Με δύναμη από την Κηφισιά στο Θέατρο του Νέου Κόσμου

  •  Δημοσιεύτηκε στις: 25/10/2017

 

Δεν κρύβω πως έφτασα στο θέατρο του Νέου Κόσμου με κάποιο δισταγμό. Η παράσταση του Λευτέρη Βογιατζή, είσοσι και παραπάνω χρόνια πριν, - η πρώτη παράσταση του Με δύναμη από την Κηφισιά του Δημήτρη Κεχαΐδη και της Ελένης Χαβιαρά -, η παράσταση του Νίκου Μαστοράκη αργότερα (σε άλλο μήκος και σε άλλο ύψος) αλλά και ένα έργο που πάντα με προβληματίζει, κι όμως με κερδίζει συνεχώς.

Το έργο άλλωστε φλερτάρει στην κόψη του ξυραφιού με τις ποιότητες. Είναι ένας λεκτικός αφρός, συζητήσεις επί συζητήσεων, επαναλήψεις, υπερβολές και δίχως λόγο ταραχές, με μια αφέλεια ― καλά, αναρωτιέσαι, μα τίποτα άλλο δεν τις νοιάζει αυτές εκτός από την εικόνα τους όπως διαμορφώνεται μέσα από το βλέμμα των συντρόφων τους, πρώην, νυν ή μελλοντικών; ― που καταλήγει σε αυτό το συνεχές αίσθημα κενού. H Αλέκα είναι ιδιοκτήτρια μπουτίκ κι έχει μια κόρη, την Ηλέκτρα, που προσπαθεί να μπει στον χώρο κινηματογράφου, η Φωτεινή είναι τραπεζικός υπάλληλος ενώ η Μάρω  σχεδιάζει κοσμήματα. Γυναίκες αυτόνομες και προφανώς πετυχημένες σε ό,τι κάνουν – και που σίγουρα έξω από το σπίτι της Αλέκας (όπου διαδραματίζεται το έργο σε διάστημα λίγων ημερών) και δυναμικές θα είναι και καλά θα κρύβουν τις αγωνίες τους. Μαζί όμως, μέσα σε αυτή την προσχηματική «ανοησία», όλα περνάνε σε δεύτερη μοίρα. Τίποτα άλλο δεν υπάρχει στον κόσμο που φτιάχνουν και μοιράζονται. Δεν βλέπεις παρά ζωή – τον έρωτα ως κίνητρο, την αγωνία του ως σημείο αφετηρίας και καθορισμού του ατόμου. Τρεις γυναίκες που προσπαθούν να ζήσουν και να συμβιβαστούν με τις επιλογές τους, τα θέλω και τα λάθη τους, και ένα νεαρό κορίτσι να της παρακολουθεί έτοιμο να κάνει και αυτό τα δικά του βήματα, που θα το οδηγήσουν με μαθηματική ακρίβεια στην ίδια αδιέξοδη κατάσταση.΄Αντρες απόντες και καθοριστικά παρόντες. Ένα ταξίδι στην μακρινή Ταϊλάνδη θα μπορούσε να είναι η αφετηρία για μια νέα λυτρωμένη ζωή;

Ο νεαρός σκηνοθέτης παίρνει το έργο του Κεχαΐδη και της Χαβιαρά, το αφουγκράζεται, το σέβεται και το «βεβηλώνει» ως οφείλει με τη δική του ματιά: Με ρυθμό που σε κρατάει, συγκρούσεις, κορυφώσεις και αποκλιμακώσεις, ατελείωτες μετέωρες συζητήσεις, μια λυγμική συναισθηματικότητα που εναλλάσεται με ένα πικρό αλλά λυτρωτικό χιούμορ, με το μεγάλο ερωτήμα της γυναικείας κυρίως ύπαρξης για συντροφικότητα να στέκει αγέρωχο και αμείλικτο μπροστά μας. Κι όσο κιαν διασκεδάζουμε με τους φόβους των άλλων, κι αν γελάμε μαζί τους, νατοι να ξεπηδούν μπροστά μας και οι δικοί μας φόβοι. Δεν υπάρχει ευτυχισμένο τέλος. Όλα στο κενό θα μείνουν.

Τρεις σπουδαίες ηθοποιοί με σκηνικό κύρος, σωστά δίνουν το βάρος που χρειάζονται οι απελπισμένες αυτές υπάρξεις.  Τις παρακολουθούμε να φτιάχνουν σιγά σιγά αριστοτεχνικά τους ιστούς τους για να αυτοπαγιδεύονται σε μια αξιοσημείωτη σκηνική άμιλλα. Εξαιρετική, στη πιο μεστή της στιγμή η Έμιλυ Κολλιανδρή (Φωτεινή). Η Γαλήνη Χατζηπασχάλη (Μάρω) αστραφτερή σκηνική παρουσία με μπρίο και αμεσότητα. Εκπληκτική η Λυδία Φωτοπούλου (Αλέκα), σταθερό κέντρο των σχέσεων, αφετηρία και καταφύγιο ταυτόχρονα για όλες. Αδύναμη δίπλα τους η Ευδοξία Ανδρουλιδάκη (Ηλέκτρα) δεν μπορεί να ακολουθήσει τους καταιγιστικούς ρυθμούς τους.

Ο σκηνικός χώρος που σχεδίασε η Άρτεμις Φλέσσα, αν και χρονικά μετέωρος, ορίζεται από τα αντικείμενα: μια πόρτα, ένα ψυγείο, ένας καναπές, ένα τηλέφωνο, μια σκάλα και φυσικά ένα ποδήλατο, για την ακρίβεια τα πετάλια του – σύμβολο μιας μετακίνησης που ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί. Σκάλες που δεν οδηγούν πουθενά, ανύπαρκτοι τοίχοι, αυλές και δέντρα-δείγματα. Όλος ο κόσμος έχει συρρικνωθεί μέσα τους.

Τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη ως επί το πλείστον ρομαντικά και καλαίσθητα, αν και δεν ακολουθούν κάποια γραμμή, λειτουργούν ενισχυτικά για τους χαρακτήρες. Ατμοσφαιρικοί οι φωτισμοί του Αλέκου Αναστασίου, παίζουν με το χιούμορ αλλά και το υποβαλλόμενο μυστήριο της παράστασης. Τα έξυπνα και με πολύ χιούμορ βίντεο επιμελήθηκε η Γκέλυ Καλαμπάκα (η οποία ήταν και βοηθός του σκηνοθέτη) ενώ η σχολιαστικά λειτούργησε η μουσική του Κορνήλιου Σελαμσή.

Ας είμαστε ειλικρινείς: δεν είναι όλα στη ζωή μας βαρύγδουπα. Δεν χρειάζεται να είναι. Ουσιαστικά πρέπει να είναι. Ακόμη κι αν είναι τα βράδια με τους φίλους μας που μοιραζόμαστε τους ανόητους φόβους μας ενώ ο κόσμος γύρω μας καταρρέει. Αυτό είναι ζωή.