Η Mέρα Μετά: Νατάσα Σίδερη

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 26/03/2020

Χωνί διπλής απόληξης 

Στις πυκνοκατοικημένες περιοχές, οι προσόψεις των αντικριστών κτιρίων σχηματίζουν χωνιά διπλής απόληξης. Ο ήχος του κλάματος ενός παιδιού, της κραυγής κάποιας γυναίκας, της μουσικής του μέθυσου που παίζει λαϊκά στη διαπασών δύο φορές την εβδομάδα κάνει γκελ στο απέναντι μπαλκόνι, έπειτα χτυπάει σε κάποιο διαχωριστικό ή κάγκελο στην πλευρά από όπου ξεκίνησε και ούτω καθεξής, μέχρι να φτάσει στον δρόμο ή τον ουρανό δυναμωμένος. Το φαινόμενο ονομάζεται ανάκλαση και μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους γείτονες που πιθανώς συμπληρώνουν τα τσιμέντα στα μπαλκόνια, αφού ύστερα από τόσα πηγαινέλα και διακλαδώσεις είναι, συχνά, αδύνατο να εντοπιστεί η αρχική πηγή του ήχου.

Εδώ και μερικές μέρες, η γειτονιά δίνει ραντεβού στα κομμάτια μπετόν που κρέμονται έξω από τα σπίτια μας. Ρωτήσαμε ο ένας τον άλλον τα ονόματά μας, γιατί δεν τα ξέραμε. Ανταλλάσσουμε βεβαιότητες, «όλα θα πάνε καλά», λέμε, γιατί δε θέλουμε να παραδεχτούμε ότι ούτε αυτό το ξέρουμε. Κι έπειτα, τι σημαίνει, ακριβώς, αυτό το «καλά»; Ότι δε θα πεθάνουμε εμείς; Η οικογένειά μας; Οι φίλοι μας, οι γνωστοί μας; Σε ποιο βαθμό συγγένειας, στα πόσα χρόνια γνωριμίας αρχίζει να λογίζεται ο θάνατος κάποιου ως προσωπική απώλεια;

Το ραντεβού είναι καθημερινό, κι επαναλαμβανόμενο. Η δημοφιλέστερη ζώνη είναι η πρωινή, δέκα με δώδεκα, ενώ οι πιο φανατικοί βγαίνουν και το απόγευμα.

Στις ώρες των δελτίων ειδήσεων, όμως, τα μπαλκόνια είναι έρημα. Τα παράθυρα μένουν κλειστά, τα διπλά τζάμια καλύπτουν τον θάνατο που ανακοινώνει η τηλεόραση.

Μπορεί να είναι οι πρώτες μέρες της γνωριμίας μας, αλλά μεταξύ μας έχει ήδη συναφθεί κάποιου είδους συμβόλαιο. Η από κοινού παρουσία μας σε αυτά τα κομμάτια μπετόν αποτελεί μια σιωπηρή συνομολόγηση.

Απέναντι σε εκείνους που βλέπουμε να βγαίνουν σποραδικά επιδεικνύουμε λιγότερη φιλικότητα. Μια δόση καχυποψίας παρεισφρέει στις καλημέρες μας. Πού ήσασταν, εσείς, χθες το πρωί; Είχατε βγει για ψώνια, για προσωπική άθληση ή μήπως είστε ένας ή μία από εκείνους τους «άλλους», ας σας πούμε, για να μην το χοντρύνουμε;

Αν η απάντηση σας στο τελευταίο ερώτημα είναι ναι, να ξέρετε πως δεν υπάρχει θέση, για εσάς, στη νέα μας κοινότητα. Και μη μας πείτε πως ένα από τα πρώτα πράγματα που σας έμαθαν ήταν πώς να υπακούτε στο «όχι» και στο «μη» των γονιών σας. Ούτε πως, καθώς τα σώματα κι οι εγκέφαλοι μεγάλωναν, αυτά αντικαταστάθηκαν από χίλιους δυο εξωτερικά επιβαλλόμενους κανόνες, νόμους, προσταγές. Σας πληροφορούμε ότι δε θα ιδρώσει το αφτί μας.

Θα θέλαμε, επιπλέον, να σας ανακοινώσουμε ότι η «ατομική ευθύνη», μια λέξη μέχρι σήμερα περισσότερο άχρηστη παρά άγνωστη, εδώ και κάποιες μέρες νοηματοδοτήθηκε με περιεχόμενο σταθερό όσο κι οι συναντήσεις μας και κοινό όσο κι ο από κάτω δρόμος που μας κρατάει, ευτυχώς, σε απόσταση, αλλά ταυτόχρονα ενώνει μεταξύ μας εμάς, το εκ νέου σφιχτοδεμένο σύνολο που ανταλλάσσει αβρότητες στα μπαλκόνια.

Όσο για εσάς, κλείστε τα παράθυρα, κατεβάστε τα ρολά, να μην ακούμε τη γυναίκα και τα παιδιά σας που σκούζουν καθώς το εξασκημένο στην πειθαρχία χέρι σας πέφτει με φόρα πάνω τους. Κι αν τύχει και ξεφύγουν οι φωνές από κάποια χαραμάδα, η χοάνη των σπιτιών μας θα τις γειώσει ή θα τις παραπέμψει στα ουράνια.

Ερωτήσεις, λοιπόν, και στα γρήγορα γιατί η ώρα πλησιάζει 10: την επόμενη μέρα από όλα αυτά, όσοι από εμάς παραμείνουμε θα θυμόμαστε ακόμα τα ονόματα των γειτόνων; Θα έχουμε καταλάβει πως σε εκείνους που μια μέρα θα μας αντικαταστήσουνε σε κάθε είδους μπαλκόνια πρέπει πρώτα να μάθουμε να σκέφτονται και μετά να πειθαρχούνε;