Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΛΑΪΝΑ,

  •  Ειρήνη Μουντράκη, Θεατρολόγος – Κριτικός Θεάτρου

Αν υπάρχει μια κυρίαρχη αίσθηση στη δραματουργία της Μαρίας Λαϊνά, αυτή είναι η αίσθηση της μοναξιάς. Μιας απόλυτης μοναξιάς που δεν μπορεί να  καλυφθεί από την παρουσία του Άλλου, την επαφή ή τις όποιες προσπάθειες επικοινωνίας με τον εξωτερικό κόσμο. Όλο της το έργο αναπτύσσεται μέσα σε μια ατμόσφαιρα εσωστρέφειας και με ένα αίτημα απελευθέρωσης από κάθε είδους δεσμά.

Οι ήρωες της Λαϊνά διασχίζουν απόλυτα μόνοι τα άνυδρα τοπία της ζωής τους συναντώντας στην πορεία τους ελάχιστες οάσεις ανάκτησης δυνάμεων και ενίσχυσης της πίστης. Ο μόνος αποδέκτης των σκέψεων και των αισθημάτων τους είναι ο ίδιος τους ο εαυτός. Σε αυτή την μοναχική διαδρομή οι άνθρωποι αυτοί ωστόσο δεν έχουν σκύψει το κεφάλι. Η αποκατάσταση της  κατά τον μέσο άνθρωπο διασαλευμένης τάξης στον προσωπικό τους κόσμο λίγο τους αφορά. Διατηρούν την ψυχραιμία και την αξιοπρέπειά τους, πορεύονται με σταθερά βήματα, γνωρίζοντας τα όριά τους, χωρίς να μοιρολογούν ή να εναποθέτουν τις ευθύνες της ζωής τους αλλού. Μπορεί οι γέφυρες επικοινωνίας να έχουν κοπεί αλλά οι ίδιοι βρίσκονται καλά οχυρωμένοι πίσω από τον εαυτό τους και σοφά προετοιμασμένοι. Δεν υποφέρουν τις ζωές τους ως θύματα. Είναι προϊόντα μιας φιλοσοφημένης στάσης ζωής και παρά τις όποιες ενίοτε επιφυλάξεις, φόβους ή αγωνίες τους, έχουν αποδεχτεί και προετοιμαστεί με νηφαλιότητα για τη συνέχεια της διαδρομής τους μακριά από τον συμβατό κόσμο και μπορούν να προγευτούν τη συνέχεια χωρίς τρόμο.

Αφετηρία της συγκεκριμένης σκέψης, του συγκεκριμένου τρόπου θέασης των πραγμάτων είναι τα δύο βασικά ζητήματα που σχεδόν εμμονικά διατρέχουν τη δραματουργία της Λαϊνά: ο θάνατος και ο έρωτας. Ζητήματα που συνδέονται και διατρέχονται από το ίδιο συναίσθημα: την μοναξιά. Είναι ο ιστός που τα ενώνει και οδηγεί τους ανθρώπους σε καθημερινούς μικρούς θανάτους ή σε οριστικούς.

Ο θάνατος συνεχώς παρών στη δραματουργία της υπογραμμίζει τη ματαιότητα της ζωής και παροτρύνει, ενθαρρύνει τους ήρωες να σκεφτούν και να καταλήξουν στα δικά τους συμπεράσματα για το τι είναι η ζωή. Βασικό ερώτημα που μπαίνει είναι: τι νόημα υπάρχει στη ζωή υπό την απειλή του θανάτου; Και η εκπλήρωση των επιθυμιών που ορίζεται; Τα ερωτήματα όμως που μπαίνουν η συγγραφέας δεν έχει την πρόθεση να τα απαντήσει. Τα αφήνει ανοιχτά, μετέωρα σαν απειλές πάνω από κάθε άνθρωπο που προσπαθεί να κλείσει τα μάτια στην ύπαρξή τους και να ζήσει  αγνοώντας τα.

Αυτή η λυρική θέαση των πραγμάτων, η προσωπική ποιητική ευαισθησία που αντανακλά στη δραματουργία της είναι ακόμα πιο εμφανής στον λόγο και στη χρήση των λέξεων. Λόγος μακριά από τον φυσικό, τον ρεαλιστικό λόγο που εξυπηρετεί την καθημερινή συναναστροφή και την επικοινωνία με τον Άλλο. Λόγος ωστόσο χειμαρρώδης, ερμητικός, πυκνός, μετρημένος ιδανικά ώστε να μην ξεχειλώνει αλλά να δημιουργεί μια καταιγιστική ρυθμολογία που μετουσιώνει το θέατρό της σε θέατρο μιας άμεσης γλωσσικής εμπειρίας. Και με τον τρόπο αυτό παράγει και παρέχει μια αποστασιοποιημένη συγκίνηση που καταφέρνει να διεγείρει τη νοητική διεργασία οδηγώντας σε ένα αποτέλεσμα πολύ πιο καταλυτικό από μια πρόσκαιρη εύκολη διέγερση του θυμικού.

Σε αυτό το πλαίσιο και ο χώρος που διαδραματίζονται τα έργα της ελάχιστη σημασία έχει. Το θέατρο της Λαϊνά δεν ανταποκρίνεται σε ρεαλιστικά δεδομένα. Δεν υπακούει σε κανόνες. Δεν ακολουθεί μια αφηγηματική ακολουθία, ούτε καταλήγει σε κάτι. Πρόκειται κυρίως για θραύσματα  ζωής.

Ο Κλόουν είναι ένας διάλογος του ήρωα πότε με τον εαυτό του, πότε με τον ρόλο που υποτίθεται ότι υποδύεται. Ένας διάλογος μεταξύ του είναι και του φαίνεσθαι του ανθρώπου που βάζει έντονα το ερώτημα της γνησιότητας, της αυθεντικότητας του κάθε ένα πίσω από τις μάσκες που φοράει προκειμένου να ανταποκριθεί στις καθημερινές απαιτήσεις.  Αντίστοιχα στον ποιητικό μονόλογο Ένα κλεφτό φιλί τα πάντα μένουν ανοιχτά και αναπάντητα. Τι από αυτά που διηγείται με συνεχείς τομές στον χρόνο ο ήρωας είναι αλήθεια; Υπήρξε αυτή η ζωή, αυτός ο έρωτας και αυτό το ατύχημα που περιγράφονται; Ή μήπως είναι επινοήσεις για μια διέγερση του νου, για μια επαναφορά γεύσεων και μυρωδιών, αισθήσεων που ακόμα μπορούν να λειτουργήσουν; Μονόλογος είναι και Το Φαγητό. Ο ήρωάς του εθισμένος στο αυτιστικό, μοναχικό του σύμπαν στοχάζεται πάνω στην τέχνη του φαγητού και στις κοινωνικές προεκτάσεις του πλησιάζοντας επικίνδυνα τη νοσηρότητα και τον εκτροχιασμό στην τρέλα ενώ υφέρπει η βαρβαρότητα που κρύβεται  μέσα μας.

Στο Η πραγματικότητα είναι πάντα εδώ ακολουθείται μια περισσότερο «θεατρική» φόρμα. Το τρίπρακτο έργο ακολουθεί τη διαδρομή από μια νευρολογική κλινική στο σπίτι και επιστροφή στην κλινική. Ένα τρίγωνο που δεν έχει να κάνει με τον έρωτα αλλά με την αναζήτηση της ελευθερίας. Η ηρωίδα δεν επιλέγει σύντροφο ερωτικό αλλά σύντροφο σε μια διαδρομή απελευθέρωσης από τις συμβάσεις. Οι λέξεις εδώ έχουν χάσει το νόημα τους για τους ήρωες. Η επικοινωνία επιχειρείται μέσω της εικόνας, μέσω της δημιουργίας μιας κοινής «θέασης» των πραγμάτων.  Αντανακλάσεις του έργου αυτού διαπιστώνονται στο Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ. Θα μπορούσε κανείς να εικάσει ότι το ζευγάρι αυτού του έργου είναι το ίδιο με εκείνο της Πραγματικότητας. Μόνο που εδώ το συναντάμε σε μια πρότερη φάση της σχέσης του, τη στιγμή της συνειδητοποίησης της οριστικής ρήξης και της απομόνωσης. Υποψία που ενισχύει το ότι το όνομα της γυναίκας είναι ίδιο.

Κοινά μοτίβα ανάμεσα στο Η πραγματικότητα είναι πάντα εδώ και τα άλλα έργα τις διαπιστώνονται και σε σχέση με πράξεις ή εμμονές ή εικόνες άλλων ηρώων. Ο Άνδρας Ά στην Πραγματικότητα περιγράφει ένα δάσος ενώ για ένα δάσος κάνει λόγο και ο Άνδρας Β στο Ένα…δύο…τρία. Η γυναίκα στην Πραγματικότητα θυμάται τη μητέρα της να παίζει πασιέντσες ενώ ο Άνδρας Α στο Ένα…δύο…τρία παίζει συνεχώς πασιέντσες. Η επιλογή του συγκεκριμένου παιχνιδιού δεν είναι τυχαία καθώς πρόκειται για ένα μοναχικό παιχνίδι όπου ο παίκτης προκαλεί την τύχη του ενάντια στον εαυτό του.

Ένα άλλο στοιχείο που διατρέχει τη δραματουργία της είναι ο θάνατος της μητέρας. Από τον Κλόουν, το Η  Πραγματικότητα είναι πάντα εδώ,  το Όταν ο λύκος δεν είναι εδώ, το Κλεφτό φιλί αλλά και την Οικογενειακή Υπόθεση έργο με ήρωες σκληρούς και απροσπέλαστους. Σε όλα αυτά τα έργα ο θάνατος της μητέρας έρχεται σαν ένα κόψιμο του ήρωα από τη ρίζα. Σαν μια επιβεβαίωση της απόλυτης μοναξιάς και του επικείμενου τέλους «αργά ή γρήγορα». Αυτή η συνειδητοποίηση του τέλους μοιάζει σαν να βάζει ένα φραγμό στην όρεξη για πάλη, για ζωή. Και φέρνει στο νου τα λόγια της ποιήτριας σε μια συνέντευξή της «Ο θάνατος εμποδίζει τη ζωή»( Lifo, Μέσα στις δάφνες, 24/4/2008. Συνέντευξη στον Γιώργο Χρονά).

Η ποίηση της δραματουργίας της Λαϊνά καταφέρνει να φωνάξει εκκωφαντικά δίχως ήχο το άρρητο της μοναξιάς και του θανάτου. Μας φέρνει αντιμέτωπους με την πιο βαθια έκφραση της ανθρώπινης αγωνίας κι όμως ενώ μας οδηγεί σε ένα κενό απαντήσεων, δεν μας απελπίζει.