Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΤΣΙΡΟΥ,

  •  Σάββας Πατσαλίδης, Καθηγητής Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Ο αποκαλυπτικός ρεαλισμός του Γιάννη Τσίρου

Μπορεί οι διασπορικές συγκυρίες των τελευταίων δεκαετιών να ευνόησαν τη δυναμική εμφάνιση στο παγκόσμιο θέατρο της έννοιας του «άλλου», όμως το ελληνικό θέατρο είναι εκείνο που πρώτο έδειξε τον δρόμο. Τι πιο συγκλονιστικό παράδειγμα από τους Πέρσες και τις Τρωάδες; Ποιος δεν μνημονεύει την Εκάβη, την Ανδρομάχη, τον Δαρείο και τον Ξέρξη ή την ανεπανάληπτη Μήδεια στην ομότιτλη τραγωδία;

Με μια τόσο πλούσια παρακαταθήκη, δεν πρέπει να εκπλήσσει που ολοένα και πυκνώνει η τάξη των σύγχρονων δραματικών συγγραφέων μας που στρέφονται με έγνοια και αγωνία σε ευαίσθητα θέματα που διατρυπούν κάθετα το ποικιλόμορφο σώμα της ελληνικής κοινωνίας, προκαλώντας ποικίλες αντιδράσεις και αναδιατάξεις. Και δεν αναφέρομαι στη Λούλα Αναγνωστάκη ή τον Πέτρο Μάρκαρη, για παράδεγμα, και οι δύο με σπουδαία έργα επικεντρωμένα στο θέμα του «άλλου», αλλά σε ακόμη πιο πρόσφατους καλλιτέχνες, από τους οποίους ξεχωρίζω τον ταλαντούχο Γιάννη Τσίρο, ο οποίος αλιεύει από τη δεξαμενή αυτής της τεράστιας ελληνικής θεατρικής οικογένειας, ιδέες και τις μετατρέπει σε ακαριαία δρώμενα της νεοφιλελεύθερης εποχής μας.

Γεννήθηκε στον νομό Μεσσηνίας, μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε σχέδιο και φωτογραφία και παράλληλα έκανε μαθήματα μουσικής. Θα γίνει γνωστός στο ευρύ θεατρόφιλο κοινό το 2004, με το βραβευμένο από το Υπουργείο Πολιτισμού Αξύριστα πηγούνια, ένα απλό αλλά γεμάτο αλήθειες λαϊκό έργο, με πρωταγωνιστές τρεις νοσοκόμους, που συχνά περνούν τον  ελεύθερο χρόνο τους σε στριπτιζάδικα. Η ζωή τους ταράζεται όταν κάποια στιγμή μεταφέρεται στον εργασιακό τους χώρο το πτώμα μιας νεαρής Ρωσίδας στριπτιζέζ, με την οποία κατά καιρούς είχαν συνδεθεί. Πρόσωπο με πρόσωπο με το σώμα που εκμεταλλεύτηκαν, καλούνται τώρα να κάνουν το προσωπικό τους \\\"ταμείο\\\". Είναι όμως σε θέση;

Ο Τσίρος είναι ένας συγγραφέας που δεν παίρνει τίποτα τοις μετρητοίς. Για όλα υπάρχει λόγος και αντίλογος. Όπως στην προκειμένη περίπτωση, όπου δεν αρκείται απλώς να ακτινογραφήσει την ιδεολογία το βλέμματος επάνω στο ανυπεράσπιστο γυναικείο σώμα, αλλά συνάμα και να ασκήσει αυστηρή κριτική στην ερωτική διαγωγή του ανδρικού φύλου. Θέλει να ερευνήσει την ανδρική ματιά και τον τρόπο που λειτουργεί όταν συναντηθεί με το θηλυκό και ιδιαίτερα το ανυπεράσπιστο ή το ευάλωτο.

Στα έργα που ακολουθούν συνεχίζει να καταθέτει την έγνοια και την αγωνία του για τα πράγματα που συνθέτουν το αλλοπρόσαλλο μωσαϊκό της σύγχρονης ελληνικής (και ΕΟΚικής) πραγματικότητας. Δείχνει να έχει καλά καταλάβει τον κόσμο που ζει, γι΄ αυτό και δεν χρυσώνει το χάπι. Ιδίως δείχνει να γνωρίζει πολύ καλά την ελληνική επαρχία, γι’ αυτό και συχνά οι ιστορίες του εξελίσσονται με φόντο το επαρχιακό τοπίο. Είναι σαν να αναζητεί εκεί, σε μια πάλαι ποτέ υποτίθεται πιο αγνή πατρίδα, τις ουσίες της πραγματικής ψυχής του Έλληνα, τα αίτια και τα αιτιατά, το τι στράβωσε και έφτασε εδώ που έφτασε, ένας κατ΄ όνομα Ευρωπαίος που θέλει να επιβιώσει χωρίς κανόνες και αρχές. Ελεύθερος αλλά και παντελώς αδιάφορος για την ελευθερία του άλλου, αρκεί αυτός να είναι καλά.

Στο Τα μάτια τέσσερα (2008), η ιστορία στροβιλίζεται γύρω από τον βίο και την πολιτεία ενός 21χρονου κοριτσιού ονόματι Άννα, που καταζητείται σε όλη την Αθήνα γιατί έκλεψε από πολυκατάστημα ένα κραγιόν. Στην προσπάθειά της ν’ αποφύγει τη σύλληψη, η Άννα είχε σπρώξει μια αστυνομικό, με αποτέλεσμα να την τραυματίσει ελαφρά. Αμέσως ένας ολόκληρος κρατικός μηχανισμός μπαίνει σε λειτουργία για την αντιμετώπιση του «κακουργήματος». Από τη σύλληψη της παραβατικής νέας μέχρι και την τιμωρία της, κάθε πολιτειακός εκπρόσωπος γίνεται πρόσωπο απρόσωπο. Το αστυνομικό όργανο, άκαμπτο, εφαρμόζει τον νόμο, ο νομοθέτης αποποιείται τις προσωπικές του σχέσεις με τον παραβάτη, ο δικαστής τηρεί τις δέουσες αποστάσεις. Μόνο ο δημοσιογράφος, αναζητά, υποτίθεται, «δικαίωση» για τον «αδύναμο». Τότε η τηλεοπτική δημοσιοποίηση γίνεται το έσχατο καταφύγιό του. Και το τίμημα της σωτηρίας είναι η διαπόμπευση της αδυναμίας του.

Τελικά, ποιος θα ελέγξει την αυθαιρεσία του κράτους, ρωτά ο συγγραφέας; Και ποιος είναι ο ρόλος των τηλεοπτικών μέσων σε αυτό το παμφάγο παιχνίδι της τετραπλής (νομοθετική, εκτελεστική, δικαστική και του Τύπου --εξ ου και ο τίτλος) εξουσίας; Κατά το συγγραφέα είμαστε όλοι υπεύθυνοι για τα δεινά της Άννας. Φτιάξαμε και στηρίξαμε μια κοινωνία που θυματοποιεί αδύνατα άτομα σαν κι αυτήν. Μια κοινωνια όπου η δικαιοσύνη είναι τυφλή. Βλέπει κατά βούληση και βολή.

Με την Αόρατη Όλγα που ακολουθεί, ο Τσίρος θα συμμετάσχει στο επιδοτούμενο ευρωπαϊκό πρόγραμμα Εmergency Entrance, όπου, πέρα από το δικό μας Εθνικό, βρίσκουμε και το θέατρο Γκαριμπάλντι της Ιταλίας, το Εθνικό Θέατρο του Ισραήλ Habima, το Εθνικό Θέατρο της Πράγας, το Ουγγρικό Θέατρο της Κλουζ - Ρουμανία και το Schauspielhaus Graz της Αυστρίας. Το έργο παρουσιάστηκε με μεγάλη επιτυχία στο Εθνικό Θέατρο το 2012, μαζί με το έργο της Λένας Κιτσοπούλου Άουστρας ή Αγριάδα, σε μια ενιαία παράσταση με τον πολύ ενδεικτικό τίτλο Ο Ξένος.

Στο επίκεντρο είναι και πάλι η εκμετάλλευση του αδυνάτου, του ξένου (και άρα «αόρατου»).  Μόνο που αυτή τη φορά η ιστορία παίρνει σχεδόν τη μορφή θεάτρου-ντοκουμέντου, αφού βασίζεται σε μαρτυρίες ατόμων που βίωσαν τον ρατσισμό ένεκα της ετερότητάς τους. Στον πυρήνα του έργου είναι η σκληρή εμπειρία μιας νέας αλλοδαπής που πέφτει θύμα του τράφικινγκ και μετατρέπεται σε αντικείμενο σκληρής συναλλαγής. Ο Τσίρος, με καλή δοσολογία στην απελευθερωση στοιχείων και πληροφοριών, μας δείχνει τις σκοτεινές διαδρομές ενός ολόκληρου μηχανισμού που γνωρίζει πολύ καλά πώς να σφραγίζει όλες τις εξόδους διαφυγής.

 Αυτή η εικόνα του κλειστού κυκλώματος κυριαρχεί και στο επόμενο εγχειρημά του, Άγριος σπόρος, μια αποκαλυπτική ακτινογραφία μιας κοινωνίας βουτηγμένης στη σαπίλα, στις μισές αλήθειες, στις προκαταλήψεις και στις περίεργες δοσοληψίες. Πρωταγωνιστές ο αστυνομικός της περιοχής (ο εκπρόσωπος της εξουσίας), ο ιδιοκτήτης καντίνας με «SOUVLAKI STA KARVOUNA», παράνομα σταθμευμένης σε επαρχιακή παραλία,, η νεαρή κόρη του, Χαρούλα και το άφαντο σώμα ενός ξένου και πάλι.. Τοποθετώντας, για άλλη μια φορά, τον ξένο απέναντι, ως το \\\"αντίπαλο\\\" δέος, ο Τσίρος, με καλά ρυθμισμένους ελιγμούς πυροδοτεί μικρές όσο και έντονες συγκρούσεις που σταδιακά πυκνώνουν, αποκαλύπτοντας στο εσωτερικό τους άπειρα καρκινώματα, που συνεχίζουν ακάθεκτα τις παραμορφωτικές μεταστάσεις τους. Ο λόγος του, καθαρός, ενίοτε σκόπιμα και αποκαλυπτικά βίαιος, αλλά και ποιητικός, υπαινικτικός και πολυσημαίνον, εκεί όπου χρειάζεται, δεν κόπτεται να τα πει όλα μονομιάς. Σαν καλός παραμυθάς, ο Τσίρος ξέρει να διαχειρίζεται συνετά τη  τεχνική του σασπένς. Με καλά μελετημένη απελευθέρωση των μυστικών της υπόθεσης (πιθανής) δολοφονίας του νεαρού Γερμανού σε τουριστική παραλία, με σωστές κλιμακώσεις, αποκλιμακώσεις και ξαφνικές κορυφώσεις, δημιουργεί μια σκηνική ατμόσφαιρα αστυνομικού μυστηρίου που κρατά τον θεατή σε μια κατάσταση μόνιμης απορίας. Και αυτός θέλει να μάθει τι γίνεται. Ποιος σκότωσε τον νεαρό Γερμανό; Ή μήπως δεν τον σκότωσε κανείς και απλώς εξαφανίστηκε; Ποιος θα μας πει τελικά την απόλυτη αλήθεια; Ποιος θα μας πει πού σταματά το είναι και πού το φαίνεσθαι; Όπως είναι διαρθρωμένη η κοινωνία μας, υπάρχει απάντηση; Δύσκολη η απάντηση, γι’ αυτό και δεν μας τη δίνει.

Στο πιο πρόσφατο έργο του (πρόσφατο σε σχέση με την ολοκλήρωση του κειμένου αυτού) Ελεύθερα Ύδατα (2013), ο Τσίρος αξιοποιεί τους κώδικες του πολιτικού-ψυχολογικού θρίλερ, ώστε να μελετήσει το φαινόμενο της νεανικής στράτευσης, εστιάζοντας στα αγνά κίνητρα και τις συνέπειές της. Πρωταγωνιστές τρείς έφηβοι, μαθητές Λυκείου, με ανεπτυγμένη οικολογική συνείδηση, στρατευμένοι στην υπόθεση της διαχείρισης των υδάτινων πόρων. Με εγκέφαλο ένα φίλο τους που ποτέ δεν θα τον δούμε αλλά με τον οποίο μιλούν μόνο στο τηλέφωνο, προχωρούν σε μια παράτολμη ενέργεια: απαγάγουν τον νεαρό γιο του προέδρου μιας κάποιας Εταιρείας Προστασίας Υδάτων , της οποίας οι σκοποί είναι η εκμετάλλευση και όχι η προστασία των υδάτων, και στην οποία εργάζεται ο πατέρας του Μάρκου. Αφού απαγάγουν τον νεαρό, τον κρύβουν σε ένα υπόγειο και απαιτούν, με το σύνθημα «Ελεύθερα ύδατα!», από τον πατέρα του να ακυρώσει τη διαδικασία ιδιωτικοποίησης του νερού, την οποία μεθοδεύει η εταιρεία, μέσα σε τρεις μέρες, κατά τις οποίες θα στερήσουν από το γιο του εντελώς το νερό. Ο πρόεδρος σιωπά. Στο τέλος της τρίτης μέρας απαντάει αρνητικά στο αίτημά τους, με την αιτιολογία ότι το θεωρεί εκβιαστικό. Στο διάστημα αυτό οι σχέσεις των τριών παιδιών με τον νεαρό περνούν διάφορες φάσεις. Τα παιδιά, ευαίσθητα κατά βάθος, φοβούνται για την τύχη του, γι’ αυτο και το καθένα, ξεχωριστά και κρυφά από τους άλλους, του δίνει να πιει λίγο νερό. Ταυτόχρονα αρχίζουν να αναρωτιούνται αν ο τρόπος διαμαρτυρίας που διάλεξαν είναι σωστός. Τους κυριεύουν οι αμφιβολίες. Με το έργο αυτό, που γράφτηκε ειδικά για νεανικό κοινό, ο Τσίρος δείχνει πως ο μόνος δρόμος προς την ενηλικίωση είναι η συνειδητοποίηση των ορίων μέσα από την ακραία συμπεριφορά. Ποιες είναι οι ευθύνες που πρέπει να αντιμετωπίσουν οι επαναστατημένοι νέοι; Πού βρίσκονται τα όρια της συμπεριφοράς τους; Ποιος ειναι ο αληθινός εχθρός τους;

Κατακλείδα

Το σύνολο του έργου του Τσίρου δείχνει έναν δημιουργό που διαθέτει οξύ κριτικό και διεισδυτικό πνεύμα. Δεν κραυγάζει, δεν σείει την παντιέρα κάποιας επανάστασης ούτε καταδεικνύει.  Διαχειρίζεται με το τέτοιον τρόπο το υλικό του ώστε να δώσει τη δυνατότητα στον δέκτη να επιλέξει ο ίδιος. Υπ’ αυτήν την  έννοια, μπορεί να καταγράφει αυτό που βλέπει, όμως δεν είναι ένας απλός φωτογράφος της ζωής, ένας διεκπεραιωτής εντυπώσεων και ειδήσεων στο πρότυπο ενός κακώς εννοούμενου τηλεοπτικού νατουραλισμού, αλλά ένας υποψιασμένος παρατηρητής που καταθέτει βαθιές σκέψεις μέσα από τον καθημερινό λόγο και ασυνήθιστες σκέψεις σε συνηθισμένες καταστάσεις. Είναι ένας ρεαλιστής της μεταμοντέρνας εποχής, που ξέρει να δημιουργεί ρωγμές στο φαινομενικά συμπαγές κοινωνικό σώμα, ώστε να δούμε αυτό που ζούμε και δεν βλέπουμε. Μέσα από αυτό το πρίσμα, ο μοντέρνος ρεαλισμός του θα μπορούσαμε να πούμε ότι συναντά τον «αντι-ρεαλισμό» του μεταμοντέρνου Μπρεχτ.