Δημήτρη Ψαθά «Ξύπνα Βασίλη» στο Εθνικό Θέατρο. Σκην. Άρης Μπινιάρης

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 11/01/2019

Της Ιωάννας Μπλάτσου

 

«Τσούζουν τα θέματα των ιδεολογικών φανατισμών κι είναι δεμένα με τόσες τραγωδίες ώστε οι κωμωδιογράφοι τ’ αποφεύγουν. Όμως αυτά απασχολούν ένα μεγάλο μέρος της ζωής μας, μας συγκλονίζουν, μας αναστατώνουν κι έχουν, μοιραία, και τις ιλαροτραγικές πλευρές τους, απ’ όπου μπορεί ο κωμωδιογράφος να επικοινωνήσει. Αυτό προσπάθησα να επιτύχω μπαίνοντας σε μια περιοχή δυσπρόσιτη, γεμάτη παγίδες και κινδύνους. Ο πιο μεγάλος κίνδυνος είναι να χαρακτηριστεί η κωμωδία τούτη πολιτική, γραμμένη με ορισμένο στόχο για να εξυπηρετήσει ας πούμε, ή να επικρίνει κάποια ιδεολογία. Δεν έχει κανένα τέτοιο σκοπό η κωμωδία. Ο συγγραφέας θέλησε να πάει πέρα από τις ιδεολογίες, να γράψει μια κωμωδία ζωής, ανθρώπινη, με όλο το δραματικό υπόστρωμά της». Αυτά έγραφε ο συγγραφέας του θεατρικού έργου «Ξύπνα Βασίλη» Δημήτρης Ψαθάς, στο εισαγωγικό σημείωμα της πρώτης παράστασης του έργου στο θέατρο Γκλόρια το 1965 από τον θίασο του Ντίνου Ηλιόπουλου.

 

Ο περισσότερος κόσμος, βέβαια, γνωρίζει το συγκεκριμένο έργο από τον κινηματογράφο, όπου μεταφέρθηκε το 1969 από τον Γιάννη Δαλιανίδη, με τον Γιώργο Κωνσταντίνου στον ρόλο του επιμελούς και συντηρητικού υπαλλήλου Βασίλη, τον Αλέκο Αλεξανδράκη στον ρόλο του αριστερού ιδεολόγου Μάνου Χατζηστραπάτσου, την Έλενα Ναθαναήλ σε αυτόν της προοδευτικής αδερφής του Βασίλη Ντίνας, την Ελένη Ζαφειρίου στον ρόλο της μάνας του Βασίλη, τον Γιώργο Μιχαλακόπουλο στον εξωφρενικό ρόλο του ποιητή Φανφάρα και την Τασσώ Καββαδία σε αυτόν της σκληρής εργοδότριας του Βασίλη Κυρίας Φαρλάκου.

 

Το φετινό ανέβασμα του έργου από τον Άρη Μπινιάρη στη σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού Θεάτρου δημιούργησε προσδοκίες ως προς το παραστασιακό αποτέλεσμα, καθώς όλοι αναμέναμε να δούμε πώς το σκηνοθετικό ιδίωμα του Μπινιάρη (έντονη σκηνική φόρμα, με τη μουσική σε πρωταγωνιστικό ρόλο) θα απέδιδε ένα κλασικό –ίσως και παρωχημένο- έργο της δεκαετίας του ’60. Λοιπόν, το πρώτο στοίχημα του Άρη Μπινιάρη κερδήθηκε. Η παράστασή του δεν θυμίζει σε τίποτα το «Ξύπνα Βασίλη» του Ψαθά, όπως έχει καταγραφεί στο συλλογικό μας υποσυνείδητο κυρίως μέσα από την ταινία του Δαλιανίδη. Δεν ακούγεται καν το εμβληματικό «κικιρίκου» από τον Βασίλη, κατά τη στιγμή της απώλειας των φρένων του. Παρά μόνο κάποιες εμβόλιμες βιντεοπροβολές κοκόρων υπάρχουν στη νέα εκδοχή του έργου οι οποίες παραπέμπουν στις στιγμές συναισθηματικής σχάσης του ταλαίπωρου Βασίλη.

 

Η παράσταση του Άρη Μπινιάρη κερδίζει και ένα άλλο στοίχημα: πώς μεταφέρεται σκηνοθετικά στο σήμερα, με σύγχρονους όρους, μία κειμενική καταγραφή του παρελθόντος χωρίς να προδίδεται ο πυρήνας της -καλλιτεχνικός, αισθητικός και ιδεολογικός. Σε επίπεδο σκηνικής απόδοσης, ο σκηνοθέτης εφάρμοσε με επιτυχία μια ιδιοφυή του σύλληψη. «Πάντρεψε» τις θεατρικές και κινηματογραφικές καταβολές του έργου μέσα από τη ζωντανή, από τον ίδιο, κινηματογράφηση και ασπρόμαυρη προβολή της θεατρικής πράξης –παραπέμποντας στην ομώνυμη ασπρόμαυρη ταινία του ’69- πάνω σε έναν τοίχο του σκηνικού, ο οποίος προς το τέλος της παράστασης «έπεσε» για να αποκαλύψει το technicolor ζωντανό δρώμενο επί σκηνής, χωρίς πλέον την παρεμβολή κάμερας. Μέσα από τη live κινηματογράφηση και προβολή της παράστασης, ο Μπινιάρης εστιάζει, υπογραμμίζει, κεντράρει, «παγώνει» ή «σβήνει» κατά το δοκούν δράσεις και σκέψεις των ηθοποιών του, συχνά υιοθετώντας πρακτικές καταγραφής καρτούνς.

 

Σε επίπεδο αισθητικής, πέραν της ασπρόμαυρης προβολής, τα κοστούμια της παράστασης (Πάρις Μέξης) φέρουν έντονο χρώμα και ύφος σίξτις –ασύλληπτο το ριγέ καφέ πορτοκαλί κοστούμι του ποιητή Φανφάρα με το πουκάμισο με τα βολάν και τη δαντελωτή ροζ γραβάτα. Επίσης, οι ρυθμοί της παράστασης, ερμηνευτικά και μουσικά, είναι καταιγιστικοί, σαν σε ροκ συναυλία, όπως σε όλες τις παραστάσεις του Άρη Μπινιάρη. Εδώ προφανώς για να μιμηθούν τους ρυθμούς του τάχιστα αναπτυσσόμενου Αθηναϊκού άστεως, την περίοδο της αντιπαροχής και των μόνιμων ήχων της μπετονιέρας και της μπουλντόζας που έχτιζαν τα σύγχρονα διαμερίσματα-κουτιά των Αθηναίων, καθώς και των πολλαπλασιαζόμενων Ι.Χ. που κόρναραν ανηλεώς στους αθηναϊκούς δρόμους; Ακόμα και έτσι να είναι, το volume της φωνής των ηθοποιών, κυρίως της Μαμάς και της Αδερφής του Βασίλη, θέλουν χαμήλωμα, καθώς δημιουργούν υπερένταση και ταχυπαλμία στον θεατή. Αν ο σκηνοθέτης θέλει να κάνει το άνωθεν σχόλιο για την υπερεντατική «αξιοποίηση» του αστικού χώρου και τη συνακόλουθη άγαρμπη «δυτικοποίησή» του, αυτό το συνεχές high pitch των φωνών των ηθοποιών κινδυνεύει να ακυρώσει την αρτιότητα και την ιδιοφυή εκτέλεση όλου του εγχειρήματος.

 

Σε ιδεολογικό επίπεδο, η εποχή που ο καπιταλισμός χαμογελά δείχνοντας τα δόντια του στους «μοντέρνους» Έλληνες της δεκαετίας του ’60, η μοναξιά και το σάστισμα του ατόμου μπροστά σε μια κοινωνία που αναπτύσσεται ραγδαία αλλά χωρίς κανέναν πολεοδομικό σχεδιασμό ή ιδεολογικό έρεισμα, σε μια κοινωνία που παραδίδεται  άνευ αντιστάσεων σε έναν ξενόφερτο και ανοίκειο τρόπο ζωής, αποδίδεται έξοχα και εύστοχα σκηνοθετικά με μονολόγους που ενίοτε διασταυρώνονται και μοιάζουν με διαλόγους. Οι εμβριθώς σκιαγραφημένοι χαρακτήρες του Δημήτρη Ψαθά, παρά την επιφανειακή κοινωνικότητα και κωμικότητά τους, είναι ερμητικά κλεισμένοι στον κοινωνικό και ιδεολογικό τους ρόλο τον οποίο περιφρουρούν με νύχια και με δόντια, καθώς έτσι αντλούν την ταυτότητά τους. Κι όταν, από τυχαίο γεγονός, ένα λαχείο που κερδίζει τον πρώτο αριθμό, μετακινούνται ιδεολογικά και κοινωνικά και το όλο οικοδόμημα των πεποιθήσεών τους θρυμματίζεται μπροστά στα μάτια τους, ε, οι περισσότεροι είναι έτοιμοι να καλωσορίσουν τη νέα πραγματικότητα και τη νέα «ιδεολογία» στη ζωή τους. Εκτός από τον Βασίλη.

 

Ο Γιώργος Γάλλος δίνει νέα πνοή στον εμμονικά αμετακίνητο και συντηρητικό Βασίλη, κάνει δικό του έναν εμβληματικό ρόλο της νεοελληνικής ηθογραφίας, υιοθετώντας μια απόλυτα κεντραρισμένη ερμηνευτική τοποθέτηση. Ο Γιώργος Γάλλος είναι ο ακριβής μετρονόμος της παράστασης, γύρω από τον οποίο συντονίζονται και οι υπόλοιποι έξοχοι συνάδελφοί του: ο με δαιμονική ένταση Αφηγητής του Κωνσταντίνου Σεβδαλή, η μπριόζα και εκρηκτικά καρτερική Μητέρα του Βασίλη Ελισάβετ Κωνσταντινίδου, η επαναστάτρια Αδερφή του Βασίλη Ηρώ Μπέζου, ο στιβαρός ερμηνευτικά Μάνος Χατζηστραπάτσος του Αινεία Τσαμάτη, ο bigger-than-life Ποιητής Φανφάρας του Γιώργου Παπαγεωργίου, η ευπρόσδεκτα καρτουνίστικη Κυρία Φαρλάκου της Έλενας Τοπαλίδου, η χυμώδης ερμηνευτικά Υπηρέτρια Ιουλία της Λυδίας Τζανουδάκη και ο Στέφανος Πίττας στη διπλή διανομή του Περικλή και του Λελέ.

Στα συν της παράστασης, φυσικά, οι μουσικοί της, Φώτης Σιώτας και Δημήτριος Τσεκούρας, οι οποίοι προσδίδουν το απαραίτητο σίξτις ροκ στοιχείο.