο Στανιέφσκι, ο Κρίστιαν Λούπα και ο Βαρλικόφσκι, για να αναφέρουμε μερικούς. Τι συμβαίνει όμως σήμερα; Ποιες είναι οι τάσεις και η αισθητική που κυριαρχούν; Ποια είναι τα νέα πρόσωπα;

Έτσι, με αφορμή την επέτειο των 250 ετών των Κρατικών Θεάτρων στην Πολωνία αλλά και το έτος Πολωνικού Θεάτρου διεθνώς το Τμήμα Πολιτιστικής Διπλωματίας του Υπουργείου Εξωτερικών της Πολωνίας, το Zbigniew Raszewski Ινστιτούτο Θεάτρου στη Βαρσοβία και το Teatr Polski στο Μπίντγκοστς διοργάνωσαν στην όμορφη πόλη του Μπίντγκοστς μια διεθνή συνάντηση ανθρώπων του θεάτρου από όλο τον κόσμο για να τους φέρουν σε επαφή με αυτό το «Νέο» πολωνικό θέατρο. Το Μπίντγκοστς είναι μια μικρή γραφική πόλη με πολλά ποτάμια και κανάλια, περίπου 300 χιλιόμετρα από την Βαρσοβία. Είναι γνωστή για την Όπερα και το Πανεπιστήμιο της, το θέατρό της λειτουργεί από το 1920 και γενικότερα έχει μια έντονη πολιτιστική δραστηριότητα. Σε αυτή την ομάδα συμμετείχε και η γράφουσα με τη συμβολή και της Πρεσβείας της Πολωνίας στην Αθήνα, την οποία ευχαριστώ θερμά όπως και την πολιτιστική της ακόλουθο Justyna Slowik.

Χρήσιμη θα ήταν μια σύντομη αναδρομή στην πρόσφατη ιστορία του πολωνικού θεάτρου. Το άνοιγμα των συνόρων το 1989 επέτρεψε στους πολωνούς σκηνοθέτες να δουλεύουν στο εξωτερικό ενώ σκηνοθέτες από το εξωτερικό κλήθηκαν να σκηνοθετήσουν στην Πολωνία (Robert Wilson, Armin Petras, Rene Pollesch). Η πολιτική αλλαγή επέτρεψε στο θέατρο να αρθρώσει πολιτικό λόγο ενώ ταυτόχρονα το άνοιγμα αυτό έφερε και την «κριτική» της φόρμας, των καλλιτεχνών και κυρίως των σκηνοθετών, των ειδών και των ιεραρχιών. Από τους σκηνοθέτες που είχαν ξεχωρίσει προπολεμικά αλλά και στη διάρκεια του πολέμου λίγοι ήταν αυτοί που κατάφεραν να διατηρήσουν τη θέση τους (Jerzy Jarocki, Andrzej Wajda) και ακόμη πιο λίγοι να την ισχυροποιήσουν (Krystian Lupa).

Μια γενιά σκηνοθετών γεννημένων τη δεκαετία του ’50 διακρίθηκε από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 και κέρδισε το κοινό και τους κριτικούς (Tadeusz Bradecki, Rudolf Ziolo, Krysztof Babicki) όμως γρήγορα οπισθοχώρησε και σήμερα αποκαλούνται από τους Πολωνούς ιστορικούς του θεάτρου και τους θεωρητικούς «χαμένη γενιά» καθώς δεν κατάφεραν να ενταχθούν στη συζήτηση για τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Το 1997 θεωρείται η χρονιά-τομή για την νεότερη ιστορία του Πολωνικού Θεάτρου. Είναι η χρονιά που ο ζωγράφος, συγγραφέας και σκηνοθέτης Jerzy Grzegorzewski (1939-2005) αναλαμβάνει τη διεύθυνση του Narodowy Theatre στην Βαρσοβία και δίνει σάρκα και οστά στο όραμά του για ένα ρομαντικό θέατρο αναβιώνοντας τους Πολωνούς κλασικούς με πλούσια εικαστικά στοιχεία, μουσική και κίνηση, μειώνοντας παράλληλα τα δραματικά κείμενα. Είναι η ίδια χρονιά που ο Grzegorz Jarzyna κάνει την πρεμιέρα του με το Bzik Tropikany του Witkacy στο θέατρο Rozmaitosci που έμελε να γίνει ο πιο πρωτοποριακός οργανισμός σε ολόκληρη την Πολωνία. Την ίδια εποχή ο Krzystof Warlikowski ετοίμαζε την πρώτη του παράσταση στην Βαρσοβία, την Ηλέκτρα του Σοφοκλή στο θέατρο Dramatyczny.

Οι νέοι αυτοί σκηνοθέτες, που χαρακτηρίστηκαν από τον Πολωνό κριτικό Piotr Gruszzynski  «πιο νέοι και πιο ταλαντούχοι»,  συγκρινόμενοι με την προηγούμενη γενιά, απομακρύνθηκαν από τα κοινωνικά και εθνικά προβλήματα και εστίασαν στο άτομο υπογραμμίζοντας τη σημασία της κάθαρσης στο θέατρο. Σιγά σιγά ασχολήθηκαν με μια προβληματική που προσέγγιζε για πρώτη φορά το πολωνικό θέατρο γύρω από ζητήματα όπως η σεξουαλικότητα, η ομοφυλοφιλία, η οικογενειακή βία, η παιδοφιλία, ο ρατσισμός, ο φόβος για το διαφορετικό. Ζητήματα που αποτελούσαν ταμπού δηλαδή μέχρι εκείνη τη στιγμή.

Με την είσοδο στον 21ο αιώνα ανακύπτουν και πάλι ζητήματα ιστορίας και εθνικής ταυτότητας με ένα θέατρο που χάρη σε σκηνοθέτες όπως οι  Maja Kleczewska, Jan Klata, Michal Zadara είναι και πάλι πολιτικά ανήσυχο: μπορεί να αντλεί τα θέματά του από την επικαιρότητα σχεδόν δημοσιογραφικά και να είναι σύγχρονο ή το ακριβώς αντίθετο, να προκαλεί τα φαντάσματα της πολωνικής ιστορίας και των εθνικών μύθων. Η αντίδραση από τους πιο συντηρητικούς κριτικούς υπήρξε έντονη καθώς οι καλλιτέχνες αυτοί κατηγορήθηκαν ως προδότες της μεγάλης Πολωνικής παράδοσης ή καταστροφείς της εθνικής κληρονομιάς.

Σήμερα, το πολωνικό θέατρο παρουσιάζει μια αξιοσημείωτη καλλιτεχνική και ιδεολογική δραστηριότητα. Δημιουργοί που επιχειρούν μια κριτική προσέγγιση στην κοινωνική ζωή και που επιχειρούν τη δραστηριοποίηση του κοινού, καλλιτέχνες που επικεντρώνονται στα υπαρξιακά ερωτήματα, καλλιτέχνες που προσπαθούν να διεισδύσουν στις πνευματικές και νοητικές πλευρές της ζωής. Ταυτόχρονα με το δραματικό θέατρο αναπτύσσονται επίσης νέες μορφές δραματουργίας, πειραματικές και ερευνητικές εργασίες και περφόρμανς. Αξίζει βέβαια να σημειωθεί ότι το 95% του Πολωνικού θεάτρου είναι κρατικό.

Το πρόγραμμα της Συνάντησης αναπτύχθηκε μέσα σε λίγες μόνο μέρες αλλά περιελάμβανε ομιλίες, συζητήσεις, εργαστήρια και παραστάσεις. Έτσι οι 70 περίπου προσκεκλημένοι από ολόκληρο τον κόσμο (Συρία, Γερμανία, Γαλλία, Παλαιστίνη, Μεξικό, Περού, Κούβα, Ρωσία, Ινδία, Ιταλία, Ισπανία, Κροατία, Αργεντινή, Βέλγιο, Βουλγαρία, Χιλή, ΗΠΑ, Μολδαβία, Αγγλία, Βενεζουέλα, Ιαπωνία, Λιθουανία, Φιλανδία, κλπ.) είχαν τη δυνατότητα να συνομιλήσουν με τους καλλιτέχνες και τους δημιουργούς, να ακούσουν τους σύγχρονους Πολωνούς θεωρητικούς αλλά και να κρίνουν οι ίδιοι παρακολουθώντας τις παραστάσεις.

Το πρόγραμμα άνοιξε η ομιλία του θεωρητικού Dariusz Kosinski με τίτλο «Ξαναζώντας και ανακατέβοντας το παρελθόν. Σύγχρονο πολωνικό θέατρο και η παράδοση» όπου έγινε μια σύντομη αναδρομή στην πρόσφατη ιστορία του πολωνικού θεάτρου ενώ εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσίασε και η ομιλία της Agata Adamiecka Sitek «A feminist milestone which never was, or how far can you go within the system? (Ένα φεμινιστικό ορόσημο που δεν υπήρξε ποτέ ή πόσο μακριά μπορείς να πας μέσα στο σύστημα)» για τις γυναίκες δημιουργούς, τις αντιδράσεις, τις προκλήσεις και τη συμβολή τους στη διαμόρφωση του σύγχρονου πολωνικού θεάτρου).

Στο πλαίσιο της Συνάντησης οργανώθηκε μία σειρά εργαστηρίων, τα οποία ήταν τα ακόλουθα:

  • So, what about (Polish) dance?  που διηύθηνε η κριτικός και περφόρμερ Joanna Leśnierowska. Το εργαστήριο αποτέλεσε μια σύντομη εισαγωγή στον σύγχρονο πολωνικό χορό και μια ματιά στην παρούσα κατάσταση και τους πρωταγωνιστές της. Ειδική αναφορά έγινε στη δράση του προγράμματος Old Brewery New Dance του Art Stations Foundation στο Poznan – του μοναδικού μέχρι τώρα στην Πολωνία χώρου αφιερωμένου στον χορό που έβγαλε στη σκηνή μια γενιά τολμηρών και ταλαντούχων χορογράφων.
  • Theatre pedagogy με την ερευνήτρια και περφόρμερ Dorota Ogrodzka και την θεατροπαιδαγωγό Justyna Sobczyk.   Ένα εργαστήριο που επιχείρησε να κάνει μια πρακτική εισαγωγή στην Παιδαγωγική του θεάτρου, τη διαφορετικότητα, τα ερωτήματα και τις προκλήσεις που καλείται να αντιμετωπίσει, πιθανές μεθόδους εργασίας και αξίες-κλειδί.
  • Participation, interventionality, politicality as exemplified by the Wielkopolska: Rewolucje (Greater Poland: Revolutions) project με την επιμελήτρια Agata Siwiak. Ένα εργαστήριο για τον τρόπο ενεργοποίησης τοπικών κοινοτήτων μέσω της τέχνης  με αφορμή το πρότζεκτ Wielkopolska: Rewolucje (Greater Poland: Revolutions), που πραγματοποιήθηκε από το 2012 ως το 2014 από την Agata Siwiak.  Πολωνοί καλλιτέχνες εργάστηκαν με ανθρώπους σε νοσοκομεία, φυλακές, γηροκομεία, ορφανοτροφεία σε πόλεις και χωριά στην πολωνική επαρχεία. Ένα πρότζεκτ που προσπαθούσε να εξαφανίσει την αντίθεση μεταξύ σκηνής-κοινού, καλλιτέχνη-οποιουδήποτε, κέντρου-περιφέρειας σε μια προσπάθεια να δημιουργήσει μια κοινή γλώσσα με ανθρώπους που βρίσκονται στο περιθώριο.
  • Process of acceptance. New formula in Polish dramaturgical strategies με τον δραματολόγο Piotr Grzymisławski. Μια προσπάθεια να αναγνωριστούν οι αλλαγές στη δραματουργία. Οι δραματικές φόρμες δίνουν τη θέση τους στη διαδικασία της αποδοχής. Η νέα κατάσταση στο θέατρο της Πολωνίας περιορίζει τις συμβατικές θεατρικές εμπειρίες και προκαλεί αλλαγές στη σχέση μεταξύ σκηνής και κοινού, και τη συμφωνία τους στο χρόνο και το χώρο. Μεταβάλλει τη λειτουργία του θεατρικού γεγονότος μέσα στον κοινωνικό χώρο. Μελετήθηκαν διάφορα φαινόμενα όπως ο άντι-αισθητισμός (στις δουλειές των Krzysztof Garbaczewski, Marcin Cecko, Michał Zadara, Michał Borczuch), στρατηγικές επαναδραστηριοποίησης και μυθοποίησης (στις δουλειές για παράδειγμα των Weronika Szczawińska, Bartosz Frąckowiak), ή στρατηγικές άντι-ιστορίας (όπως στη δουλειά των Jola Janiczak και Wiktor Rubin, Monika Strzępka και Paweł Demirski ή του Jan Klata).
  • Festival curator. Intermediary, mediator, imitator, producer, dramatist, creator, seller? με τους επιμελητές Marta Keil και Grzegorz Reske. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’80 εμφανίζεται ως επάγγελμα στο θέατρο ο επιμελητής ως αποτέλεσμα τόσο αισθητικών όσο και συστημικών αλλαγών στο ευρωπαϊκό θέατρο. Ένας από τους πιο καθοριστικούς παράγοντες για την καθιέρωση του επαγγέλματος είναι η ανάπτυξη και εξάπλωση των φεστιβάλ, των διεθνών συνεργασιών μεταξύ δημιουργών και των αυτόνομων πρότζεκτ που είχαν ως αποτέλεσμα ένα νέο σύστημα εργασίας πολύ διαφορετικό από εκείνο των θεάτρων ρεπερτορίου. Ποιός είναι ο ρόλος του επιμελητή, τα καθήκοντα και η εμπλοκή του στο καλλιτεχνικό προϊόν;
  • In Between – Polish Theatre across artistic disciplines με την Anna Galas-Kosil. Ένα εργαστήριο για τους καλλιτέχνες και τις ομάδες που εργάζονται μπλέκοντας το θέατρο με εγκαταστάσεις βίντεο, μουσική και πολυμέσα.

Μεγάλο ενδιαφέρον είχε η παρακολούθηση των ενταγμένων στο πρόγραμμα παραστάσεων.

Το Wars I did not live through της Agnieszka Jakimiak σε σκηνοθεσία της μαθήτριας του Lupa, Weronika Szczawinska, εστίαζε σε μαρτυρίες ανθρώπων με αφορμή πολέμους των τελευταίων δεκαετιών με μια απλή και σχεδόν ηθελημένα γκροτέσκα δραματουργία που έπαιζε με την πραγματικότητα και με τις ψευδαισθήσεις.

Το Dolphin Who Loved Me σε σκηνοθεσία Magdy Szpecht ήταν ένα σκηνικό παιχνίδι ενώ το Detroit. The Story of a Hand της πολλά υποσχόμενης συγγραφέα Jolanta Janiczak σε σκηνοθεσία Wiktor Rubin χρησιμοποίησε το παράδειγμα της πόλης του Ντητρόιτ για να μιλήσει για τον ευτελισμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας μπροστά στο συμφέρον του καπιταλιστικού συστήματος σε μια παράσταση όπου οι θεατές είχαν καταλάβει τη σκηνή καθήμενοι πάνω σε λάστιχα αυτοκινήτου και τους ηθοποιούς να παίζουν γύρω, πάνω και ανάμεσά τους, με βιντεοπροβολές και παράλληλες δράσεις. Το Dune 1961 από την πολλά υποσχόμενη κολεκτίβα Komuna Warszawa, της πιο δημοφιλούς εναλλακτικής αυτόνομης σκηνής της Πολωνίας άντλησε την έμπνευσή του από το περίφημο Dune του Φρανκ Χέρμπερτ που το 1984 έγινε ταινία από τον Ντέιβιντ Λυντς. Ένας ερημωμένος πλανήτης, η εξέλιξη του είδους είναι τα βασικά σημεία του ενδιαφέροντός τους. Ένα ρεπορτάζ από το μέλλον.

 Τέλος, το Africa της Agnieszka Jakimiak σε σκηνοθεσία Bartek Frackowiak, του αναπληρωτή καλλιτεχνικού διευθυντή του θεάτρου του Μπίντγκοστς είναι μια επιτυχημένη προσπάθεια για να ευαισθητοποιήσει το κοινό και να το κάνει να αναρωτηθεί πόσο μακριά μας είναι τελικά το κάθε τί και πόσο μας επηρεάζει.

Μια καλή ευκαιρία να πάρει κανείς μια σημαντική γεύση για το πολωνικό θέατρο είναι οι τρεις παραστάσεις που έρχονται τον Νοέμβριο στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Το πρώτο είναι το Magnificat (Ένας σύγχρονος χορός γυναικών) στις 21 και 22 Νοεμβρίου που ανέβηκε στην Πολωνία το 2010. Στο έργο της, η σκηνοθέτης Μάρτα Γκόρνιτσκα χρησιμοποιεί σύγχρονες εκδοχές του Χορού της αρχαίας τραγωδίας, δουλεύοντας με διάφορες κοινωνικές ομάδες και συνδέοντας τη δυναμική της συλλογικότητας –σε φωνή και σώμα– με τη σύγχρονη κριτική της γλώσσας ως εργαλείου εξουσίας. Η ιδιαίτερη αυτή θεατρική φόρμα επαναδιαπραγματεύεται το ρόλο του Χορού, με στόχο τη δημιουργία ενός μεταμοντέρνου θεάματος, που επιχειρεί να «ανακτήσει τη γυναικεία φωνή» συνδυάζοντας τη δύναμη της συλλογικής φωνής και του συλλογικού σώματος με τη σύγχρονη κριτική του λόγου ως εργαλείου της εξουσίας. Την ομάδα του Χορού συγκροτούν 25 γυναίκες από διαφορετικές ηλικιακές ομάδες και κοινωνικά στρώματα.

Το δεύτερο είναι το Small Narration (Μικρή αφήγηση) στις 28 και 29 Νοεμβρίου, μια παράσταση-διάλεξη για τη σύγκρουση ανάμεσα στις προσωπικές και τις ιστορικές αφηγήσεις. Το φθινόπωρο του 2006, ο Βόιτεκ Ζιεμίλσκι έμαθε ξαφνικά ότι ο παππούς του, ένας αξιοσέβαστος και ιδιαίτερα δημοφιλής πολίτης στο Βρότσλαβ της Πολωνίας, ήταν για πολλά χρόνια συνεργάτης της κομουνιστικής μυστικής αστυνομίας. Η οικογένεια δεν μπόρεσε να συνέλθει από το σοκ αυτής της απρόσμενης αποκάλυψης. Ο Ζιεμίλσκι δημιούργησε μια παράσταση με τη μορφή διάλεξης, για τις μικρές και τις μεγάλες αφηγήσεις, σε μια προσπάθεια να καταλάβει τη δύναμη που έχουν καλλιτεχνικές αποφάσεις σε σχέση με μια ιστορία που δεν μπορεί πλέον να επηρεάσει. Χορογραφία, ιστορικά ντοκουμέντα και προσωπικές ιστορίες δημιουργούν νέες αφηγήσεις για την ταυτότητα και τη μνήμη. 

Τέλος στις 28 και 29 Νοεμβρίου έχουμε την ευκαρία να δούμε και ένα από τα πιο σημαντικά έργα της σύγχρονης πολωνικής δραματουργίας την Υβόννη, πριγκίπισσα της Βουργουνδίας (1938) του Witold Gombrowicz στη σκηνοθεσία του Κριστόφ Γκαρμπατσέφσκι. Ένα ψυχολογικό θρίλερ με εμφανείς επιρροές από τον Χίτσκοκ, η Υβόννη του Γκαρμπατσέφσκι κινείται στο μεταίχμιο μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. 

Το σύγχρονο θέατρο της Πολωνίας αποκαλύπτει μια ενδιαφέρουσα πολυμορφία, σε πάλη αλλά και διάλογο με το ένδοξο παρελθόν του. Είναι σίγουρο πως θα συνεχίσει να μας απασχολεί δημιουργικά, να μας προκαλεί και να μας γοητεύει.