Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΙ ΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ,

  •  Χαρά Μπακονικόλα, Ομότιμη Καθηγήτρια Τμήματος Θεατρικών Σπουδών Πανεπιστημίου Αθηνών

Το ελληνοτρόπως κοσμοπολίτικο θέατρο του Πάρι Τακόπουλου*

 

Τα έργα του Τακόπουλου υποβάλλουν στο θεατή μια ανοίκεια σχέση με το οικείο, η οποία εκπλήσσει, δηλαδή τον εκτοξεύει έξω από κάθε γνωστή ερμηνευτική, με μια φυγόκεντρη δύναμη. Η κίνηση, η κατάσταση, το πρόσωπο, η γλώσσα – τόσο στον διάλογο, όσο και στον μονόλογο –, τα πάντα είναι εκρηκτικά και απρόβλεπα σ’ αυτό το ιδιότυπο θέατρο, που απειλεί ακροβατώντας, και αυτοδιακυβεύεται επιχειρώντας μια πλήρη ανατροπή κάθε υπόθεσης ή βεβαιότητας. Χωρίς νεορεαλιστικές υστερίες, χωρίς μελοδραματικές φιοριτούρες, χωρίς σπαρακτικές θυμικές κορυφώσεις, οι συνήθως δισυπόστατες φιγούρες του συγγραφέα κινούνται μέσα σε μια ατμόσφαιρα «υπερλογισμού», θα έλεγε κανείς, η οποία, μολονότι δεν φορτίζεται από καμιά μεταφυσική, εξωπραγματική, ονειρική δύναμη, και μολονότι τροφοδοτείται από απτές πραγματικότητες, παρασύρει το θεατή σε μια υπερπραγματική βίωση του γεγονότος, Η εικόνα που ξεπερνάει τα όρια του δυνατού δεν είναι ασύλληπτη : ένα ταξίδι με υπερηχητικό αεροπλάνο, μια τυφλή δακτυλογράφος, ένα επικίνδυνα ιδιόρρυθμος επιστήμονας, ένα παιδί ωριμότερο από τον παππού του, μια γυναίκα που συμπεριφέρεται σαν παραχαϊδεμένο μωρό, η ομοφυλοφιλία ως αποτέλεσμα ανίας, το γεύμα του ζευγαριού που διανθίζεται με αψιμαχίες, είναι καταστάσεις και πρόσωπα που μπορούμε σήμερα να φανταστούμε, Δεν έχουμε να κάνουμε, λοιπόν, με «φανταιζίστικες» συλλήψεις, ούτε με θέματα επιστημονικής φαντασίας. Δεν πρόκειται για κάτι αδιανόητο και, σε τελευταία ανάλυση, τίποτε δεν είναι καινούργιο στον κόσμο μας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το πώς επεξεργάζεται ο Τακόπουλος τα ερεθίσματα που δέχεται απ’ τον κόσμο του και πώς τα μεταπλάθει σε έντεχνη σύνθεση.

Εδώ, πρέπει να πούμε πως εκείνο που προεξάρχει είναι η αναμέτρηση του συγγραφέα με τη γλώσσα. Ωστόσο, ο Τακόπουλος δεν αρκείται στο να την γελοιοποιεί και να την εξαρθρώνει, μέχρι τελικής πτώσης της (και απαλοιφής του νοήματος), όπως κάνει ο Ιονέσκο, αλλά ταυτόχρονα την ανασυνθέτει περαιτέρω, αποκαλύπτοντας μια άλλη σημασιολογική διάσταση της λέξης, παίζοντας με ομόηχους όρους, υπερκαλύπτοντας την κυριολεξία με τη μεταφορά και προκαλώντας έναν λεκτικό πανικό που, όμως, βρίσκεται πολύ μακρυά από την ιδέα του μηδενός της γραφής ή της ζωής. Η λειτουργία της γλώσσας αποκαλύπτει, βέβαια, μέσα από φαινομενικώς ασύνδετα μεταξύ τους στοιχεία, τον παραλογισμό της ανθρώπινης νόησης, ακόμη και τις έσχατες εκδοχές της πραγματικότητας καθαυτήν και, φυσικά, της ίδιας της γλώσσας. Αλλά ό,τι δεν είναι στέρεο, δεν έχει απαραίτητα ως σημείο αναφοράς του το μηδέν.][

][ Ο γλωσσικός κώδικας μεταξύ των προσώπων, που εξασφαλίζει εναλλάξ τη συνεννόηση και την παρανόηση, είναι ένα τολμηρό σύνθεμα από λέξεις της καθαρεύουσας και της δημοτικής, που εμπλουτίζεται σποραδικά από ξένους όρους. Η κωμική κομψότητα και η επιτήδευση της γλώσσας προσβάλλεται απροσδόκητα από λαϊκές ή περιθωριακές λέξεις (αργκό), που αντιστέκονται στις επιταγές της ευπρέπειας, πέφτοντας σαν κεραυνός εν αιθρία, με τον τρόπο ενός καλοανατεθραμμένου παιδιού που μας αφήνει άναυδους, όταν παραβεί τους κανόνες καλής συμπεριφοράς που του έχουν μάθει καλά.

Οικείος και ανοίκειος, απλός και επιτηδευμένος, μονοσήμαντος και πολύσημος, ανάλογα με τη στιγμή, ο θεατρικός διάλογος του Τακόπουλου προβάλλει τη σχέση του σημαντικού με το ασήμαντο, του βάθους με την επιφάνεια, του κωμικού με το δραματικό, του φωτός με το σκοτάδι. Τα ανθρώπινα εγχειρήματα και έργα, όσο σοβαρά κι αν είναι, χάνουν το αυστηρό τους περίγραμμα και τη βαρύτητα που διαθέτουν μέσα στον μικρόκοσμο της περιορισμένης γεωγραφικής, ιδεολογικής ή και συναισθηματικής περιοχής, αν ιδωθούν από μια απόσταση κι από μια ορισμένη οπτική.

Η οπτική του Τακόπουλου είναι μια οπτική «φιλικής αποστασιοποίησης» από τα δήθεν σημαντικά πράγματα του σημερινού κόσμου, που έχουν καταντήσει μορφές δίχως περιεχόμενο, κινήσεις χωρίς τελειότητα. Αν η ζωή μας έχει καταντήσει μια καρικατούρα από πολλές απόψεις, αν οι καθιερωμένοι κώδικες έχουν καταστεί ανενεργοί, τίποτε δεν εμποδίζει τον συγγραφέα να ζωγραφίσει την εκτυφλωτική ελαφρότητα της ζωής με τον δικό του εκτυφλωτικό, παράδοξο και συνάμα ιλαρό τρόπο, που προκαλεί στον θεατή ένα γέλιο που ξεπηδάει απ’τη νόηση, μαζί με μια αμηχανία μπροστά σ’εκείνο που απομένει ως απειλή πίσω απ’τον κωμικό διάλογο.

 

*(απόσπασμα από το βιβλίο της Χαράς Μπακονικόλα: «ΤΟ ΕΛΛΗΝΟΤΡΟΠΩΣ ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ ΤΟΥ ΠΑΡΙ ΤΑΚΟΠΟΥΛΟΥ»)