Χρήστου Αγγελάκου, «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας»

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 22/05/2019

Δεύτερο θεατρικό του Χρήστου Αγγελάκου, λογοτέχνη, δημοσιογράφου στο ραδιόφωνο και στον έντυπο Τύπο (συνεργάτης του πολιτιστικού της Εφ. Συν.), το «Ήταν ένας και δεν ήταν κανένας» ανέβηκε στη σκηνή χωρίς τη δική του παρουσία καθώς έφυγε από τη ζωή τον περασμένο Ιανουάριο, στα 57 του χρόνια.

Το έργο παίρνει την αρχική του ιδέα από το πραγματικό γεγονός των  αζήτητων  νεκρών των μεγαλουπόλεων, αυτοί που χωρίς όνομα ούτε συγγενείς κηδεύονται από τους Δήμους. Νεκροί χωρίς θρήνο, νεκροί που καταλήγουν σε έναν «γυμνό θάνατο» (σε αντιστοιχία με τη «γυμνή ζωή» του Αγκάμπεν).

Δημιουργείται έτσι μια ομάδα εθελοντών, οι «ανώνυμοι νεκροί» τα μέλη της οποίας  αναλαμβάνουν να συνοδεύουν αυτούς τους νεκρούς στην τελευταία τους κατοικία.  Δύο από αυτά τα μέλη, ένας άντρας και μια γυναίκα, βρίσκονται σε ένα γραφείο κηδειών αναμένοντας την κηδεία του νεκρού ο οποίος, όρθιος στο βάθος, αθέατος από τους ζωντανούς, περιμένει, κατά διαστήματα μονολογεί. Ο ανώνυμος νεκρός, ο ένας που, χωρίς όνομα, είναι ο κανένας, διεκδικεί να ονοματιστεί, έστω με το παρατσούκλι του.

Τα δύο άτομα, αναμένοντας, παίζουν παιχνίδι, πάνω στην ανωνυμία (τους), αναλαμβάνουν ρόλους, προσποιούνται ότι γνωρίζονται, άλλοτε ότι  μαντεύουν  ο ένας τον χαρακτήρα του άλλου, μπαίνουν στους ρόλους, καταλήγουν να κάνουν βίαιο έρωτα, επανέρχονται στην πραγματικότητά τους. Ποιούν ένα παράδοξο θέατρο μέσα στο θέατρο με δρώντες αλλά και επί σκηνής θεατές τους ίδιους καθώς, βγαίνοντας από τον εκάστοτε ρόλο, σχολιάζουν την τήρηση των κανόνων που ο ένας ή η άλλη δεν ακολούθησαν. Παίζοντας ρόλους μπορούν να μεταμορφώνονται στον καθένα, κρατώντας άγνωστη την πραγματική τους ταυτότητα, μετατρεπόμενοι σε κανέναν. 

Το ίδιο παιχνίδι θα συνεχιστεί όταν εμφανιστεί και η ιδιοκτήτρια του γραφείου κηδειών με εμβόλιμα, ωστόσο, διάφορα στοιχεία που αιτιολογούν την καθυστέρηση του ερχομού της νεκροφόρας: δυστύχημα με νταλίκα και σχολικό που κλείνει τους δρόμους κ.ά.

Το κείμενο ξεφεύγει από το κέντρο του, ανοίγεται σε παράπλευρα ζητήματα, θέλοντας να θίξει πολλά και διαφορετικά θέματα  που μια σκηνοθεσία θα έπρεπε να συμμαζέψει, να οργανώσει καλύτερα ώστε η παράσταση να μην πλατειάζει, να αναδεικνύει το ενδιαφέρον και πρωτότυπο στην ουσία του νεοελληνικό έργο. Αντίθετα, η νεαρή σκηνοθέτις Σοφία Παλάντζα, αντί να το περιορίσει με την κατάλληλη δραματουργική επεξεργασία την οποία είχε ανάγκη,  το απλώνει περισσότερο, προσθέτοντας επιπλέον εμβόλιμα όσο και άχρηστα για την οικονομία της παράστασης βίντεο που προβάλλονται σε μια γωνίτσα της σκηνής.

Το σκηνικό της Μαρίας Παλάντζας, προσπαθώντας να είναι ρεαλιστικό σε ένα έργο που συνεχώς διαφεύγει από τον ρεαλισμό, συντίθεται από ένα γραφείο, ένα σαλονάκι και στη μέση ένα φέρετρο. Τα κοστούμια των ηθοποιών της σκηνογράφου, σύγχρονα, λιτά,  ανταποκρίνονται στα πρόσωπα αλλά δεν ξέρω αν αναδεικνύονται σε λειτουργικά όταν το ζευγάρι, στην ερωτική σκηνή, αναγκάζεται να γδυθεί τελείως καθώς  πρέπει να διαθέσει αρκετό χρόνο μετά για να ξαναντυθεί, δημιουργώντας ένα κενό δράσης. Μια ερωτική σκηνή, άλλωστε, με γυμνά σώματα  που οδηγείται να παιχτεί στη σχεδόν έντεχνα σκοτεινή σκηνή  (φωτισμοί Δημήτρης Λογοθέτης) μπορεί να δημιουργεί κάποιο αισθητικό αποτέλεσμα αλλά δεν έχει δραματουργικό στήριγμα καθώς εντάσσεται  στο συνεχές παιχνίδι ρόλων που παίζεται ως τότε σε ενιαίο φωτισμό και όχι με σημασιακές εναλλαγές του που θα δήλωναν το πέρασμα από το ένα επίπεδο στο άλλο, από το πραγματικό στην προσποίηση και αντίθετα.  Αν πάλι η επιλογή του σκότους οφείλεται σε μια κάποια θεμιτή «αισχύνη» των ηθοποιών, τότε αναρωτιέται κανείς, γιατί είναι αναγκαίο στην παράσταση το ολόγυμνο σώμα.   

Στέκομαι στο παραπάνω σημείο για να πω ότι η σκηνοθεσία δεν θέλησε να εκμεταλλευτεί τα διαφορετικά επίπεδα του κειμένου αλλά αντιμετώπισε  φαντασιακό και ρεαλιστικό επίπεδο ενιαία. Με αυτό τον τρόπο οδήγησε και τους ηθοποιούς να περιπίπτουν σε μια χωρίς εναλλαγές ρεαλιστική υποκριτική και σε χωρίς νόημα φωνητικές εξάρσεις. Χωρίς νόημα αφού είχαν πλήρη επίγνωση ότι εισήρχοντο σε ένα παιχνίδι προσποιήσεων, ρόλων, δεν ζούσαν πραγματικά τα πρόσωπα που υποδύονταν εκτός από τις περιπτώσεις που ο ρόλος γινόταν πραγματικότητα. Και εδώ θα έπρεπε να μεταλλάσσονται υποκριτικά.

Επιπλέον, η σκηνοθεσία δεν θέλησε να δει πουθενά το μαύρο χιούμορ που διατρέχει το έργο, κρατώντας τους νεαρούς της ηθοποιούς σε μια αναίτια σοβαροφάνεια. Το παιχνίδι των ρόλων δεν είναι βαρυπενθούντων αλλά «παίγνιον» ξορκισμού του θανάτου.

Η όλη παράσταση, ενώ κρατούσε το ενδιαφέρον, πλάτειασε τελικά  και ανά στιγμές έγινε μονότονη. Το ζεύγος των «ανωνύμων» Νικόλας Αλεξίου και Νικόλ Δημητρακοπούλου, δύο νέοι σχετικά ηθοποιοί που πάνω τους πέφτει το μεγαλύτερο βάρος της παράστασης ‒ με το πιο ενδιαφέρον κομμάτι των πολλαπλών εναλλασσόμενων ρόλων ‒ακολούθησαν τη σκηνοθετική γραμμή  με συνέπεια και ενώ είχαν καλές ερμηνευτικές στιγμές, διακρινόταν ένα μόνιμο μάγκωμα μήπως ξεφύγουν από μια επιβεβλημένη «σοβαρότητα». Η Φελίς Τόπη, ως ιδιοκτήτρια του γραφείου κηδειών, έδωσε έναν νεανικότερο αέρα με την είσοδό της στη σκηνή, με εύστοχη εκφορά λόγου, έως ότου ενσωματωθεί και αυτή στο βαρύ κλίμα.

Την κατάσταση έσωσε ο Λευτέρης Καταχανάς ο οποίος, ως νεκρός, διαρκώς εκεί παρών, αναλαμβάνει με ωραίους, ήπιους τονισμούς στη φωνή, τους μονολόγους του, τη δική του αφήγηση ζωής, δίνοντας την αίσθηση ενός πικρού χιούμορ ενώ διηγείται τα πλέον δραματικά γεγονότα, ενός παρατηρητή του βίου του που γνωρίζει ότι η αφήγηση του βιώματος από απόσταση δεν χρειάζεται δραματική έξαρση.

Ένα ενδιαφέρον κείμενο που αντιμετωπίστηκε με το δέος της μη «προδοσίας» του με κίνδυνο να γίνει σκηνικά συμβατικό.

Οι μουσικές παρεμβολές ήταν του Μιχάλη Καταχανά.

Οι φωτογραφίες του Πάτροκλου Σκαφίδα.