Η Μέρα Μετά: Σάββας Πατσαλίδης

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 29/04/2020

 

Όταν ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με ένα σημαντικό γεγονός έχει την τάση να μιλά ή να φαντάζεται ή να φοβάται και κάποιος τέλος. Για παράδειγμα, όταν το 1826 ο  ερευνητής Νικηφόρος Νιέπς (Nicéphore Niépce), με τη βοήθεια του αδελφού του, Κλαύδιου,  κατάφεραν να αποτυπώσουν απευθείας σε «θετικό» την πρώτη φωτογραφία της ιστορίας, χάρη στην χρήση ενός παραγώγου του πετρελαίου, καλλιτέχνες και σχολιαστές του πολιτισμού θορυβημένοι μίλησαν για τον επερχόμενο θάνατο της ζωγραφικής, το τέλος του θεάτρου και το τέλος της αποστολής όλων εκείνων των «ευλογημένων» καλλιτεχνών που ο Θεός έδωσε το χάρισμα να μπορούν να «αντιγράψουν» τη Φύση του.

Όταν η εκβιομηχάνιση ανέβασε ρυθμούς στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ού  και πάλι θορυβημένοι καλλιτέχνες (κυρίως από τον χώρο του εξπρεσιονισμού) μίλησαν για τη ρομποτοποίηση του ανθρώπου (βλ. Μαλιαρός Πίθηκος, Μάκιναλ, Αθροιστική μηχανή κ.λπ.).

Μετά ήρθε η ατομική βόμβα. Πάλι η ίδια έντρομη κουβέντα. Μας τελείωσε ο Άνθρωπος. Ο Μπέκετ δεν του αφήνει τίποτα στη σκηνή, παρά μόνο την ανάσα του. Κι αυτή για λίγα μόνο δευτερόλεπτα.

Μετά έκαναν την εμφάνισή τους οι πρώτοι υπολογιστές. Πάλι οι εξαγγελίες για το τέλος του Ανθρώπου, πάλι φωνές αγωνίας για την άλωσή του Ανθρώπου από την τεχνολογία. Την ίδια στιγμή η κυριαρχία της τηλεόρασης πυροδοτεί νέα s.o.s για τον Άνθρωπο και την ποιότητα ζωής του.

Γενικά σε κάθε καμπή της η ζωή καλλιεργεί σχέσεις αγάπης/μίσους με τα ίδια τα επιτεύγματά της. Τη μια τα καμαρώνει και την άλλη διερωτάται εάν καλώς έπραξε και τα δημιούργησε. Ο ίδιος πάντοτε φαύλος κύκλος.

Προσωπικά, δεν πιστεύω σε αφετηρίες και σε τερματικά, σε γενέθλιες ευχές και επικήδειους λόγους στις τέχνες. Τίποτα δεν γεννιέται από το τίποτα και τίποτα δεν καταλήγει στο τίποτα. Πάντα κάτι προηγείται και πάντα κάτι μένει, το οποίο διοχετεύεται μεταλλαγμένο και προσαρμοσμένο κάπου αλλού. Και εννοείται πως ο βαθμός μεταλλαγής εξαρτάται πάντοτε από τη δυναμική του περίγυρου. Η νομοτέλεια των πραγμάτων.

Όντας  στον προθάλαμο μιας νέας εξελικτικής φάσης, είναι απόλυτα κατανοητές οι σκέψεις που εκφράζονται όλες αυτές τις μέρες του εγκλεισμού μας και αφορούν άλλες το τέλος της παγκοσμιοποίησης, άλλες το τέλος του καπιταλισμού,  άλλες τον  «Μεγάλο Αδερφό» και τον επερχόμενο έλεγχο του ανθρώπου, άλλες τη διαφαινόμενη ρομποτοποίησή μας, την απο-ανθρωποποίησή μας, τη μοναξιά μας, την κατ’ οίκον εργασία  μας, την αλλοίωση του θεάτρου μας κ.λπ.

Από την άλλη, εκτιμώ πως το πρόβλημα με όλους εμάς που είμαστε ακόμη πολιτιστικά μάχιμοι, παλαιότεροι και νεότεροι, είναι ότι στοχαζόμαστε για το άγνωστο μέλλον κάτω από το βάρος μιας μεταβατικής περιόδου που κατά βάση μας «μιλά» και μας «ορίζει», παρά τη μιλάμε και την ορίζουμε. Είμαστε ακριβώς μέσα στο τούνελ που οδηγεί από την Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση στην Τέταρτη. Και όντας στο τούνελ όλα είναι θαμπά, μετέωρα, αδιαμόρφωτα. Όλα ένα Work-in-progress. Ακόμη και αυτός ο Άνθρωπος βρίσκεται στη φάση της εργαστηριακής μετεξέλιξής του. Ο Άνθρωπος του σωλήνα. Ο Άνθρωπος που «κατασκευάζει» ζωή, όπως κατασκευάζει θέατρο.

Έτσι λοιπόν, ως νέοι Τειρεσίες, κάνουμε ριψοκίνδυνες υποθέσεις και λογής-λογής  εξαγγελίες, άλλοτε σε τόνους αποκαλυπτικούς, άλλοτε οργισμένους, άλλοτε απελπισμένους, γκρίζους, σκοτεινούς και σπανίως ευχάριστους. Και μέσα σε όλο αυτό τρελό σκηνικό ξεχνάμε το πιο βασικό: ότι κάνουμε υποθέσεις για ένα «αύριο» του θεάτρου το οποίο δεν θα μας συμπεριλαμβάνει, δεν θα μας αφορά, ένα «αύριο» πολύ πέρα από το δικό μας «σήμερα». Ένα «αύριο» που ίσως και να μην ακούσει ποτέ ότι κάποτε μιλούσαμε και αγωνιούσαμε γι’ αυτό.

 Εάν λοιπόν πραγματικά θέλουμε να κάνουμε προτάσεις για το μέλλον του θεάτρου, ας αφήσουμε κατά μέρος τα δικά μας αδιέξοδα, τα δικά μας κρίματα, τις δικές μας αναστολές,  τον δικό μας θυμό, τις δικές μας αγωνίες, απογοητεύσεις και ιδεολογικές αγκυλώσεις, τις δικές μας απόψεις που αφορούν τον ορισμό του θεάτρου, και ας προσπαθήσουμε να φανταστούμε, όσο μπορούμε, το θέατρο του «αύριο», μέσα από τα μάτια αυτών που θα αναλάβουν σε δεκαπέντε και είκοσι χρόνια την τύχη του. Δηλαδή, των σημερινών παιδιών. Μέσα από αυτά τα μάτια, ας αναρωτηθούμε: γιατί να τα τρομάζει η πολύ δική τους υψηλή τεχνολογία; Από τη στιγμή που αυτή η τεχνολογία θα είναι η ζωή τους, η αυτονόητη ζωή τους, γιατί να μην είναι και η παρουσία της στη σκηνή, ας πούμε ακόμη και με την ιδιότητα ρομπότ-ηθοποιών (ήδη έχουμε δείγματα από τώρα); Τι αλήθεια θα ταράξει τον αυριανό και τεχνολογικά απόλυτα εξοικειωμένο θεατή το ενδεχόμενο μιας διαμεσολαβημένης εμπειρίας; Μήπως το μετα-ανθρώπινο στοιχείο, όταν ο ίδιος θα ζει με μετα-ανθρώπινα μέσα; Γιατί να βρει απωθητική ή «κρύα» την ιδέα του live streaming; Γιατί να πει όχι στο online θέατρο και γενικά στη διαδικτυακή ψυχαγωγία, που σήμερα μας προβληματίζει τόσο πολύ, όταν τα πάντα στη ζωή του θα γίνονται μέσω της τεχνολογίας; Γιατί να μην δεχτεί το ιντερνετικό χειροκρότημα σε μορφή “like” ως κάτι απόλυτα φυσιολογικό; Γιατί να πει όχι στη φαντασιακή κοινότητα θεατών που ούτως ή άλλως θα τη βιώνει και στον εργασιακό του χώρο (στο σπίτι του); 

Αυτά και άπειρα άλλα «γιατί», που δεν χωράνε σε ένα απλό σημείωμα σαν κι αυτό, μου έρχονται στο μυαλό καθώς γράφω. Σημειώνω κάποια επιλεκτικά για να πω πως ό,τι σήμερα φαντάζει περίεργο αύριο θα είναι, το πιθανότερο, η «πραγματικότητα». Και κάτι ακόμη.

Κάποιος ενδεχομένως αντιτείνει πως με όλα αυτά  απειλείται με κατάργηση το περίφημο «εδώ και τώρα», η ίδια η οντολογία του θεάτρου, μια οντολογία που κρατήθηκε ζωντανή, παρά τις όποιες αντιξοότητες, για 2500 χρόνια. Σωστά. Όμως, καλό είναι να θυμόμαστε ότι τα όρια και οι ουσίες αυτής της οντολογίας ορίζονται, σε ένα μεγάλο βαθμό, από τον περίγυρο, τη φιλοσοφία του, τις απόψεις του περί τέχνης, περί επικοινωνίας, περί αυθεντικότητας (σημειώστε αυτή τη λέξη) κ.λπ. Και τι μας λέει η κατάσταση σήμερα;

Καταρχάς είναι μια κατάσταση την  οποία χαρακτηρίζει η έντονη «αντι-ουσιοκρατική» και «αντι-οντολογική» ερμηνεία των τεχνών.  Άρα τα περί οντολογίας του είδους δεν θα μετρήσουν και πολύ. Επίσης, είναι μια κατάσταση η οποία φιλοξενεί τις πλέον ισχυρές μηχανές αναπαραγωγής του «πραγματικού». Και αυτό δεν μπορεί να μην επηρεάσει την αναπαραγωγική δυναμική μιας άλλης μηχανής, που είναι το θέατρο (ο καθρέφτης της Φύσης, όπως λέει ο Άμλετ), καθώς επίσης και τις συνθήκες υποδοχής των παραγώγων αυτής της μηχανής.

Τίποτα βέβαια δεν γίνεται εν μία νυχτί. Όλα παίρνουν τον χρόνο τους. Και γίνονται ανεπαίσθητα, ώστε να τα υποδεχτούμε ως αυτονόητα. Γι’ αυτό αφήνω για την ώρα την όποια μελλοντική «ανησυχία» και κοιτάω το «τώρα» του θεάτρου που μας αφορά άμεσα, το «τώρα» αυτής της επικίνδυνης και ακόμη αδιαμόρφωτης μεταβατικής περιόδου, η οποία μπορεί να κρατήσει και μια δεκαπενταετία μέχρι να ξεκαθαρίσει τους στόχους της και την αγορά της.  Τότε θα κάνει την εμφάνισή της και η γενιά του «μετά», η οποία θα κληθεί να καταθέσει τις δικές της αγωνίες. Το πόσο θα συγκλίνουν  με τις δικές μας είναι άγνωστο.