Η ΔΡΑΜΑΤΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ ΜΑΡΙΟΥ ΠΟΝΤΙΚΑ,

  •  Ελευθερία Ράπτου, Θεατρολόγος, Υπ. Διδάκτωρ Αρχιτεκτονικής ΕΜΠ

Η διαρκής αναζήτηση της θεατρικής ουσίας

Το έργο του Μάριου Ποντίκα αποτελεί πολύμορφη και πολυδιάστατη κριτική στη νεοελληνική  νεωτερική και μετανεωτερική πολιτική και πολιτιστική συνθήκη. Συγκροτεί επίσης ένα ζωντανό δραματικό μωσαϊκό της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο εκτείνεται από την μετεμφυλιακή περίοδο μέχρι τα κρίσιμα χρόνια που διανύουμε. Μέσα από τα θεατρικά του κείμενα, ο δραματουργός σκιαγραφεί μια ολόκληρη εποχή βαθειάς και ανατρεπτικής εκκρεμότητας,  μια εποχή όπου οι κάθε είδους βεβαιότητες ανατρέπονται και αντικαθίστανται από ευκαιριακές συνάψεις και ιδεολογικές κατασκευές, που ως μόνο στόχο έχουν την εξυπηρέτηση ευκαιριακών συμφερόντων και σκοπών. Ο Μάριος Ποντίκας δεν εξαντλεί τη δραματουργική του πρόθεση  σε ένα  πρώτο επίπεδο γενικών πολιτικών στάσεων και κοινωνικών συμπεριφορών. Ίσως μάλιστα και να μην ενδιαφέρει το δραματουργό να προβεί σε αποφάνσεις και διαπιστώσεις, εύκολα ερμηνεύσιμες. Εκείνο που αναδύεται ως το κύριο μέλημα, ωστόσο, είναι η σκηνική εκφορά ερωτημάτων που αφορούν στην προσωπική στάση του καθενός απέναντι στην ιστορία, απέναντι  στον άνθρωπο. Η ηθική ευθύνη του ατόμου έναντι της ύπαρξής του καθαυτής είναι εξάλλου ένα από τα πιο βασανιστικά ζητήματα στα οποία εστιάζει ο δραματουργός. Είναι όμως ο συγγραφέας Ποντίκας ηθικολόγος; Κατηγορηματικά όχι.  Αν και στοχεύει στην κατάδειξη των ιδεολογικών και παραγωγικών μοντέλων που δόμησαν την ελληνική κοινωνία και συγχρόνως συγκρότησαν  τα μέσα της καρκινωματικής, ολοκληρωτικά κακοήθους, μεταλλαγής της, αρνείται να υποδείξει  το «σωστό». Στα έργα του εξάλλου (όπως για παράδειγμα στους Θεατές ή στον Ορθό Λόγο) δε διστάζει να ρίξει φως, με τη μέθοδο της αρνητικής διαλεκτικής, στο σκοτάδι που κρύβεται πίσω από τη φαινομενική ευτυχία και τη μικροαστική ασφάλεια. Παίρνοντας το μέρος των «νικητών», των ισχυρών, άλλοτε των κακόμοιρων οπαδών που υπηρετούν  το σύστημα ή των κοινωνικά καταξιωμένων, υπονομεύει με μαεστρία την ισχύ και τις βεβαιότητές τους, αποκαλύπτοντας με σαρκασμό τις αδυναμίες κάθε ηγεμονεύοντος προτύπου.                                                                                             

Ο Ποντίκας ανήκει στη γενιά των Ελλήνων δραματουργών που έζησαν και αφουγκράστηκαν τη δυναμική των μεγάλων πολιτικών αφηγήσεων, τη σκληρότητα των ιδεολογικών συγκρούσεων, τη βαρβαρότητα των συμφερόντων που χωρίζουν τους λαούς στα δύο και τους αποσυνθέτουν κοινωνικά, ψυχικά, ηθικά και εντέλει σωματικά. Αδρές μνήμες από την μετεμφυλιακή περίοδο, η ταραγμένη δεκαετία του ’60, η μεταπολίτευση  εξεικονίζονται παραβολικά στα έργα του Ποντίκα. Το τέλος των μεγάλων αφηγήσεων, η παράλληλη και πολλαπλή ανάγνωση του πραγματικού και του εν δυνάμει πραγματικού, η πολυδιάσπαση και η μετατροπή του συλλογικού υποκειμένου σε μονήρη άτομα, που ευκαιριακά μόνο συνυπάρχουν, προεικονίζονται και προ-οικονομούνται  στα έργα του Ποντίκα. Τα υλικά της δραματουργίας του «συνομιλούν» με την  περιπέτεια της μεταπολίτευσης, τη μετάλλαξη της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, τις συνεπαγωγές, τα δάνεια και τα χάσματα της ελληνικής πολιτιστικής σκηνής.                                                                   

Από τα προγενέστερα  θεατρικά του έργα (Η Πανοραμική Θέα μιας Νυχτερινής Εργασίας, Ο Λάκκος και η Φάβα, Οι Θεατές, Εσωτερικαί Ειδήσεις, Το Τρομπόνι κ.α.) μέχρι τα πλέον νεώτερα και εικονοκλαστικά (Ο Δολοφόνος του Λαΐου και Τα Κοράκια, Η Κασσάνδρα απευθύνεται στους νεκρούς, Χλιμίντρισμα), το ρεαλιστικό, σχεδόν σκληρά νατουραλιστικό στοιχείο, εμβολιάζεται με το σουρεαλιστικό, ανατρέπεται από την παρωδία, την ειρωνεία, το ά-λογο και τη διττή κωδικοποίηση που επιβάλλει η όραση ή καλύτερα το βλέμμα πάνω στα σκηνικά υποκείμενα.  Άνδρες και γυναίκες, αστοί και προλετάριοι,  μυθικά ή «ιστορικά» πρόσωπα, κυβερνώντες και καταπιεσμένοι βλέπουν και νοηματοδοτούν ο ένας τον άλλο ή βυθίζονται στη μη-ορατότητα (όπως συμβαίνει χαρακτηριστικά στο Γάμο ή στη Γυναίκα του Λωτ). Με το βλέμμα του κοινού, στη συνέχεια, τα πρόσωπα  πυκνώνουν και καθίστανται συμβολοποιήσεις  του πολιτισμικά δεσπόζοντος, αυτού που διατρέχει και καθορίζει τους ίδιους τους λήπτες του θεατρικού συμβάντος. Σε αυτή τη σύνθετη διαδικασία όπου το θέατρο πολλαπλασιάζει τους χώρους, τα νοήματα και τις υποστάσεις, ο Ποντίκας προβαίνει σε μια δυναμική χαρτογράφηση της ύπαρξης και του ιστορικού υποκειμένου, αναζητώντας τις σκιές και το φως, ανατέμνοντας σώματα και πεποιθήσεις πάνω στη σκηνή.         

Στους Θεατές, στο Γάμο, στη Γυναίκα του Λωτ, στο Χλιμίντρισμα, το σώμα είναι η πιο πειστική εικόνα της εσώτερης  αναταραχής και του ταυτοτικού διχασμού των υποκειμένων. Στους Θεατές, ο μικροπωλητής είναι ανάπηρος. Θεωρεί τον εαυτό του ως έναν από τους αγωνιστές και νικητές του Εμφυλίου, αν και στην πορεία εκδηλώνεται η υποδόρια αμφιβολία του. Αυτός που σκότωσε για να μη γίνει κομμουνιστής, εκλιπαρεί  την Εξουσία που υπηρέτησε, ώστε να του δώσει μια άδεια για να εμπορεύεται, για να ζήσει «αξιοπρεπώς». Η Εξουσία του επιφυλάσσει το ρόλο που πάντα έδινε και δίνει στους λούμπεν υπηρέτες της: τον χρησιμοποιεί για ακόμη μια φορά, πατώντας πάνω στις ανάγκες και την αδυναμία ενός κολοβωμένου σώματος, ενός αδύναμου ιδεολογικά μυαλού. Η γυναίκα του τον «ελευθερώνει», μπήγοντας κατευθείαν στην καρδιά του ένα ψαλίδι και ύστερα κόβει τις φλέβες της. Ο γείτονας παρακολουθεί  λαθραία τα τεκταινόμενα, σχολιάζοντας αμέτοχος, με κινήσεις, λόγια και «πονηρές» σωματικές χειρονομίες το δράμα των άλλων.                                                

Στο Γάμο, μια κοπέλα βιάζεται, το σώμα της πληγώνεται ανεπανόρθωτα, η ψυχή της ακρωτηριάζεται. Στο τέλος αυτοπυρπολείται. Πρόκειται άραγε για πράξη έσχατης αντίστασης  ενάντια στην κοινωνική υποκρισία; Τυλιγμένη ολόκληρη με γάζες, πάνω σε μια γυναικολογική καρέκλα, αμίλητη,  βρίσκεται σε πρώτο σκηνικό πλάνο, παράδοξα συγγενής με την περφόρμανς της Angelika Festa, Untitled dance (with fish and others).  Η απo-κειμενοποίηση της σωματικής υπόστασης, η δείξη μέσω της «αόρατης» παρουσίας, μαρτυρούν την εμμένεια του δραματουργού στη σημασία του σκηνικού σώματος και την απολύτως σύγχρονη προσέγγιση που επιφυλάσσει στο υλικό του.       

Στη Γυναίκα του Λωτ, ο βιασμός του σώματος και η τιμωρία μιας αιμομικτικής σχέσης είναι το αόρατο, ανάπηρο παιδί που ο πατέρας του πνίγει  σε ένα αθέατο δωμάτιο υπόγειου διαμερίσματος. Η έκλειψη του υποκειμένου ολοκληρώνεται με το άλμα στην τρέλα.                Από την άλλη πλευρά, στο Χλιμίντρισμα, ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας είναι ο κένταυρος Χείρων, μισός άνθρωπος και μισός άλογο. Σε έναν σκηνικό μη-τόπο που προσομοιάζει στον Άδη, το σώμα του κενταύρου διχοτομείται. Το ανθρώπινο σκέλος αποχωρίζεται από το ζωικό. Το δεύτερο αυτονομείται, έχοντας τη δική του συνείδηση. Ο κένταυρος Χείρων υφίσταται όμως ακόμα έναν ακρωτηριασμό. Η γλώσσα ως σύστημα ανταλλαγής γνώσης -και φυσικά ως φορέας της γνώσης- καθίσταται όργανο μαρτυρίου  που θανατώνει αλληγορικά την έλλογη φύση του πλάσματος. Ο τόπος που όλα αυτά συντελούνται, είναι μια κατεξοχήν ετεροτοπία. Το διττό σώμα του κενταύρου είναι μια «αποφυσικοποιημένη φυσικότητα», μια ακατανόητη και συγχρόνως αφόρητη πραγματικότητα που ορίζει την επαμφοτερίζουσα φύση του σκηνικού χώρου, εφόσον αποδεχθούμε ότι η κατοχή και η ύπαρξη σώματος είναι από μόνη της μια χωρική πράξη.                  

Ο σκηνικός χώρος σε όλα τα έργα του Ποντίκα, άλλοτε πιο συμβατικός και άλλοτε πιο ανοικτός σε σχεδιαστικούς πειραματισμούς, είναι ο τόπος όπου τα πρόσωπα λειτουργούν ως ζωντανά εκθέματα, ως υπομνήσεις εμπειριών που συγκροτούν το χάρτη της ανθρώπινης ιστορίας. Μιας ιστορίας έρωτα, θανάτου, χαράς, μνήμης, λήθης, οδύνης, επιθυμίας, απορίας, που επαναλαμβάνεται απελπιστικά και σε ποικίλες εκδοχές. Παραλαμβάνεται δε από το κοινό ως συνεχής, οριακή διαδικασία διάρθρωσης και αποδιάρθρωσης τόπων και προσώπων. Τα σώματα των χαρακτήρων δεν είναι μόνο η υλική εκδοχή των προσώπων αλλά και φορείς αισθητικού και πολιτικού φορτίου. Συχνά, είναι η απελπισμένη εκφώνηση  των αδυνάμων, μια ορατή τομή στο εδραιωμένο κανονιστικό σύστημα.  Αυτοί οι αδύναμοι-δυνατοί δεν αθωώνονται, ούτε όμως καταδικάζονται στο θεατρικό σύμπαν του συγγραφέα. Η εγγενής αμφιρρέπεια και η οξυδερκής αμφιβολία, που χαρακτηρίζουν τη γραφή του Ποντίκα,  στοιχειώνουν τους χαρακτήρες που επινοεί, ενώ αποτρέπουν την αυστηρή κρίση των πράξεων και την κάθετη διανομή ηθικών φορτίων.                                            

Υπομνηματίζουν όμως, σχεδόν εμμονικά, την ευθύνη του ατόμου για τις επιλογές του. Και οι προσωπικές επιλογές έχουν πάντα κοινωνικό και κυρίως πολιτικό πρόσημο, όσο παράδοξο και αν ακούγεται αυτό σήμερα.