Η κωμωδία των παρεξηγήσεων και Βόυτσεκ από την Κατερίνα Ευαγγγελάτου

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 03/04/2019

Η Κατερίνα Ευαγγελάτου είναι μία από τις σοβαρότερες περιπτώσεις του ελληνικού θεάτρου. Δίπλα στο ταλέντο και τη νεανική της λάμψη έβαλε την πολλή δουλειά, τη μελέτη, την έρευνα και την επιμονή. Από το 2006 και την Ερωτευμένη νεκρή του Τεοφίλ Γκωτιέ στο αγαπημένο Αμφι-θέατρο των εκλεκτών γονιών της, η πορεία της όχι μόνο δεν διέψευσε τις προσδοκίες αλλά τις δικαίωσε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Εκεί στην «Είσοδο Κινδύνου», όπως είχε ονομάσει την μικρή σκηνή στο πλάι της Κεντρικής του Αμφιθεάτρου, είχαμε βρεθεί μπροστά στην αποκάλυψη ενός ανθρώπου με γερή παιδεία και έμπνευση που ήξερε πολύ καλά να δομεί κόσμους, να φτιάχνει ατμόσφαιρες, να υποβάλει  ρυθμούς και να διδάσκει ηθοποιούς. Σήμερα οι παραστάσεις της, πάντα σημαντικών κειμένων - κλασικών ή σύγχρονων - έχουν ταυτότητα και μόχθο.

 

Φέτος το κοινό έχει τη δυνατότητα να παρακολουθήσει δύο σκηνοθεσίες της: στο θέατρο Κατερίνα Βασιλάκου την Κωμωδία των παρεξηγήσεων του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ σε παραγωγή του Λυκιαρδόπουλου και στο Δημοτικό Θέατρο Πειραιά ένα από τα σημαντικότερα και πιο αινιγματικά και ενδιαφέροντα έργα του παγκοσμίου δραματολογίου τον Βόυτσεκ του Γκέοργκ Μπύχνερ.

 

«Είμαι στη γη, στον ουρανό ή στην κόλαση; Κοιμάμαι; Είμαι ξύπνιος; Τρελαμένος; Σώφρων; Γνωστός σε αυτές, σε μένα ξένος; Θα πάω με τα νερά τους - στην ομίχλη θα πορευτώ, και ό,τι φέρει η τύχη.»

Νεανικό έργο του Σαίξπηρ η Κωμωδία (1594), βασίζεται στα μοτίβα της νέας κωμωδίας με τις παρεξηγήσεις και τους τύπους ενώ φλερτάρει με τη φάρσα και τους ρυθμούς της. Δίδυμα αδέλφια που χάνονται μαζί με τους δίδυμους υπηρέτες τους, μια χαμένη μητέρα και ένας πατέρας που κινδυνεύει.

Τους διπλούς ρόλους ανέθεσε η σκηνοθέτις όχι σε τέσσερις αλλά σε δύο ηθοποιούς: τον Νίκο Κουρή και τον Ορφέα Αυγουστίδη υπογραμμίζοντας τη βασική ιδέα που διατρέχει τη σκηνοθετική προσέγγιση, πως η αναζήτηση του εαυτού μας  και η σύνθεση του είναι η πιο επώδυνη διαδικασία. Οι δύο ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν εξαιρετικά: ο Νίκος Κουρής αποδεικνύει για ακόμη μια φορά το πόσο σημαντικό κεφάλαιο είναι στο θέατρό μας και ο Ορφέας Αυγουστίδης βρίσκεται σε μια σταθερά ανοδική πορεία. Το σύνολο των ηθοποιών εξαίρετο, συγχρονισμένο σε μια απαιτητική χορογραφημένη παρουσία (Πατρίτσια Απέργη) που υπογραμμίζεται από το ηχητικό περιβάλλον που δημιουργούν ως επί το πλείστον οι ίδιοι (Γιώργος Πούλιος).

Η Εύα Μανιδάκη έδωσε την απάντηση στα μπες-βγες των ηρώων και τη συνεχή εναλλαγή τους με ένα περιστρεφόμενο σκηνικό με καθρέπτες που παρέπεμπε ταυτόχρονα στον κύκλο της ζωής αλλά και τις πολλαπλές εικόνες του εαυτού μας επί σκηνής και της διαστρεβλωμένης πραγματικότητας, ενίοτε φλερτάροντας με το εφιαλτικό. Τα κοστούμια της Βασιλικής Σύρμα σε παλ αποχρώσεις απηχούν τις κονστρουκτιβιστικές τους επιρροές. Δεν μπορώ να μη σταθώ και στη νέα μετάφραση του Διονύση Καψάλη που είναι εξαιρετικά φροντισμένη, ρυθμική και ζωντανή, γεμάτη ορμή και χυμούς.

Η κεντρική σύλληψη της σκηνοθεσίας βάζει τους ήρωες επί σκηνής σαν κούκλες, σαν νευρόσπαστα που κινούνται από ένα αόρατο χέρι. Πως αλλιώς όλη αυτή η απίστευτη πλοκή θα μπορούσε να οδηγηθεί στη λύση; Έτσι ακολουθώντας τον Μέγιερχολντ και το σύστημα της βιομηχανικής και μπλέκοντας τo με την αισθητική και την ατμόσφαιρα του τσίρκο αλλά και τα αδρά στοιχεία του σλάπστικ καθώς και μνήμες της commedia dell’ arte κατορθώνει ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα στο σύνολό του, μια εντυπωσιακή φόρμα, που όμως υπολείπεται σε συναίσθημα: του λείπει η χαρά του θεάτρου.

 

«Κάθε άνθρωπος είναι μια άβυσσος. Σε πιάνει ίλιγγος να κοιτάζεις μέσα του».

Το ανολοκλήρωτο αριστούργημα του νεαρού Μπύχνερ - είναι μόλις 23 όταν το γράφει -, ο  Βόυτσεκ (1836) είναι ένας γρίφος για τον κάθε σκηνοθέτη. Σύντομες σκηνές που δεν γνωρίζουμε τη σειρά που θα τις είχε ο συγγραφέας εάν προλάβαινε να το ολοκληρώσει μας απομακρύνουν από μια συμβατική, γραμμική αφήγηση των γεγονότων. Στην παράσταση που ανέβηκε στο  Δημοτικό Θέατρο Πειραιά στη μετάφραση του Σπύρου Ευαγγελάτου η σκηνοθέτις επέλεξε και εδώ, αντίστοιχα με την Κωμωδία, το στυλιζάρισμα και τη φόρμα καταθέτοντας ωστόσο τη δική της άποψη για τη δραματουργική δομή.

Η ακροσφαλής και ταυτόχρονα γοητευτική ατμόσφαιρα του τσίρκο επικρατεί και επιβάλλεται σε ολόκληρο το έργο (σκηνικά Εύα Μανιδάκη) και επιτείνεται από τα κοστούμια (Βασιλική Σύρμα) και το μακιγιάζ αλλά και την απειλητική μουσική σύνθεση του Γιώργου Πούλιου και τους σκοτεινούς ομιχλώδεις φωτισμούς της Ελευθερίας Ντεκώ. Ο Βόυτσεκ - άψογης τεχνικής και απαράμιλλής συνέπειας ο εξαιρετικός πάντα Γιώργος Γάλλος - είναι ένας πιερότος μέσα σε αυτό το παράδοξο περιβάλλον, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να υπάρχει σε ένα σύμπαν απειλητικό, να φροντίζει και να νοιάζεται για τους άλλους όταν όλοι τον περιφρονούν, να αγαπά εκεί που τον οικτίρουν.

Η παράσταση έχει άψογη αισθητική και ατμόσφαιρα, όμως και εδώ - και εδώ ίσως ακόμη πιο έντονα από ότι στην Κωμωδία - το συναίσθημα είναι απών. Έχουμε υπέροχη όψη, καταπληκτικά καθοδηγημένους ηθοποιούς και ένα σύνολο που είναι απόλυτα συγχρονισμένο, ωραίες εικόνες και αλληγορίες, ένα σπουδαίο έργο και μια σκηνοθεσία με ουσιαστικό προβληματισμό για τον άνθρωπο και τη φύση του, αλλά μας λείπει - παρά τις σίγουρες προθέσεις - η καταβύθιση στην ουσία, στον πυρήνα του κειμένου. Αυτή η αποστασιοποίηση είναι χαρακτηριστική για παράδειγμα στην Μαρία της Έλενας Μαυρίδου που έχει σχεδόν απογυμνωθεί από κάθε συναίσθημα.

Η επιμέλεια και η φροντίδα της στις παραστάσεις της συνολικά αποτυπώνεται και στα πάντοτε κομψά και φροντισμένα προγράμματα που τις συνοδεύουν. Στον Βόυτσεκ περιλαμβάνεται και η μετάφραση του έργου.

 

Εν κατακλείδι, μπορεί να υπάρχουν ενστάσεις, παρατηρήσεις, διαφωνίες ίσως, ωστόσο μου είναι απαραίτητο να υπάρχουν σκηνοθέτες στο ελληνικό θέατρο σαν την Κατερίνα Ευαγγελάτου: εμμονικοί σχεδόν με τη δουλειά τους, σοβαροί και με στοχοπροσήλωση. Που πιάνουν τα κείμενα και δοκιμάζονται πάνω σε αυτά - δεν τα φέρνουν στα μέτρα τους για να χωρέσουν τις ιδέες τους, παίρνουν το βάρος της ευθύνης τους και το ρίσκο του αποτελέσματος. Που οι παραστάσεις τους έχουν κόπο, σκέψη και αγάπη. Αν προσέξει την ισορροπία με το συναίσθημα, αν αφήσει ρωγμές στη φόρμα για να χωρέσουν οι χυμοί των αισθημάτων και οι παλμοί, τότε οι παραστάσεις της θα απογειωθούν.