Justine Del Corte, «SEX». Θ. Ο. Παπαλάνγκι. Θέατρο 104.

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 06/03/2020

Ένα σπονδυλωτό έργο πάνω στις διάφορες μορφές ερωτικής συνεύρεσης ή απόπειρας συνεύρεσης αποτελεί το έργο της Justine Del Corte, «SEX» που ανέβασε η Θεατρική Ομάδα «Παπαλάνγκι». Η Γιουστίνε ντελ Κόρτε γεννήθηκε το 1966 στο Μεξικό, αλλά από την ηλικία των εννέα ετών ζει στο Βερολίνο, παντρεμένη με τον διάσημο Γερμανό συγγραφέα Roland Schimmelpfenning. Το έργο της «SEX» παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 2007 στο Αμβούργο.

Τα ζευγάρια που εναλλάσσονται στις επιμέρους ιστορίες είναι διαφορετικών ηλικιών, κοινωνικής τάξης, πάντα, ωστόσο, ετερόφυλα. Η ερωτική τους συνεύρεση μπορεί να είναι συμπτωματική, επιθυμητή από τον ένα ή και τους δύο, προκλητική ή μη.

Ωστόσο,  οι περισσότερες ιστορίες της δεν διακρίνονται από πρωτοτυπία, θα μπορούσαν  άνετα κάποιες από αυτές  να έχουν ενσωματωθεί σε τηλεοπτικές σειρές. Νομίζω ότι αυτή η απουσία πραγματικά εμπνευσμένων ιστοριών οδήγησε και τους δύο σκηνοθέτες της ελληνικής της παράστασης, τον Παντελή Βασιλόπουλο και τον Χρήστο Τσαβλίδη,  σε κάποια αμηχανία.

Η παράσταση αρχίζει από μια πραγματικά, κατά τη γνώμη μου, εμπνευσμένη ιστορία που υπόσχεται πολλά για τη συνέχεια. Ένας νέος και μια νέα βρίσκονται ξαφνικά σε μια παραλία ολόγυμνοι, καθώς διαπιστώνουν, βγαίνοντας από το νερό, ότι η παρέα τους τούς έχει εγκαταλείψει, παίρνοντας μαζί και όλα τους τα ρούχα. Σε σύντομο διάστημα, οι δύο νέοι θα αποδεχτούν την απόλυτη μοναξιά  τους στον κόσμο, θα ανατρέξουν στη σύγκρουση των δύο φύλων, ως νέοι πρωτόπλαστοι θα σχεδιάσουν έναν άλλο κόσμο εξ αρχής όπου το «δύο»  θα καταργηθεί και θα λειτουργεί ως «ένα», θα προσεγγιστούν, θα φιληθούν, αλλά όταν όλα πλέον μοιάζει να έχουν τακτοποιηθεί στον νέο κόσμο που φαντάστηκαν, οι φίλοι επιστρέφουν μαζί με τα ρούχα τους. Το σύντομο αυτό επεισόδιο είχε πρωτοτυπία, χιούμορ, αλλά και έναν έξυπνο χειρισμό του γυμνού σώματος, ταυτόχρονα ως γυμνού που προκαλεί υπό τις κυρίαρχες κοινωνικές συνθήκες, αλλά και πλήρως απενοχοποιημένου, ενταγμένου στον νέο αυτό κόσμο που κατασκευάζουν λεκτικά οι δύο νέοι.

Φυσικά, οι δύο ηθοποιοί συνέβαλαν τα μέγιστα σε αυτή την αμφίσημη πρόσληψη του φυσικά γυμνού τόσο με τους τρόπους λεκτικής μετάβασης από το πραγματικό στο φαντασιακό όσο και με τις μελετημένες κινήσεις και στάσεις του σώματος που ακολουθούν την εξέλιξη της ιστορίας που κατασκευάζουν: από την αρχική ντροπή στην απελευθέρωση και, στο τέλος, στην επάνοδο στην αρχική κατάσταση. Μια σωματοποιημένη σύγκρουση μεταξύ φυσικότητας και πολιτισμού.

Η συνέχεια, ωστόσο, δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Το σεξ διανύει μάλλον συμβατικές οδούς τόσο ως κείμενο όσο και ως σκηνική πράξη, η δροσιά της πρώτης ιστορίας εκλείπει, κάποιες από αυτές που ακολουθούν γίνονται ως και βαρετές. Εκείνη που μοιάζει ενδιαφέρουσα, και διαδραματίζεται έξω από ένα σχολείο, υπερβολικά χαμηλότονα εκφερόμενη από τους δύο ηθοποιούς, δυστυχώς πάσχει από το μουσικό άκουσμα του Δήμου Βρύζα που τη συνοδεύει και υπερκαλύπτει τον λόγο, ο οποίος ακούγεται με δυσκολία. Γενικά, θεωρώ ότι η μουσική, λειτουργώντας περισσότερο ως  χαλί, δεν είχε λόγο για μια τόσο έντονη παρουσία.

Η συγγραφέας παρεμβάλλει δύο γυναικείους βαρύθυμους μονολόγους, οι οποίοι δίνουν μεν την ευκαιρία στις δύο γυναίκες  ηθοποιούς να καταθέσουν με ενδιαφέροντα τρόπο την ερμηνεία τους, ωστόσο, αναρωτιέται κανείς γιατί δεν προσφέρει ανάλογη ευκαιρία και για ανδρικούς μονολόγους.

Ως δεσπόζον σκηνικό (Νατάσα Δρούγκα, Ειρήνη Νταή, Γιούλη Σπυροπούλου) είναι μια κουρτίνα που καλύπτει στο κέντρο το πίσω μέρος της σκηνής, όπου εκεί συχνά αλλάζουν αμφίεση οι ηθοποιοί ή, άλλοτε, λειτουργεί ως διαχωριστικός, για τις εξωσκηνικές δράσεις, χώρος. Βασικό παράγοντα για να δημιουργηθούν επί μέρους τόποι παίζουν ο φωτισμοί του Γιώργου Αντωνόπουλου.

Ρέουσα ακούγεται η μετάφραση της Αγγελικής Κορρέ.

Το έργο της Γιουστίνε ντελ Κόρτε, μη διαθέτοντας, στο σύνολό του, μια πρωτότυπη ή ανατρεπτική από τα ήδη συνήθη δραματουργία, απαιτούσε μια τολμηρότερη σκηνοθετική προσέγγιση για να απογειωθεί ουσιαστικά. Μια αίσθηση βαρυθυμίας κυριαρχούσε εκεί που ήταν αναγκαία μια περισσότερο παιγνιώδης διάθεση, ενώ το απενοχοποιημένο γυμνό σώμα της πρώτης ιστορίας, στη συνέχεια συντηριτικοποιείται, το αυθόρμητο του ερωτισμού υποκαθίσταται από κλισέ εικόνες.  Οι τέσσερις ηθοποιοί, στους πολλαπλούς τους ρόλους, στους οποίους εναλλάσσονταν με ταχύτητα, δεν διέθεταν σε όλες τις ιστορίες την ίδια ενέργεια. Σίγουρα, πρωτοστατούσε ο Άγγελος-Προκόπιος Νεράντζης, ο οποίος διατηρούσε αμείωτη τη ζωντάνια του, με τις δύο κοπέλες της ομάδας, την Ηλέκτρα Καρτάνου και την Μαρία Κωνσταντά, να δίνουν σε κάποιες μόνο από τις ιστορίες την πρέπουσα ένταση, μοιάζοντας κάποιες φορές να νιώθουν αμήχανα με τους ρόλους τους, ενώ λιγότερο ενεργός ή πεπεισμένος γι' αυτό που ανέλαβε να κάνει έμοιαζε ο Γιώργος Σαββίδης.

Οι φωτογραφίες είναι της Ελίνας Γιουνανλή.