Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΗΣ ΛΟΥΛΑΣ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ,

  •  Ειρήνη Μουντράκη, Θεατρολόγος – Κριτικός Θεάτρου

Το έργο της Λούλας Αναγνωστάκη είναι μια σειρά ηρωικών ασμάτων προς την έξοδο, μια σειρά ταπεινών ύμνων για την ελευθερία. Το κέντρο της δραματουργίας της είναι ο άνθρωπος και η ανάγκη του να υπάρχει ελεύθερος, να νιώθει πως έχει ακόμα τη δύναμη να αλλάξει τη ζωή του, να ξαναβρεί τον προσανατολισμό του.

Τα πρόσωπά της είναι κομμάτι της γης, άνθρωποι παγιδευμένοι σε ένα πλέγμα κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων από το οποίο προσπαθούν να βρουν διαφυγή. Είναι άνθρωποι βασανισμένοι, βιοπαλαιστές πολλοί από αυτούς, μόνοι, όμως ταυτόχρονα πνεύματα σε διέγερση, ευαίσθητα, ερεθισμένα. Και παρά το γεγονός πως βρίσκονται μπροστά σε ένα αδιέξοδο, πως είναι ή πως αισθάνονται απομονωμένοι, πως παλεύουν για να σωθούν, φέρουν μια διακριτή ποιότητα που σε κάνει όχι να τους λυπάσαι, -ποτέ δεν αισθάνεσαι οίκτο για αυτούς-, αλλά να τους σέβεσαι. Η δραματουργία της Αναγνωστάκη είναι μια πινακοθήκη ανθρώπων με αξιοπρέπεια.

Στην πλειοψηφία τους άνθρωποι νέοι που ενώ θεωρητικά έχουν μπροστά τους τη ζωή βρίσκονται μπροστά σε προσωπικά και κοινωνικά αδιέξοδα. Επιθυμούν να βαδίσουν προς τη ζωή όμως χάνουν τον δρόμο τους στην αναζήτηση μιας ουσιαστικότερης ζωής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα ίσως ο Κίμων και η Ελισάβετ στην Πόλη που πασχίζουν να συναντήσουν τη ζωή σε λάθος πόλεις. Λίγη ωστόσο απόσταση χωρίζει τα νεότερα από τα μεγαλύτερα σε ηλικία πρόσωπα. Η διαφορά εντοπίζεται στο ότι τα νεότερα αντιλαμβάνονται πως χάνουν τον δρόμο τους ενώ τα μεγαλύτερα τον έχουν ήδη χάσει και το γνωρίζουν. Η Άννα στα Διαμάντια γνωρίζει πολύ καλά που την έχει οδηγήσει η ζωή της. Κι όμως μέσα από ένα τραγούδι βλέπει μια κάποια πιθανή σωτηρία, μια κάποια ανάταση. Όλοι γνωρίζουν και όμως εξακολουθούν να επιθυμούν και να ελπίζουν σε μια κάποια έξοδο. Ακόμη και αν πρόκειται για μια βίαιη έξοδο. Ο Παύλος στην Κασέτα είναι ίσως ένα από τα πιο συγκροτημένα πρόσωπα. Από την αρχή γνωρίζει πόσο εγκλωβισμένος είναι και πόσο επιθυμεί την απομάκρυνση του από αυτό το περιβάλλον. Κι όμως θα προσπαθήσει να ενταχθεί, να ικανοποιήσει τον περίγυρό του, να καταπιέσει τα θέλω του μέχρι τη στιγμή που ένα ασήμαντο επί της ουσίας γεγονός θα τον οδηγήσει στην αυτοκτονία, για τον οποίο αποτελεί μια λύτρωση. Όχι από φόβο, αλλά από αξιοπρέπεια. Η Σοφία στο Σ’ εσάς που με ακούτε θα βαδίσει με θάρρος σε μια επικίνδυνη αποστολή μόνο και μόνο για να δώσει τέλος στα αδιέξοδα.

Τα πρόσωπα αυτά τοποθετούνται σε πολύ συγκεκριμένα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια. Εντούτοις, η συγγραφέας καταγράφει όχι το τοπικό και περιορισμένο αλλά την πορεία, τα διλήμματα και τον αγώνα του ανθρώπου για την ανεύρεση του αληθινού εαυτού του καθώς και των συνθηκών που θα του επιτρέψουν να είναι αυτό που ελπίζει. Είναι εντυπωσιακό μα κανένα από τα πρόσωπα της Αναγνωστάκη δεν κυνηγά το χρήμα, τη δόξα ή την ύλη. Όλα βρίσκονται σε μια καθοριστική μάχη με τον ίδιο τους τον εαυτό. Ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός πως στο έργο της ο θεός είναι σχεδόν απών. Κανένας δεν εναποθέτει τις ελπίδες του σε αυτόν. Ο άνθρωπος βρίσκεται απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στους άλλους. Άνθρωπος απέναντι σε άνθρωπο. Και η μεγάλη, η δύσκολη μάχη δίνεται για την κατάκτηση της ελευθερίας του.  

 Δεν πρόκειται όμως για μια αλλαγή που εντοπίζεται και εξαντλείται στην προσωπική διαφυγή και στα προσωπικά όνειρα. Το έξω και το μέσα, το συλλογικό και το προσωπικό είναι πάντοτε παρόντα. Έξω μπορεί να γίνεται μια παρέλαση ένας ποδοσφαιρικός αγώνας ή οι βουλευτικές εκλογές, μια συναυλία, ένα φόρουμ, ή μπορεί απλά να πρόκειται για την παραμονή της Πρωτοχρονιάς, για έναν αρραβώνα ή για μια συνέντευξη τύπου.  Πάντοτε το συλλογικό και το ατομικό στέκονται αντιμέτωπα αλλά όχι εχθρικά. Το ένα προϋποθέτει και εμπεριέχει το άλλο και με τον τρόπο αυτό το πιο προσωπικό φτάνει στον πυρήνα της ψυχής και γίνεται πανανθρώπινο. Στο Σ’ εσάς που με ακούτε υπάρχει ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα όταν ο εσωτερικός χώρος μετατρέπεται ξαφνικά σε δημόσιο και κάθε ένα από τα παριστάμενα πρόσωπα προβάρει έναν υποτιθέμενο λόγο.

Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς πως οι ιστορίες μπλέκονται, πως όλα αυτά τα πρόσωπα με τα κοινά βιώματα και χαρακτηριστικά, με τη Γερμανία και τη ξενιτιά να επανέρχονται, με τις κοινές ιδεολογικές και πολιτικές αναζητήσεις αλλά και τα ηθικά βάρη, έχουν γνωριστεί, έχουν συνυπάρξει, είναι συγγενικά. Στην Διανυκτέρευση και στο Ταξίδι Μακριά μάλιστα τα πρόσωπα έχουν το ίδιο επώνυμο. Οι ιστορίες αποκαλύπτουν ανθρώπους αληθινούς, δράματα και πάθη που συγκλονίζουν τον αποδέκτη, γεγονότα μέσα σε πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο μόνο που η ζωή παίζει παντού τα ίδια παιχνίδια και γρήγορα λίγη σημασία έχει το από πού κατάγονται και τι γλώσσα μιλάνε. Και έτσι η ισχυρή εντοπιότητα, η ελληνικότητα διαστέλλεται για να συμπεριλάβει όλους τους ανθρώπους και τους τόπους. Το θέατρό της Αναγνωστάκη γίνεται οικουμενικό.

Οι ιστορίες τους ακουμπάνε στην καρδιά αλλά δεν προσπαθούν να προκαλέσουν οίκτο. Δεν αναζητά τη συμπάθειά μας η Σοφία Αποστόλου στον Ουρανό Κατακόκκινο. Στέκεται ολόρθη απέναντι στη ζωή της και νιώθει περηφάνια για τον άσχημο και ηλίθιο γιο που επισκέπτεται στις φυλακές. Στην Συναναστροφή οι δύο γυναίκες, η Βασιλική και η Όλγα, δεν επιζητούν τον οίκτο των γειτόνων τους για τον θάνατο της μικρής τους αλλά την αίσθηση του συνανθρώπου, της συναναστροφής. Οι ιστορίες όλων έρχονται συνήθως για να φωτίσουν το παρελθόν του προσώπου, να δικαιολογήσουν αυτό που σήμερα είναι. Ο άνθρωπος εξάλλου δεν είναι μόνο αυτό που ζει αυτή τη στιγμή αλλά και αυτό που υπήρξε κάποτε. Και συχνά, αυτό το κάποτε, είναι αναπόδραστο και πολύ πιο ισχυρό από το σήμερα ενώ ο χρόνος συνεχώς διαστέλλεται και συστέλλεται.

Οι ιστορίες δεν λειτουργούν καταλυτικά για την εξέλιξη της δράσης. Τις περισσότερες φορές ο θεατής παρακολουθεί μια πορεία πραγμάτων που έχει ήδη συντελεστεί. Η μνήμη άλλωστε είναι ένα από τα σημαντικότερα χαρακτηριστικά των ηρώων της. Θυμούνται, θέλουν να θυμούνται το παρελθόν τους ακόμα κι αν θέλουν να ξεφύγουν από αυτό. Στη Νίκη η Βάσω και η Γριά έχουν δώσει υπόσχεση κάθε εβδομάδα να λένε την ιστορία τους, για να μην ξεχάσουν καμία λεπτομέρεια. Η Μυρτώ γράφει θεατρικό έργο τη ζωή τους στο Ταξίδι μακριά, ενώ στην Κασέτα η Κατερίνα κρατάει την ιστορία της μόνο για εκείνη και την αποκαλύπτει στον Παύλο ως απόδειξη της αγάπης της προς σ’ αυτόν.

Στα πρόσωπα της Λούλας Αναγνωστάκη συμπλέκονται με τρόπο μυστηριώδη, το χοϊκό με το αέρινο, το κορμί με την ψυχή, η ύλη με το πνεύμα. Πίσω από τον ρεαλισμό των γεγονότων, των ιστοριών, των προσωπικών και πολιτικών καταστάσεων υπάρχει μια βαθιά ποιητική, σχεδόν μεταφυσική διάσταση που γίνεται αισθητή και με την ιδιαίτερη χρήση των ονείρων. Ο Άρης που είναι κλειδωμένος με τη Ζωή στην Παρέλαση ονειρεύεται πως το κλειδί της εξώπορτας του δωματίου από το οποίο ποτέ δεν βγαίνουν αντί για την έξοδο οδηγεί σε μια σειρά άλλων δωματίων. Στη Διανυκτέρευση ο Μίμης ονειρεύεται πως το σπίτι του έχει γίνει πέρασμα για τον κόσμο, και ο ίδιος με την γυναίκα του στο κρεβάτι σκεπάζονται και περιμένουν υπομονετικά γεμάτοι ντροπή.

Υπαρξιακές αγωνίες ανθρώπων που προσπαθούν να βρουν τη θέση τους μέσα σε έναν κόσμο που συνεχώς αναδιαμορφώνεται. Υπάρχει ο αγώνας για την δικαίωση της ύπαρξης και ο παλμός της ανάγκης να κάνουν οι άνθρωποι κάτι μεγάλο, κάτι μοναδικό. Μόνο που κάποιες φορές αυτό που θεωρούν μεγάλο μπορεί να είναι ένα μεγάλο λάθος όπως συμβαίνει με τον Γιάννη στον Ήχο του Όπλου, όπου σε ένα όπλο συγκεντρώνεται ξαφνικά όλη η λύσσα, το πάθος για δύναμη, εξουσία και υπόσταση.  

Η λύση του δράματος συνήθως έρχεται με τρόπο βίαιο, τις περισσότερες φορές με κάποιο θάνατο ή έστω με μια φυγή που είναι ένα είδος θανάτου. Και αυτό το παιχνίδι μεταξύ ζωής και θανάτου, μεταξύ φωτός και σκιάς, μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης, ωμότητας και ποίησης συνεχίζεται. Και περιέργως πως, σε μια δραματουργία που δεν σε αφήνει να ανασάνεις, δεν υπάρχει πουθενά αυτό που λέμε «happy end», δεν νιώθεις δυστυχής, δεν νιώθεις μίζερος, ή καταπιεσμένος. Γιατί τα βασικά υλικά της Αναγνωστάκη είναι η αλήθεια, η αξιοπρέπεια και η δύναμη ψυχής. Στοιχεία που την κάνουν βαθιά ανθρώπινη, βαθιά αληθινή, αρχετυπική. Και με την ώθηση των προσώπων της που χάθηκαν μες στη ζωή τους ο θεατής βρίσκει τη δύναμη, το θάρρος, να γίνει πιο προσεκτικός και να αναζητήσει καλύτερα το δρόμο στη δική του ζωή.