Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΕΥΔΟΚΙΜΟΥ ΤΣΟΛΑΚΙΔΗ,

  •  Γιάννα Τσόκου, Θεατρολόγος - Κριτικός Θεάτρου

Ηθοποιός, σκηνοθέτης, δάσκαλος υποκριτικής με πολυετή πείρα, δημιουργός του Θεάτρου των Αλλαγών, ο πολυπράγμων Ευδόκιμος Τσολακίδης, εμφανίζεται στην ελληνική δραματουργία με δύο ευφάνταστα έργα. Το Αθήνα-Μόσχα (2001), θα μπορούσε να είναι η σύγχρονη συνέχεια των Τριών αδερφών. Ο Τσολακίδης αναφέρεται στις πολύπλοκες σχέσεις γυναικών από τη Ρωσία που ζουν ως οικονομικοί μετανάστες στην Αθήνα. Στο μονόπρακτο Τίποτα (2004) ο συγγραφέας επιλέγει ως θέμα την ίδια τη θεατρική πράξη και αναρωτιέται πάνω στην ουσία της τέχνης. Ένα κοινό υφάδι συνδέει τα δύο ανόμοια μεταξύ τους κείμενα: ο Τσέχωφ. Η επιρροή του Ρώσου δραματουργού στο Αθήνα-Μόσχα είναι εφανής ενώ στο Τίποτα βρίσκουμε μια υπαινικτική αναφορά. Μπορεί ο Τσέχωφ να αποτελεί σημείο εκκίνησης και έμπνευσης, όμως ο Τσολακίδης, όπως είναι αναμενόμενο, ακολουθεί τον προσωπικό του δρόμο. Ο συγγραφέας δημιουργεί τους δικούς του σύγχρονους ήρωες που έρχονται αντιμέτωποι με το σήμερα της ελληνικής και ρώσικης πραγματικότητας ενώ στο Τίποτα, εγκλωβίζονται σ’ ένα κλειστό θεατρικό σύμπαν. Τα έργα του Τσολακίδη είδαν το φως της σκηνής τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Το Αθήνα-Μόσχα ανέβηκε στο «Από Μηχανής Θέατρο» και στο ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης ενώ παίχτηκε σε Ζυρίχη, Αμβούργο, Βουκουρέστι, Τεχεράνη, αντίστοιχα το Τίποτα σε Ζυρίχη, Σμύρνη, Κωνσταντινούπολη, Τεχεράνη.

Αν ξέραμε μονάχα, αν ξέραμε μονάχα γιατί ζούμε, γιατί υποφέρουμε...! αναρωτιέται η Όλγα καθώς πέφτει η αυλαία στις Τρεις αδερφές του Τσέχωφ. Εκατό χρόνια μετά και πάλι η Όλγα υποφέρει, δεν προλαβαίνει όμως να αναρωτηθεί πάνω στο νόημα της ύπαρξης διότι ως οικονομική μετανάστρια στην Αθήνα δεν έχει χρόνο να φιλοσοφήσει πάνω στη ζωή. Οφείλει να επιβιώσει και το καταφέρνει. Το οικογενειακό μυθιστόρημα της Όλγας, της Μάσας και της Ειρήνας, συνεχίζεται με το Αθήνα-Μόσχα του Ευδόκιμου Τσολακίδη. Βρισκόμαστε πλέον στον εικοστό πρώτο αιώνα, στην ελληνική πρωτεύουσα που ετοιμάζεται για τους Ολυμπιακούς Αγώνες, είναι γεμάτη παράνομους μετανάστες και ελπίζει στο χρηματιστήριο.

Με ευαισθησία και χιούμορ, ο Τσολακίδης μας παρουσιάζει τον αγωνιώδη κόσμο των τριών γυναικών, τη δυσκολία επιβίωσης, την αποξένωση και την απελπισία των ανθρώπων που ζητούν μια δεύτερη ευκαιρία στο νότο, φεύγοντας από την παρηκμασμένη Ρωσία. Η απομόνωση της μειονότητας σηματοδοτείται στο έργο από το στενάχωρο, μικρό διαμέρισμα της Όλγας στην οδό Καλλιρόης, το χώρο όπου διαδραματίζονται οι οχτώ σκηνές του έργου. Οι τρεις γυναίκες συναντιούνται εδώ, μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα, με αφορμή τον ξαφνικό ερχομό της Ειρήνας από τη Ρωσία. Η Όλγα με τη Μάσα, έχουν ψυχρανθεί μεταξύ τους λόγω του Γιούρι, εραστή αρχικά της Μάσα και κατόπιν της Όλγας. Ο έξω κόσμος αντιπροσωπεύεται από την έντονη παρουσία ανδρών, όπως φανερώνουν οι συνεχείς τηλεφωνικές κλήσεις που δέχονται από συμπατριώτες τους, είτε αυτές αφορούν ερωτικές σχέσεις είτε επαγγελματικές. Εραστές που προσπαθούν να επανακάμψουν, νέοι ερωμένοι, αφεντικά που απολύουν τηλεφωνικά, συνεργάτες που κλείνουν περίεργα ραντεβού μέσα στη νύχτα. Στο διπλανό διαμέρισμα ένας νεαρός παίζει συνεχώς ντραμς, ενώ κατά τη διάρκεια του έργου προσπαθεί να αυτοκτονήσει. Η μόνη που μοιάζει να έχει μια, μάλλον μεταφυσική, σχέση με τον νέο Έλληνα γείτονα, είναι η νεότερη αδερφή, η Ειρήνα. Η μυστηριώδης ατμόσφαιρα που δημιουργεί ο συγγραφέας, μας αφήνει να πιστέψουμε ότι οι ηρωίδες του κινούνται στα όρια της νομιμότητας, γεγονός που αναιρείται στο τέλος. Οι σχέσεις των γυναικών μπερδεύονται ακόμη περισσότερο από την καχυποψία που δημιουργεί αναμεταξύ τους, η Νατάσα, χήρα του αδερφού τους. Όπως και στον Τσέχωφ έτσι και εδώ, η μικροαστή σύζυγος του άβουλου αδερφού τους, θα προσπαθήσει να κυριαρχήσει πάνω τους, διαλύοντας την οικογενειακή συνοχή.

Νεορεαλιστική κωμωδία παρεξηγήσεων, το Αθήνα-Μόσχα, αφήνει το τραγικό να εκφράζεται μέσα από τις λεπτομέρειες που συνθέτουν την πραγματικότητα των ηρώων. Η ευαίσθητη Μάσα καθαρίζει σπίτια αλλά έχει αλλεργία στα απορρυπαντικά και είναι συνέχεια με χάπια, η καπάτσα, νευρική Όλγα συνεργάζεται με απατεώνες και κερδίζει στο χρηματιστήριο ένα σημαντικό ποσό, η ανήσυχη Ειρήνα εμφανίζεται ντυμένη μοναχή χωρίς όμως να είναι βέβαιη για το δρόμο που επέλεξε. Πυρήνας του έργου οι σχέσεις των τριών γυναικών που περνούν από πολλές διακυμάνσεις μέχρι να καταφέρουν οι ηρωίδες να εξομολογηθούν μεταξύ τους, όσα πραγματικά αισθάνονται. Και πάλι η Μόσχα θα αποτελέσει τον ιδανικό προορισμό: η πόλη όπου όλα θα είναι διαφορετικά. Θα καταφέρουν τελικά οι ηρωίδες μας να αναθερμάνουν τη σχέση τους και να συνεχίσουν αγαπημένες την ζωή τους ή θα ξαναπάρει η καθεμιά τους το δρόμο της; Η ελπίδα έρχεται από την Ειρήνα που αποφασίζει να φτιάξει μόνη της τη ζωή της και να σταθεί οικονομικά στα πόδια της. Θα αποτελέσει τελικά η σύγχρονη Μόσχα τον τόπο όπου τα όνειρα θα γίνουν πραγματικότητα;

Έργο με γρήγορη δράση, ρεαλιστικούς διαλόγους και εναλλαγές ανάμεσα στο κωμικό και τη συγκίνηση, το Αθήνα-Μόσχα, προσφέρει τρεις μεστούς γυναικείους ρόλους και διεκδικεί τη δική του ξεχωριστή θέση στο σύγχρονο νεοελληνικό ρεπερτόριο.

Στο Art της Γιασμίν Ρεζά, τρεις άνδρες συζητούν και διαφωνούν για την ουσία της τέχνης, με αφορμή έναν λευκό πίνακα που για κάποιους είναι ένα εικαστικό «τίποτα». Στο έργο του Τσολακίδη Τίποτα άνθρωποι του θεάτρου βρίσκονται αντιμέτωποι για πολλή ώρα με την γυμνή σκηνή, με το θεατρικό «τίποτα». Κι εδώ ξεσπά διαφωνία για το τί είναι τελικά ένα καλλιτεχνικό έργο και πόσο υποκειμενική είναι η πρόσληψη της θεατρικής δράσης. Οι ίδιοι οι συμμετέχοντες θα δημιουργήσουν χωρίς να το καταλάβουν το σώμα της παράστασης. Ποιός όμως θεάται ποιόν;

 Πόσο ένταση μπορεί να έχει η σιωπή ώστε να αντικαταστήσει πλήρως το διάλογο ώστε να μην αποτελεί η παύση νεκρό σημείο στο σώμα της παράστασης; Στο πρωτότυπο μονόπρακτο, με τον χαρακτηριστικό τίτλο Τίποτα, ο Ευδόκιμος Τσολακίδης, τοποθετεί μια κριτικό θεάτρου, μια θεατή, έναν θεατρικό επιχειρηματία και μια αστυνομικό, μπροστά σε μια άδεια σκηνή όπου το μόνο που συμβαίνει είναι μια μεγάλη παύση. Πώς θα αντιδράσουν στο σκηνικό «τίποτα» οι εμπλεκόμενοι; Η απειλητική σωπή ανησυχεί τη θεατή που αρχίζει και διαμαρτύρεται ενώ η κριτικός την αντιμετωπίζει υπεροπτικά καθώς θεωρεί ότι συμμετέχει σ΄ ένα ξεχωριστό καλλιτεχνικό γεγονός. Η διαμάχη που θα ξεσπάσει ανάμεσα στις δύο γυναίκες θα φέρει στη σκηνή τον θεατρικό επιχειρηματία αλλά και μια αστυνομικό. Σύντομα οι γυναίκες θα αποκαλύψουν μύχια συναισθήματα, όπως την απελπισία της γυναίκας που απατήθηκε πρόσφατα από τον σύζυγο ή την μοναξιά που αισθάνεται από την έλλειψη ερωτικής ζωής η κριτικός. Όμως και η αστυνομικός κρύβει το δικό της μυστικό. Απόφοιτος δραματικής σχολής, η νέα γυναίκα δεν κατάφερε να ενταχθεί στο επαγγελματικό θέατρο παρά τις πολλές ακροάσεις στις οποίες συμμετείχε. Μια από αυτές ήταν και στο συγκεκριμένο θέατρο. Τώρα, η συγκυρία τη θέλει να παίζει επί σκηνής το μονόλογο της Νίνας από το Γλάρο του Τσέχωφ, με στόχο να αποδείξει στους υπολοίπους ότι πράγματι αξίζει για ηθοποιός. Όμως αυτός θα είναι ο πρώτος και τελευταίος της ρόλος της διότι ο θεατρικός επιχειρηματίας πυροβολεί την αστυνομικό, την ώρα που παίζει ενώ λίγο αργότερα σκοτώνει με τον ίδιο τρόπο και τη γυναίκα θεατή. Το πιστόλι παραμένει στο κέντρο της σκηνής ενώ η «δράση-παύση» συνεχίζεται με τους δύο εναπομείναντες, την κριτικό και τον επιχειρηματία. Το τέλος είναι προκαθορισμένο;

Νοσεί το θέατρο; Το σκοτώνει η μετριότητα; Από την υπερφίαλη κριτικό, τη μελό ηθοποιό, την ανίδεη θεατή ως τη σκοτεινή μορφή του θεατρώνη, ο Τσολακίδης δημιουργεί ένα κλειστό περιβάλλον που θυμίζει το Κεκλεισμένων των θυρών του Σαρτρ. Η συναναστροφή ανθρώπων που αδυνατούν να επικοινωνήσουν, δεν οδηγεί στη δημιουργία αλλά στο θάνατο. Στο Τίποτα, ο Τσολακίδης, μέσα από την καφκική ατμόσφαιρα που δημιουργεί, μιλά για τη φύση και το ακραίο του θεάτρου, την έλξη που ασκεί το πέρασμα από την πραγματικότητα στην ψευδαίσθηση. Ταυτόχρονα σατιρίζει τις σχέσεις εξουσίας που δημιουργεί το θεατρικό κατεστημένο. Την ίδια στιγμή που το θέατρο μετατρέπεται σ΄ένα επικίνδυνο, παράλογο παιχνίδι.