Η αγάπη άργησε μια μέρα στο θέατρο Αργώ για δεύτερη χρονιά

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 15/11/2018

Με το που περνάς το κατώφλι της πλατείας στο θέατρο Αργώ, μπαίνεις αυτόματα σε ένα άλλο σύμπαν. Στη σκηνή έχει στηθεί ένα επιβλητικό, αμυδρά φωτισμένο με καντήλια οστεοφυλάκιο. Εδώ κι εκεί γιρλάντες από πλαστικά λουλούδια, από αυτά που συχνά στολίζουν τους τάφους στα ελληνικά νεκροταφεία (σκηνογραφία Γιώργος Λυντζέρης). Μαυροφορεμένες γυναικείες φιγούρες στέκονται ή περνούν εμπρός του μέχρι να τοποθετηθούν οι θεατές στις θέσεις τους. Βρισκόμαστε στο σύμπαν του δραματοποιημένου διηγήματος της Λιλής Ζωγράφου «Η αγάπη άργησε μια μέρα» σε σκηνοθεσία Ένκε Φεζολλάρι. «Παραμερίζοντας την πυκνή πρασινάδα στο μονοπάτι που οδηγούσε στη μισάνοιχτη καγκελένια είσοδο του μισοκρυμμένου σιωπηλού σπιτιού των Φτενούδων μπορούσες ν’ αντιληφθείς αθέατος δύο ή τρεις σκοτεινές κι αθόρυβες φιγούρες μάλλον γυναικείες να πηγαινοέρχονται με μπαμπακένια βήματα στον εξώστη του σπιτιού. Δεν ήξερες αν ήταν τρεις ή μία και η σκιά της, τόσο ίδιες, παμπάλαιες, σαν ξεθωριασμένες φωτογραφίες κάποιων που δεν ζουν τώρα και δεκαετίες».
 
Ο Ένκε Φεζολλάρι επιστρέφει στη γραφή της Λιλής Ζωγράφου, μετά το «Επάγγελμα πόρνη» της ιδίας συγγραφέως, αυτή τη φορά στο πνιγηρό οικογενειακό περιβάλλον του τσαγκάρη και μπαλωματή Μιχαήλου Φτενούδου της γυναίκας του Εριφύλης και των εννέα (;) παιδιών τους. Ο θάνατος του πατριάρχη της οικογένειας πυροδοτεί εξελίξεις στο ερμητικά κλειστό σπιτικό: «Δυσκολεύτηκαν για καιρό να παραδεχτούν το θάνατό του. Όχι συναισθηματικά. Καθόλου. Ούτε τους ζήτησε ποτέ αγάπη ούτε τούς πρόσφερε άλλο από την τρομάρα. Τον ξέρανε πανίσχυρο κι ανάλγητο και πολύ καιρό μετά το θάνατό του κοψοχολιάζανε μπας και κάποια στιγμή εκτιναχτεί από τον τάφο του — καθώς του άναβαν το καντήλι — και τους ζητούσε το λόγο, για το πώς όντας κατώτερές του τολμούσαν να επιζούν με τέτοιο θράσος και υγεία προσβάλλοντας τον ανίκητο πατέρα. Ζήλευαν τη μάνα τους την Εριφύλη που αποδέχτηκε νηφάλια το θάνατό του. Φοβότανε σίγουρα και κείνη τη συνάντησή της με τον Θεό για το μεγάλο της αμάρτημα που δεν εξομολογήθηκε ποτέ. Αλλά πίστευε πως οι νεκροί δεν αισθάνονται σαν τους κακόμοιρους τους ζωντανούς και πως η ίδια δεν θα φοβόταν πια τίποτα και κανέναν όσο τον Μιχαήλο Φτενούδο επί σαράντα τρία τόσα χρόνια αγέλαστα και τρομοκρατημένα, με την ψυχή ωστόσο γεμάτη περιφρόνηση κι αφού του γέννησε εννιά παιδιά, τρεις γιους και έξι θυγατέρες, σύμφωνα με τα χαρτιά».
 
Η ιστορία της οικογένειας Φτενούδου ξεκινά τη δεκαετία του ’30, στο Νεοχώρι της Κρήτης. Η ζωή στην ελληνική επαρχία ασφυκτικά συντηρητική. Η καταπιεστική, κλειστή, πατριαρχική κοινωνία, ο αναπόδραστος κοινωνικός έλεγχος, η απαρέγκλιτη τήρηση των συμβάσεων, η υποταγή στους κοινωνικούς τύπους. Και η αγάπη παρούσα και ανθίζουσα, παρά ή/και εξαιτίας των λυσσαλέων απαγορεύσεων.
 
Είναι προφανές ότι ο Ένκε Φεζολλάρι αγαπά και αναδεικνύει την αδρή όσο και συγκινησιακή γραφή της Λιλής Ζωγράφου μέσα από την άρτια καθοδήγηση των ηθοποιών του, αλλά και μια συμπαγή και συνεπή αισθητική πρόταση με έντονες επιρροές από το σινεμά του Πέδρο Αλμοδόβαρ και τον Ιταλικό νεορεαλισμό. Εδώ, σε αυτόν τον αμιγώς γυναικείο θίασο, επέλεξε τα αντρικά πρόσωπα είτε να είναι απόντα αλλά εσαεί παρόντα μέσα από τις αφηγήσεις των γυναικών, είτε να ερμηνεύονται από τις ηθοποιούς, χειραφετώντας από σκηνής γενιές και γενιές καταπιεσμένων γυναικών στην ελληνική επικράτεια. Χωρίς να φοβάται το συναίσθημα, το οποίο φορτίζει έντονα την αφήγηση της Λιλής Ζωγράφου, αλλά και χωρίς να το εκμαιεύει βίαια από τους θεατές του, υποκύπτοντας σε σκηνοθετικές ευκολίες και λαϊκισμούς, ο Ένκε Φεζολλάρι έχει δουλέψει έντιμα και υποδειγματικά με τις ηθοποιούς του.
 
Η Εριφύλη της Αιμιλίας Υψηλάντη είναι μια αγέρωχη, συγκινητική, «διαφορετική» για τα ελληνικά επαρχιακά δεδομένα μητέρα η οποία δανείζεται από την αειθαλή φινέτσα της έμπειρης ηθοποιού. Η Ασπασία της Αθηνάς Τσιλύρα είναι μια σαρωτική tour de force ως δεσποτική, τυραννική, ανάλγητη και ανέραστη μεγάλη κόρη των Φτενούδων, αλλά και ως κακοποιητικός Γιάννης Τάγαρης, σύζυγος της Ερατώς. Η Αικατερίνη της Μαρίας Καρακίτσου κομψή ερμηνευτικά μέσα στη σιωπηλή επαναστατική της απόσχιση από την οικογένεια-ανοιχτό τάφο. Η Εργίνη της Βασιλικής Διαλυνά σε σωστούς, προσήκοντες στον πειθαναγκαστικό ρόλο της, χαμηλούς τόνους. Η Πηνελόπη της Δάφνης Λιανάκη, η «κακάσχημη κόρη» της οικογένειας, «το τέρας» που το έχουν να ζει στο υπόγειο του σπιτιού, με ακρίβεια και μέτρο, χωρίς καρικατουρίστικες εξάρσεις. Η Ερατώ της Ιωάννας Λέκκα, η μικρή κόρη της οικογένειας, «αυτή που εμπνέει τον έρωτα» κατά το όνομά της, «ένας άγγελος που κατέβηκε κατά λάθος σε αυτό το παλιοχώρι» κατά τη μητέρα της που τη λάτρευε, είναι καθηλωτική στον τελευταίο της μονόλογο. Η Αμαλία της Μαρίας Νεφέλης Δούκα, το νόθο παιδί της Ερατώς, καρπός του εφηβικού έρωτά της με τον Ιταλό στρατιώτη Τονίνο, χτίζει σταδιακά και μεθοδικά τις συγκινησιακές εξάρσεις του ρόλου της.
 
Στη συνολικά άρτια αισθητική πρόταση της παράστασης συμβάλλουν -εκτός από το αλμοδοβαρικό σκηνικό του Γιώργου Λυντζέρη- τα αυστηρά, πένθιμα κοστούμια του ιδίου με την κατακόκκινη φόδρα/υπενθύμιση της ζωής που έχουν απαρνηθεί οι ηρωίδες της Λιλής Ζωγράφου ή του έρωτα που ανέτρεψε τη ζωή τους, καθώς και οι μουσικές συνθέσεις της Γιώτας Κοτσέτα σε συνδυασμό με βαλκανικά μοιρολόγια και οπερατικές άριες.