Η Μέρα Μετά: Καίτη Διαμαντάκου

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 17/04/2020

Εν-τοιχισμένη στο γραφείο μου, σκέφτομαι τον Αριστοφάνη. Έφηβος δεκαπέντε-δεκαέξι χρονών, ζει –έγκλειστος μάλλον στο σπίτι του στην Πλάκα– τον μεγάλο λοιμό, αυτόν τον βιολογικό πόλεμο που ξεσπά απρόσμενα και παράλογα εν μέσω ενός άλλου, προετοιμασμένου και ορθολογικού, στρατιωτικού πολέμου, του Πελοποννησιακού, που μαίνεται στα περίχωρα της Αττικής. Ο Αριστοφάνης επιζεί, αν κι ο λοιμός έχει εξολοθρεύσει ακούραστα τον 1 από τους 3 με 4 συμπολίτες του. Αρχίζει να γράφει και να ανεβάζει θεατρικά έργα όταν η υποτροπιάζουσα επιδημία έχει χορτάσει από θύματα και ο εναπομείνας πληθυσμός έχει αποκτήσει πια αντισώματα για να μπορεί να ανταπεξέλθει. Ο συγγραφέας, με εντυπωμένο βαθιά τον ιό στην ανοσοποιητική και βιωματική μνήμη του, δεν θα αναφερθεί ποτέ σ’ αυτόν στις κωμωδίες του, δεν θα τον χρησιμοποιήσει δραματουργικά,  δεν θα σατιρίσει, ούτε ρητά ούτε υπαινικτικά, καμιά πολιτική, κοινωνική, υγειονομική, προσωπική, ηθική ανεπάρκεια ή παρέκκλιση σχετισμένη με αυτόν. Για τις επόμενες τέσσερις δεκαετίες της ζωής του, το υπαρξιακό εμβόλιό του θα είναι η μάσκα της Τέχνης: οι νέοι ου-τοπικοί κόσμοι που θα εφευρίσκει ως εναλλακτικές σωτήριες διεξόδους στις πραγματικές δυστοπίες, που πέρασαν, περνούν και διαρκώς θα επανέρχονται με διαφορετικά ιοβόλα πρόσωπα και ονόματα στην ιστορία του κόσμου.  Ο «πρόσωπος» με το ταράμπουλο  της Μπούλας, από το τελευταίο προ-πολεμικό καρναβάλι της Νάουσας, χαμογελά —ή έτσι νομίζω;–  άχρονα και γενναία. Και η μιας χρήσεως νοσοκομειακή μάσκα, σε ετοιμότητα στο χωλ λίγο πριν από την επόμενη μοναδική έξοδό της, γίνεται λίγο πιο υποφερτή.