Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΣΕΪΤΑΝΗ,

  •  Ευγενία Σωμαρά, Θεατρολόγος M.phil.

Από το παραμυθόδραμα στην ανάγκη αποδοχής του άλλου φύλου

Ο Δημήτρης Σεϊτάνης, καταξιωμένος ηθοποιός, σκηνοθέτης και συγγραφέας  ασχολείται με το θέατρο για παιδιά και νέους επί σειρά ετών, έχοντας δημιουργήσει και έναν αποκλειστικά αφιερωμένο στο είδος αυτό χώρο, το «Θέατρο Νέων». Έχει ασχοληθεί εις βάθος με το δύσκολο αυτό θεατρικό είδος και ανάμεσα στις δεκάδες διασκευές και σκηνοθεσίες θεατρικών έργων διαφόρων συγγραφέων, κατέθεσε και ο ίδιος τα δικά του δείγματα γραφής. Μέσα από τα έργα του Παραμυθιάδα και Αν εσύ… ήμουν εγώ!, των οποίων έχει την αποκλειστική συγγραφή, αποδεικνύεται ότι έχει εντρυφήσει στο τι σημαίνει καλό θέατρο για παιδιά και νέους αλλά και ότι κατέχει όλα τα μυστικά του καλογραμμένου θεατρικού έργου.

 Η Παραμυθιάδα, όπως άλλωστε καταδεικνύει και ο τίτλος της, είναι ένα έπος (Παραμυθιάδα κατά το Ιλιάδα) που διηγείται θαυμαστές περιπέτειες και ιστορίες των ηρώων της με κύριο χαρακτηριστικό τα παραμύθια. Ακολουθώντας μια συγκεκριμένη μορφολογία, κοινή στα παραμύθια κατά τον  Βλαντιμήρ Προππ (Propp, 2009), ο Σεϊτάνης χρησιμοποιεί τις βασικές αφηγηματικές λειτουργίες και τα μοτίβα των κλασικών παραμυθιών και δημιουργεί ένα  παραμυθοδράμα με πολλούς ήρωες, συνεχείς περιπέτειες και ανατροπές, κινδύνους για τα κεντρικά του πρόσωπα που στο τέλος όμως καταφέρνουν να επιβιώσουν όλων των δυσκολιών και να νικήσουν το κακό.  Άλλωστε βασικό χαρακτηριστικό τόσο των παραμυθιών όσο και των θεατρικών έργων για παιδιά είναι η νίκη του καλού επί του κακού. Στο δίπολο αυτό, «καλό-κακό» στηρίζεται και η Παραμυθιάδα με κύριο ήρωά της τον Βοηθό Παραμυθά να υποβάλλεται σε συνεχείς δοκιμασίες τις οποίες ξεπερνάει με θάρρος και εξυπνάδα. Αναμετράται πρόσωπο με πρόσωπο με το κακό και καταφέρνει να αντιμετωπίσει όλες τις δυσκολίες και να βοηθήσει τους φίλους του τα ξωτικά. Κι έτσι ο χρηστός ήρωας ανταμείβεται, και ο κακός τιμωρείται. 

Η αφηγηματική ροή του έργου ακολουθεί το κλασικό μοτίβο των παραμυθιών: 1.ευτυχισμένη κατάσταση που διακόπτεται, 2.δοκιμασίες του ήρωα και 3.ευτυχές τέλος. Δυο μικρά ξωτικά συνοδεύουν τον φίλο τους, τον Ξερόλα, που τους αφηγείται ένα παραμύθι.  Ξεχνιούνται και βγαίνουν έξω από τα σύνορα της Χώρας των Ξωτικών και μπαίνουν κατά λάθος στην Παραμυθοχώρα, ένα μέρος απαγορευμένο, με τους φοβερούς Παραωρίτες να τα κυνηγάνε. Στην περιπέτεια μπλέκεται και ο Ξερόλας αλλά και άλλοι φίλοι των μικρών ξωτικών. Ο Ξερόλας από λάθος των φίλων του μένει έξω από την πόρτα της Παραμυθοχώρας και για να μη μαρμαρώσει για πάντα θα πρέπει να βρεθεί ένας παραμυθάς να πάει στην Παραμυθοχώρα, να πει ένα παραμύθι στην Γελαστή το οποίο θα πρέπει να της αρέσει και εκείνη να δεχτεί να φιλήσει τον Ξερόλα.

Τα βασικά πρόσωπα του έργου είναι διάφορα περίεργα και πρωτάκουστα πλάσματα: μικρά ξωτικά (Αυτούκλης, Φωτιστήρης, Κλωθωγυρίστρας και Ξερόλας), οι Παραωρίτες που τα κυνηγούν, ένας Καμπούρης, Δράκοι, ένα Δρακοχελίδονο, διάφορα στοιχειά και αερικά (Σπιτζιρέμ), μια στρίγγλα, η Γελαστή. Επίσης έχουμε μαγικά φίλτρα, μαγικές εξαφανίσεις και εμφανίσεις και ό,τι άλλο θα μπορούσε να περιέχει ένα παραμύθι.

Το πιο σημαντικό στοιχείο στο έργο είναι η διαχείριση της πλοκής του παραμυθιού με συνεχείς ανατροπές στην εξέλιξη του μύθου δημιουργώντας έτσι μικρές και πολλές περιπέτειες των ηρώων του. Μικρά βήματα που οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στην τελική νίκη του ήρωα. Ενδιαφέρουσα επίσης είναι και η χρήση της γλώσσας: νέες, περίεργες και κωμικές λέξεις που λειτουργούν ως περιγραφικά στοιχεία τόσο των ηρώων και της ιστορίας όσο και του περιβάλλοντος σκηνικού χώρου και της ατμόσφαιρας που μας υποβάλλεται. Ο Σεϊτάνης αποδεικνύεται λεξιπλάστης και μέσα από τη σύνθεση διάφορων λέξεων χαρακτηρίζει με κωμική ακρίβεια τις καταστάσεις στο έργο του (λαχταροτρεχάλα, αποφιλιοχαιρετίσουμε κ.ά).   

Θα πρέπει όμως να σημειώσουμε πως σε όλο το έργο χρησιμοποιείται η τεχνική «θέατρο εν θεάτρω». Ο συγγραφέας πραγματοποιεί μια σύζευξη του παραμυθικού στοιχείου με το ρεαλισμό του θεάτρου χωρίς όμως να αποδομεί το φαντασιακό στοιχείο που χαρακτηρίζει το έργο: ανάμεσα στην Παραμυθοχώρα και την Ανθρωποχώρα υπάρχει το «Θέατρο» ενώ όλα τα μαγικά που συμβαίνουν πραγματοποιούνται από τους ηλεκτρολόγους, τους φωτιστές και τους ηχητικούς. Στο τέλος του έργου τα πάντα αποκαλύπτονται να είναι ένα όνειρο, ένα ζωντανό παραμύθι: ο Τρίμματος μεταμορφώνεται στον βοηθό Παραμυθά, εκείνος στον Ξερόλα και ο Ξερόλας στον πραγματικό Παραμυθά και, παρά τις συνεχείς αναφορές στον ρεαλιστικό κόσμο του θεάτρου, η ψευδαίσθηση του έργου είναι εκείνη που στο τέλος ταξιδεύει τον θεατή στον παραμυθόκοσμο της Παραμυθιάδας.  

Στον αντίποδα της Παραμυθιάδας έρχεται το δεύτερο έργο του Σεϊτάνη Αν εσύ… ήμουν εγώ!. Πρόκειται για ένα εκ διαμέτρου αντίθετο έργο από το πρώτο με την ίδια όμως θεατρική ευστοχία και ευγλωττία. Και ενώ στο πρώτο έργο του ταξιδέψαμε στον κόσμο του παραμυθιού τώρα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ρεαλιστικές καταστάσεις από την ίδια μας τη ζωή. Πρόκειται για ένα έργο που πραγματεύεται τις σχέσεις των δυο φύλων τόσο ανάμεσα στα παιδιά όσο ανάμεσα και στους ενήλικες. Και όσο «ακαδημαϊκό» κι αν ακούγεται το θέμα του, είναι η ειλικρινής πραγματικότητα που βιώνει κάθε οικογένεια αποτυπωμένη μέσα από έναν πρωτότυπο τρόπο.

Κεντρικοί ήρωες του έργου είναι η Μαρία ή Τίτα, έντεκα χρονών, ο Αριστείδης ή Άρης, δώδεκα χρονών, οι γονείς τους Ασπασία και Τάκης και οι δυο συνομήλικοι φίλοι των δυο παιδιών Αμαλία και Γιώργος αντίστοιχα. Το έργο ξεκινάει με έναν τυπικό καυγά ανάμεσα στα δυο αδέλφια, παρουσιάζοντας την αδυναμία του ενός να κατανοήσει τις ανάγκες του άλλου λόγω διαφορετικής αντίληψης των δυο φύλων. Είναι εμφανές ότι η μητέρα αποδεικνύεται ανεπαρκής στην προσπάθειά της να τα προλάβει όλα, εισπράττοντας παράλληλα και την αδιαφορία του πατέρα, καθώς εκείνον τον έχουν απορροφήσει τα επαγγελματικά του προβλήματα. Οι καυγάδες των δυο παιδιών έχουν φτάσει σε τέτοια κορύφωση που επέρχεται η οριστική ρήξη στη σχέση τους. Επιπροσθέτως ούτε οι σχέσεις των γονιών τους βρίσκονται σε καλύτερη φάση.  Και σε αυτό το σημείο έρχεται η πένα του Σεϊτάνη για να δώσει τη μαγική λύση. Χρησιμοποιώντας το στοιχείο της μεταμόρφωσης και της εναλλαγής ρόλων ο Σεϊτάνης μεταμορφώνει ένα βράδυ τα δυο παιδιά και έτσι το αγόρι παίρνει τη μορφή του κοριτσιού και το αντίστροφο.

Η εναλλαγή αυτή των ρόλων λειτουργεί σε δυο επίπεδα, πρώτον στο επίπεδο των χαρακτήρων του έργου, όπου οι ήρωες μαθαίνουν μέσα από τη νέα τους μορφή καινούργια πράγματα για το άλλο φύλο αλλά και τις σχέσεις γενικότερα, αλλά και στο επίπεδο του θεατή, ο οποίος ταυτίζεται ανάλογα με το φύλο του με τον αντίστοιχο ήρωα και συμπάσχοντας μαζί του μέσα από την «οδυνηρή» αυτή αρχικά μεταμόρφωση βιώνει την κατηχητική πορεία του προς την γνώση και την κατανόηση του άλλου φύλου και των ανθρώπινων σχέσεων.

Καθώς το έργο χαρακτηρίζεται από ένα εύστοχο και ευφυές χιούμορ απομακρύνεται εντελώς από το πεδίο του διδακτισμού και ξεδιπλώνει μέσα από κωμικές καταστάσεις την καθημερινή πραγματικότητα που βιώνουν δυο νέα παιδιά σε προεφηβεία, τα όνειρά τους, τα θέλω τους και τους έρωτές τους. Παράλληλα με τον μικρόκοσμο των δυο παιδιών παρακολουθούμε και τον «κόσμο των μεγάλων» αντιλαμβανόμενοι πόσο σημαντική είναι η δυναμική των σχέσεων σε μια οικογένεια για μια ισορροπημένη και ευτυχισμένη συγκατοίκηση.

Όμως και στο έργο αυτό χρησιμοποιείται η τεχνική «θέατρο εν θεάτρω». Τα παιδιά απευθύνονται στο κοινό, κάνοντάς το συνένοχο στο μυστικό τους και συνοδοιπόρο στην προσπάθειά τους να επαναφέρουν τα πάντα σε τάξη. Χαρακτηριστική και η δραματική ειρωνεία του έργου που προσθέτει έναν άκρως κωμικό χαρακτήρα, καθώς οι γονείς δεν γνωρίζουν την πραγματικότητα αλλά ούτε και οι δυο επιστήθιοι φίλοι των παιδιών, συνεπώς δημιουργούνται ευτράπελες καταστάσεις κάθε φορά που απευθύνονται σε κάποιο από τα δυο παιδιά. Και το μυστικό το γνωρίζουν μονάχα τα παιδιά και το κοινό.

Ο Σεϊτάνης και σε αυτό το έργο, όπως και στην Παραμυθιάδα αποδεικνύεται για άλλη μια φορά άψογος χρήστης της γλώσσας και του ευφυούς χιούμορ δημιουργώντας ένα αντιπροσωπευτικό δείγμα απεικόνισης της πραγματικότητας των σχέσεων ανάμεσα στους ανθρώπους αποφεύγοντας με έξυπνο τρόπο τα μονότονα και ενδεχομένως βαρετά μονοπάτια ενός «κοινωνικοψυχολογικού» έργου. Χρησιμοποιεί την συνεχή ανατροπή των καταστάσεων ως κινητήριο μοχλό εξέλιξης του μύθου, οδηγώντας τους ήρωές του νικητές στην τελική κορύφωση και λύση του έργου. Το καλό κερδίζει και πάλι το κακό και ο θεατής θα χαμογελάσει ικανοποιημένος από την τελική εξέλιξη και στα δυο έργα.