ΚΘΒΕ, Wajdi Mouawad, «Πυρκαγιές», σκηνοθεσία: Ιώ Βουλγαράκη

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 14/03/2019

Για τις κραυγές και τις σιωπές του κόσμου

 

Μα τι είναι ένας άνθρωπος χωρίς θλίψη;                                                                             Heinrich Böll, Μπιλιάρδο στις εννιάμισι

 

Η πρώτη θετική ένδειξη έρχεται μόλις δοκιμάσει κανείς να συνοψίσει την πλοκή των «Πυρκαγιών»: θα διαπιστώσει πως διαρκώς κάτι μοιάζει να διαφεύγει και πως ελάχιστα φωτίζεται το περιεχόμενο με περιγραφικές φράσεις του τύπου «η Ζαν και ο δίδυμος αδελφός της Σιμόν ξεκινούν μια πορεία αναζήτησης, προκειμένου να λύσουν το μυστήριο του παρελθόντος της μητέρας τους Ναουάλ και της απόλυτης σιωπής, που αυτή κράτησε τα τελευταία χρόνια της ζωής της».

Γιατί στην πραγματικότητα, ο λιβανικής καταγωγής Wajdi Mouawad, που ζει μεταξύ Γαλλίας και Καναδά, συγγραφέας, σκηνοθέτης και ηθοποιός ο ίδιος, έχει συνθέσει ένα κείμενο-υφαντό – αυτό άλλωστε σημαίνει text(e) –, έναν πυκνό ιστό από λόγους, χωροχρόνους, πολιτισμικές επιρροές και διακείμενα, που ταυτόχρονα και όλα μαζί αναπτύσσονται εγκάρσια, κάθετα και λαβυρινθοειδώς, έως ότου σφίξει για τα καλά ο κλοιός των λέξεων και αστράψουν οι αλλεπάλληλες στοιβάδες του νοήματος. Μεγάλος επομένως ο πειρασμός για λίγα παραπάνω σχόλια για το έργο από όσα συνήθως περιλαμβάνει μια κριτική, και θα υποκύψουμε.

Το κείμενο ως πολυώνυμο

Στη βαθιά δομή του έργου συμπλέκονται τρία οντολογικά επίπεδα: α) η πραγματικότητα (ο πόλεμος στον Λίβανο, η ιστορία της Λιβανέζας αγωνίστριας Soha Bechara, στην οποία βασίστηκε ο χαρακτήρας της Ναουάλ), β) η αυτοβιογραφία (η τραυματική εμπειρία του εξόριστου από τη γενέθλια γη Mouawad, ο διχασμός του ανάμεσα στη μεσανατολική καταγωγή και τις γαλλόφωνες κουλτούρες όπου έζησε) και, φυσικά, γ) η μυθοπλασία, που απορροφά δημιουργικά τις δυο προηγούμενες – έντονα πολιτικές – διαστάσεις και τις διαθλά ως νέα δεδομένα.

Η πλοκή οικοδομείται πάνω σε δυο αντίστροφα οδοιπορικά βίου που, όταν διασταυρωθούν, θα σηματοδοτήσουν τη θεατρική κορύφωση και μαζί την κατάκτηση μιας επώδυνης κι ωστόσο καθαρτήριας γνώσης. Το ένα, εκείνο των εκδυτικισμένων διδύμων, είναι στραμμένο προς τα πίσω και προς την Ανατολή, έχει δηλαδή φορά από τους επιγόνους προς τους γεννήτορες και εκτυλίσσεται σε ρεαλιστικό χρόνο, ως ανάκτηση μιας άγνωστης οικογενειακής μνήμης και ως ερευνητική καταβύθιση στα ανείπωτα μυστικά της. Το δεύτερο εκδραματίζει τη φαντασιακή αναδιήγηση τής (νεαρής τότε, νεκρής πλέον) μητέρας τους, στη γενναία προσπάθειά της να ξαναβρεί τον μεγάλο της γιο και να αντισταθεί στον εμπόλεμο και ασφυκτικά παραδοσιακό κόσμο της, πριν καταλήξει στη σύγχρονη Δύση. Αν και η διαδρομή της γυναίκας φέρει το ειδικό βάρος της πραγματικότητας (εμφύλια βία στον Λίβανο, προσφυγιά, βασανισμοί και φυλακές-κολαστήρια), στην ουσία και οι δυο γενιές αναζητούν την ταυτότητά τους και με αυτή την έννοια «γράφουν» η καθεμιά το προσωπικό της bildungsroman. Πληρώνουν όμως την αυτοεκπλήρωση με την τρομερότητα της αλήθειας, συνθήκη που φέρει ορατά δάνεια από την ουροβόρο αναζήτηση του Οιδίποδα.  Μόνο που εδώ ο μύθος απλώνεται και παραλλάζει, καθώς, αν «οιδιποδικά» χαρακτηριστικά μοιράζονται τα δυο αδέλφια και ο μεγάλος αδελφός τους, τον βασικότερο ρόλο διαδραματίζει η Ναουάλ-Ιοκάστη, αφού αυτή απελευθερώνει με τη δράση και τη διαθήκη της τους μηχανισμούς της ιστορίας.

Η γυναίκα είναι άλλωστε κομβικό και θαυμαστό πλάσμα στο σύμπαν του Mouawad: αυτή ψάχνει, αυτή τολμά, αυτή αμφισβητεί, αυτή εγκαρτερεί, αυτή βρίσκει, αυτή συναισθάνεται, αυτή συγχωρεί. Γιαγιά, μητέρα, κόρη, φίλη, αδελφή, είναι ο νους που θέτει σε κίνηση τον κόσμο – δεν είναι τυχαίο ότι η Ζαν είναι μαθηματικός (μυαλό) ενώ ο Σιμόν παλαιστής (σώμα, δύναμη). Ακόμη και η χώρα καταγωγής για τον συγγραφέα είναι γεμάτη γυναίκες, λιγότερο πατρίδα δηλαδή και περισσότερο μητρίδα.

Υπάρχει ωστόσο και ένα δεύτερο κλειδί στις «Πυρκαγιές» και αυτό είναι ο αριθμός δύο, ή μάλλον η διαρκής αιώρηση ανάμεσα στη μονάδα και το δύο. Όπως ήδη διαφάνηκε, το έργο είναι γεμάτο δίπολα και ζεύγη, που όμως τείνουν συνεχώς από την ετερότητα στη σύμφυρση: Ανατολή-Δύση, παράδοση-εκσυγχρονισμός, παρελθόν-παρόν, θύμα-θύτης, βία-καρτερία, πόλεμος-κανονικότητα, κορμί-διάνοια, θηλυκό-αρσενικό, ονειρικό-πραγματικό, γνώση-άγνοια, φωνή-σιωπή. Κι ακόμη, τα αδέλφια είναι δίδυμα, η Ναουάλ ως «γυναίκα-που-τραγουδά» συγχέεται με τη φίλη της Σαουντά, ο βασανιστής είναι ο αγαπημένος, ο αδελφός γίνεται πατέρας.

Η σκηνοθετική προσέγγιση

Το έργο μοιάζει ανεξάντλητο, αρκούν όμως τα παραπάνω για να γίνει αντιληπτό με ποιο υλικό και ποιες προκλήσεις είχε να αναμετρηθεί η Ιώ Βουλγαράκη στη σκηνοθεσία της. Και δεν απέτυχε. Πρώτα πρώτα «διάβασε» το πολύκλωνο κείμενο με διαύγεια και σε βάθος, μέχρι να το δαμάσει. Το κοίταξε και σαν ιστορία και σαν ιστόρημα, νοιάστηκε και τα φεγγάρια και τα σκοτάδια του, διέγνωσε την παλίμψηστη κράση του. Ξεδιάλεξε ύστερα ένα ένα τα νήματα, τις διακλαδώσεις, τους χρονότοπους και τα επίπεδα της δράσης και τα ξαναέπλεξε προσεκτικά, ώστε τίποτα να μην αποκαλυφθεί πριν την ώρα του, αλλά και τίποτα να μη μείνει ασαφές.

Μεθοδικά διαχειρίστηκε η σκηνοθέτις και τον γοητευτικό ειδολογικό υβριδισμό των «Πυρκαγιών», που συσσωματώνουν ένα σωρό μεγάλες αφηγήσεις και πρότυπα: σοφόκλεια τραγωδία, αλλά και «Οδύσσεια», έπος μιας περιπλάνησης και μυθιστόρημα μύησης, αστυνομικό θρίλερ, περιπέτεια, αλλά και λογοτεχνία-ντοκουμέντο του τραύματος. Και μήπως δεν είναι η Ναουάλ μια γυναίκα-ιππότης που ψάχνει το δικό της Graal ή και μια θηλυκή Δον Κιχώτης με την πιστή της σύντροφο Σαουντά; Ή μπορεί να αγνοηθεί ο απόηχος των λαϊκών αφηγητών και των ραψωδών της Ανατολής σε αυτό το χορταστικό, βαθιά πολιτικό και συγχρόνως λυρικό, μαύρο παραμύθι αυτογνωσίας; Όλη αυτή η περίπλοκη διαπολιτισμική δικτύωση συνέχει μελετημένα αλλά διακριτικά την παράσταση, η οποία πρακτικά επιχειρηματολογεί υπέρ μιας δραματουργίας που μπορεί να είναι ταυτόχρονα κλασική και (μετα)μοντέρνα, μίμησις και διήγησις, πολύσημη και βατή.

Βέβαια, ένα ισχυρό κείμενο όπως αυτό, που συνδυάζει την ευγενή φρίκη με τη διδακτική στοχαστικότητα, μπορεί εύκολα να ολισθήσει σε ρητορικές γραφικότητες, αν δεν παρασταθεί με σύγχρονο τρόπο ή, πάλι, να υποτάξει έναν σκηνοθέτη και να περιορίσει τις δημιουργικές ερμηνείες του. Όχι όμως τη Βουλγαράκη, που βρίσκει τον τρόπο να σεβαστεί απόλυτα το έργο, αλλά και να δείξει τον σκηνοθετικό εαυτό της. Επινοεί λοιπόν ελεγκτικές δικλείδες για τη μεγαλοστομία που ενεδρεύει στην ποιητικότητα και την αφηγηματική κληρονομιά του γαλλόφωνου πρωτοτύπου χωρίς όμως να τις ακυρώνει, ενώ ισορροπεί με φυσικότητα ανάμεσα στο ανθρώπινο (που προκρίνει) και στο «υψηλόν» που επιτάσσουν οι επικο-τραγικές διστάσεις του λόγου. Με τη συμβολή και της σκηνικά λειτουργικής μετάφρασης της Έφης Γιαννοπούλου, προάγεται τελικά η αίσθηση μιας βελούδινης, εξομολογητικής εσωτερικότητας, που αναδεικνύει πολύ εύστοχα τις «Πυρκαγιές» περισσότερο ως δράμα φωνών που ζητούν να ακουστούν, με τα σώματα να τις στεγάζουν και να τις ακολουθούν, όχι να προηγούνται.  Και ακόμη, καλώς η σκηνοθεσία «πειράζει» σε κάποια σημεία την υποβλητική ατμόσφαιρά της με στίγματα ανεπαίσθητης ελαφρότητας, που αποσυμπιέζουν το δράμα ή το κοιτάζουν «απ’ έξω», επειδή έτσι μισανοίγουν ωραίες πόρτες για μια κριτική ματιά απέναντί του.

Λοιποί συντελεστές και ερμηνείες

Ο Γιώργος Χριστιανάκης «βρήκε» μια μουσική που ταιριάζει πολύ στην ιδιοσυγκρασία του έργου, ενώ ο Αλέκος Αναστασίου φώτισε με ευαισθησία τη σκηνική ζωή, συνδημιουργώντας παραστασιακό ύφος και εξομαλύνοντας την πρόσληψη (π.χ. ξεχωρίζοντας τα φασματικά από τα ρεαλιστικά επεισόδια). Από τη μεριά της, η σκηνογραφία του δέντρου-κέντρου που πρότεινε η Anna Fedorova λειτούργησε όχι τόσο λόγω του πολυσυμβολισμού της (αυτός είναι προφανής), όσο χάρη στην εξελίξιμη και διαρκώς τροποποιούμενη όψη της, που σταδιακά θα φέρει τα κλαδιά πιο κοντά στις ρίζες, δηλώνοντας έτσι και τη λύση της τραγωδίας.

Υποκριτικά, είδαμε μια σύψυχη, καλά συντονισμένη και αυτοπειθαρχημένη ομάδα, που έδειξε να έχει αφομοιώσει κειμενικούς και σκηνοθετικούς στόχους, εξ ου και κινήθηκε (υπό τις οδηγίες της Αλεξάνδρας Καζάζου) σαν μια μεγάλη, ομιλούσα τοιχογραφία βιο-επεισοδίων με φόντο την μακρο-ιστορία. Η Ναουάλ εγκατοικεί για καλή της τύχη, κατά σειρά, στην Ευσταθία Λαγιόκαπα που βγάζει πειστικά την ορμή και τη φρεσκάδα της νεαρής ηλικίας, στη συνέχεια ενηλικιώνεται μέσα στην αποφασισμένη, θηλυκή αξιοπρέπεια της Εύης Σαρμή και καταλαγιάζει στη θερμή, καταματωμένη ωριμότητα της Ντίνας Μιχαηλίδη. Σίγουρη και καθαρή παρουσία η Ελένη Θυμιοπούλου (Σαουντά) και Ζαν η Δανάη Επιθυμιάδη, που στέκεται καλύτερα στα πόδια της όσο προχωρά η πλοκή. Αν και θα άξιζε να σχολιάσει κανείς πώς δομούνται οι αντρικοί ρόλοι-κόσμοι (Παπαδόπουλος, Στυλιανού, Γέττος, Χαλκιάς, Χατζησάββας, Σαντάς, Καπέλιος, Κοτζιάς, Κουτσουρέλης, Σιακάρας), θα σταθούμε μόνο, λόγω περιορισμένης έκτασης, στην ερμηνεία  του Γιώργου Καύκα ως συμβολαιογράφου Ερμίλ Λεμπέλ, που ήδη με τον μονόλογο της έναρξης προσδίδει στο έργο μια σύγχρονη οπτική και κάτι αδιόρατα αλλά έξοχα ειρωνικό, ισορροπώντας ανάμεσα στη χαμηλόφωνη ανθρωπιά και τη νηφαλιότητα του παρατηρητή. Οξυδερκής επιλογή για τον ρόλο από τη Βουλγαράκη και θαύμα τόνοι από έναν ηθοποιό που έρχεται από έναν καλό μπεκετικό Βλαντιμίρ για να συναντήσει τον αγγελιαφόρο μιας τραγωδίας των καιρών μας.

Εν κατακλείδι; Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες προτάσεις – ρεπερτοριακά και παραστασιακά –  του ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια και μια ικανή σκηνοθέτις που ξέρει καλά τι θέλει να κάνει και, κυρίως, που μπορεί να το κάνει.