ΝΑ ΤΑ ΠΟΥΜΕ; με την Τζωρτζίνα Κακουδάκη. ΘΕΑΤΡΟ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ ΚΑΙ ΕΦΗΒΟΥΣ: ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ.

  •  Συντάκτης: Καρανάνου Μαρία
  •  Δημοσιεύτηκε στις: 30/09/2020

Με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς και μέσα στις τόσες δυσκολίες που αντιμετωπίζουν παιδιά και εκπαιδευτικοί αλλά και ο καλλιτεχνικός κόσμος, το GPP επανέρχεται με τη σειρά ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ που είναι αφιερωμένη στο θέατρο για παιδιά και εφήβους και τους δημιουργούς του. Μέσα από τις συνεντεύξεις αυτές επιμένουμε στη σημασία και στην αναγκαιότητα του θεάτρου για παιδιά και εφήβους που μέσα στη δίνη και τις δυσκολίες της πραγματικότητας μπορεί να αποτελέσει ένα  μοναδικό καταφύγιο και μέσο παιδείας και ψυχαγωγίας.

 

Ποια ήταν η πρώτη παράσταση που είδες όταν ήσουν παιδί;

Παιδί δεν έβλεπα θέατρο, κάθε χρόνο αλλάζαμε πόλη, με πατέρα αξιωματικό του στρατού. Η πρώτη μου σχέση με την μεγάλη οθόνη πάντως ήταν κάπου στα τέσσερα μου χρόνια, που πήγα στην Αλεξανδρούπολη σε ένα θερινό σινεμά και είδα τον «Ρομπέν των Δασών» της Disney (ταινία του 1973).  Πήγα πίσω από την οθόνη του σινεμά μετά, να γνωρίσω τον Ρομπέν. Αλλά μού γαύγισαν κάτι σκυλιά και φοβήθηκα. Και έμεινα με την απορία ,αν ο Ρομπέν ζει ή αν τον έφαγαν τα σκυλιά. Αληθινό θέατρο είδα στην Τετάρτη Δημοτικού, την παράσταση «Ντα», με τον Μάνο Κατράκη, μια Τετάρτη απόγευμα, σε ένα τεράστιο υπόγειο, σε χρώμα λαδί. Είδαμε το μισό γιατί έγινε σεισμός και η παράσταση σταμάτησε.

Η επόμενη φορά ήταν στην Β’ Λυκείου που είδα με την αδελφή μου, λίγο μεγαλύτερη, την «Λούλου», στο Ανοιχτό Θέατρο. Αλλά τότε ήδη ήξερα τον Βέντεκιντ απέξω και ανακατωτά.

 

Πότε αποφάσισες να ασχοληθείς επαγγελματικά με το θέατρο;

Στο Γυμνάσιο, στην δεκαετία του ΄80, είχαμε τότε τα διπλά κασετόφωνα, οι μεγαλύτεροι θα το θυμάστε. Που παίζανε στο reverse/repeat , γύριζαν τις κασέτες στην αρχή και τις ξαναπαίζανε. Εγώ, είχα μανία με τη μουσική, έγραφα εκπομπές από το ραδιόφωνο, κυρίως τον Γιάννη Πετρίδη, και τις άκουγα μέχρι να αποστηθίσω τα τραγούδια. Μάλιστα εκείνη την περίοδο είχε αφιερώματα στην ψυχεδελική μουσική της δεκαετίας του 60. Μετά την εκπομπή, όμως, περίσσευε κανένα μισάωρο στην κασέτα, όποτε γραφόταν και η επόμενη εκπομπή που τύχαινε να είναι Το Θέατρο στο Ραδιόφωνο, με αφιέρωμα στο Θέατρο του Παραλόγου. Ψυχεδέλεια και θέατρο του παραλόγου. Τι καλύτερο μπορεί να τύχει σε ένα άνθρωπο 15 χρονών ε; Έτσι (λόγω του repeat) έμαθα απέξω τον «Ρινόκερο» του Ιονέσκο, το «Τέλος του παιχνιδιού» του Μπέκετ, το «Νεκροταφείο Αυτοκινήτων» του Αραμπάλ, «Το αυτοκρατορικό Κυνήγι του Ηλιου» του Πήτερ Σάφερ, τους «Κλειδοκράτορες» του Κούντερα...η λίστα είναι μεγάλη. Έτσι ασχολήθηκα με το θέατρο. Όταν ήταν καιρός για τις εξετάσεις μόλις είχε δημιουργηθεί το Τμήμα Θεατρικών Σπουδών στην Αθήνα. Ήμουν στην πρώτη χρονιά λειτουργίας του. Την επόμενη χρονιά ξεκίνησα την δραματική σχολή. Την επόμενη χρονιά έπαιξα σε μια παράσταση παιδικού θεάτρου. Τα υπόλοιπα γνωστά.

 

Πώς και πότε άρχισε να σε ενδιαφέρει  και επαγγελματικά ο κόσμος του θεάτρου για εφήβους;

Με το θέατρο είχα πάντα μια πολυδιάστατη σχέση. Έχω κάνει πρακτικές και θεωρητικές σπουδές, ακολούθησαν πολλά χρόνια επιμόρφωσης στην παιδαγωγική του θεάτρου, δούλεψα για πολλά χρόνια στο Καλλιτεχνικό Γυμνάσιο του Γέρακα και σε πολλές ομάδες Λυκείων (έκανε ένα πρόγραμμα η Γ.Γ. Ν. Γενιάς τότε που είχε δημιουργήσει η αγαπημένη μας καθηγήτρια Χαρά Μπακονικόλα), μετά έγινα ενεργό μέλος και εμψυχώτρια στο Πανελλήνιο Δίκτυο για το Θέατρο στην Εκπαίδευση, όπου γνώρισα τις ανάγκες και την αγάπη για το καινούργιο στη συναναστροφή μου με πλήθος (ως σήμερα μπορεί να έχω επιμορφώσει πάνω από 4.000 άτομα) καθηγητών του Γυμνασίου και του Λυκείου για το τι έχουν ανάγκη οι ίδιοι και οι μαθητές τους. Στην καλλιτεχνική μου καριέρα είχα την εμπειρία της σκηνής ως ηθοποιός αλλά και της δραματουργίας, μιας και είχα πολλές συνεργασίες με ομάδες χορού και θεάτρου για το πώς- θα- πούμε-τι, πάνω στη σκηνή. Η σχέση μου με τους εφήβους ήρθε φυσικά δηλαδή. Ήταν στο κέντρο των ενδιαφερόντων μου από την αρχή, έβρισκα πάντα νόημα εκεί, στην ηλικία που κάποιος ψάχνει να βρει να πει κάτι και δεν μπορεί, δεν ξέρει πως  να το εκφράσει, δεν τον αφήνουν. Αλλά και νόημα για το θέατρο, μια διαδικασία όχι ομφαλοσκοπική, ματαιόδοξη, εσωστρεφή, αλλά για άμεση χρήση στην κοινωνία.

Αυτή μου η επιθυμία, σε συνδυασμό με την «αδυναμία» μου να προτείνω σε εκπαιδευτικούς τι να πάνε να δούνε με τις τάξεις του σχολείου τους στο θέατρο, -είχα πολλές διαφωνίες «για το ένα και για τ΄ άλλο»-, πριν από 13 χρόνια άρχισε να γίνεται σκηνική πράξη, βρήκα πως να καλύψω ένα κενό, ότι υπάρχει ένας τρόπος να επικοινωνήσει ένας νέος ηθοποιός και ένας νέος , δια μέσου της σκηνής. Δηλαδή αξιοποίησα την εμπειρία μου ως θεατρολόγος, ηθοποιός, δραματουργός και δάσκαλος θεάτρου μαζί. Πολλές εξειδικεύσεις, πράγματι, αλλά και δύσκολο το έργο. Γιατί έτσι μπορείς να ξαναφτιάξεις ένα έργο για την σκηνή, κρατώντας το ήθος και το ύφος του συγγραφέα, αλλά επινοώντας εκ νέου τη συνθήκη που τροφοδοτεί τη θεατρική σκηνή, φέροντας στο επίκεντρο το δίλημμα, οξύνοντας τις αντιθέσεις. Με έργα που χτυπάνε σε έναν εφηβικό παλμό, με ταχύτητα, ευελιξία και υψηλή ενέργεια. Με ηθοποιούς που δεν «φοράνε τιράντες» στη σκηνή για να κάνουν τους μικρούληδες, αλλά παίζοντας μέσα από ηλικία τους και τον εαυτό τους, συν διαμορφώνοντας πάντα από κοινού τα έργα.

Αλλά και ταυτόχρονα, δημιουργώντας θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα μικρής, μεσαίας και μεγάλης διάρκειας γύρω από τις παραστάσεις και τα θέματα του έργου για να χρησιμοποιήσει ο δάσκαλος στο σχολείο και ο ηθοποιός/θεατροπαιδαγωός μετά την παράσταση.

Ξεκινήσαμε, τότε, ένα θίασο για να κάνουμε θέατρο για νέους, την ομάδα 4frontal. Πολύ σύντομα αυτή η ομάδα βρήκε στέγη στο θέατρο Χώρα (τότε υπό την διαχείριση των Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη- Γιώργου Λυκιαρδόπουλου και την επιμονή της Κατερίνας Μπερδέκα) και αργότερα στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, δίνοντας σιγά σιγά την σειρά τους οι ηθοποιοί σε νεότερους ηθοποιούς και πάντα με την αστείρευτη επιθυμία για πειραματισμό και επινοητικότητα και επικοινωνία πάνω και κάτω από τη σκηνή,  με κύριο χαρακτηριστικό ότι ήταν νέοι,  και ικανοποιούσαν μια δική τους ανάγκη για χειραφέτηση μέσα από τη σχέση τους με τους νέους θεατές. Διπλό το όφελος, και για αυτόν που βλέπει κΙ για αυτόν που κάνει.

 

Ποια συμβουλή θα ήθελες να σου είχανε δώσει όταν πρωτοξεκίνησες να ασχολείσαι με το θέατρο για εφήβους;

Δεν θα μπορούσε κάποιος να μου δώσει συμβουλή...πηγαίνανε στο βρόντο. Αυτό το είδος, η προσέγγιση των νέων με νεανικά θέματα και σύγχρονη αισθητική  ήταν καινούργιο στην Ελλάδα. Ο,τι και να με συμβούλευαν δεν θα τους άκουγα.

Αν πάλι υπήρχε ήδη αυτό το είδος στην αγορά, μπορεί να μην μου φαινόταν τόσο μεγάλη η πρόκληση. Παθιαζόμουν πάντα πολύ με την πρόκληση. Στην ζωή μου έχω κυνηγήσει πολύ το άγνωστο...έχω αποφύγει τις συμβουλές, δεν έχω υιοθετηθεί από μέντορες και θεσμούς. Πολλοί μου είπαν ότι θα αποτύχει το εγχείρημα. Αυτό πάντως δεν συνέβη. Η επιτυχία βρίσκεται στην γνώση και την επιμονή.

 

Αν σκεφτούμε ότι ένας έφηβος 15 ετών μπορεί να παρακολουθήσει άνετα επιλεγμένες παραστάσεις για ενήλικες, ποιοι είναι οι λόγοι που καθιστούν αναγκαία την ύπαρξη χωριστής κατηγορίας θεάτρου για εφήβους;

Νομίζω ότι ένας άνθρωπος 15 ετών (βάζω αυτήν τη μέση ηλικία αλλά εννοώ 14-18), μπορεί να δει σχεδόν τα πάντα. Τι θα καταλάβει εξαρτάται από την ευφυΐα , την εμπειρία, τη νοημοσύνη και την ενσυναίσθηση, την εξοικείωση με τις τέχνες, την ιδιοσυγκρασία, ό,τι συμβαίνει και με ένα μέσο ενήλικο κοινό. Θέλω να πω ότι το θέατρο για εφήβους, κατά την δική μου τουλάχιστον θέση, δεν είναι ένα είδος που αντικαθιστά το θέατρο,  αλλά προσθέτει θέατρο. Ο στόχος εδώ είναι να διαχειριστούμε, μέσα από τη δύναμη που δίνει η σκηνή του θεάτρου, αρχετυπικά ερωτήματα, να θέσουμε τα ζητήματα που ξεκινούν στη νεότητα και απασχολούν τον άνθρωπο για πάντα νομίζω. Ποιος είμαι, πως λειτουργώ μέσα στο σύνολο, πώς οι επιλογές μου με καθορίζουν, αν έχω δικαίωμα να έχω γνώμη, αν με αγαπάνε, πώς χτίζεται η αποδοχή, πως προσδιορίζομαι ηθικά, κοινωνικά και πολιτικά, γιατί να πεθάνω κτλ.   Ένας άνθρωπος σε διαδικασία σωματικής, πνευματικής, συναισθηματικής και ηθικής ενηλικίωσης,  έτσι θα όριζα προσωπικά την εφηβεία, χρειάζεται να ανοίξει τον ορίζοντα της πρόσληψης της πραγματικότητας. Να αισθάνεται ότι μπορεί να θέσει ερωτήματα, να εισπράξει έναν ευθύ και άμεσο διάλογο από τη «σκηνή», να μπορεί να συμπεριλαμβάνεται στη διαδικασία, να αντιμετωπίζεται ισότιμα. Εμείς επιλέγουμε τα θέματα που μας ενδιαφέρουν από τα έργα που ανεβάζουμε με στόχο να τα θέσουμε κυρίως, όχι να τα περιγράψουμε, ούτε φυσικά να τα απαντήσουμε. Θέλουμε να οξύνουμε την κρίση και την φαντασία του θεατή μας, να μειώσουμε την φαντασμαγορία του παιδικού ή την εσωστρέφεια του ενήλικου θεάτρου.

Καμιά φορά, όταν κάποιος βλέπει μια παράσταση που είναι πολύ επιφανειακή ή αφελής ή πολύ εξωστρεφής ακούω να λέει «αυτό είναι για εφήβους». Δεν συμφωνώ καθόλου, θυμώνω όταν το ακούω. Οι έφηβοι δεν είναι αποδοχείς μέτριων προϊόντων,  πρόχειρων αισθητικών αποδόσεων.  Αλλά είναι συνήθεια και φόβος των ενηλίκων οι νέοι, θέλουμε να τους χειραγωγούμε,  τους φοβόμαστε όπως φοβόμαστε το μέλλον. Το εφηβικό κοινό, όπως μου έχει διδάξει η εμπειρία, είναι απαιτητικό, γρήγορο και οξυδερκές στην κατανόηση της πλοκής, την αποκάλυψη της αλήθειας, της συναισθηματικής ταύτισης με το διακύβευμα της σκηνής. Εγώ προσδιορίζω το εφηβικό θέατρο ως ένα είδος επικίνδυνο.

 

Γνωστά κείμενα, μύθοι, λογοτεχνία: στις παιδικές και εφηβικές σκηνές οι διασκευές κυριαρχούν. Λείπει το πρωτότυπο θεατρικό κείμενο για εφήβους πραγματικά ή τελικά οι διασκευές αρκούν;

Έχω κυρίως επιλέξει να ασχοληθώ με έργα κλασσικά, με πλοκές ανοιχτού τύπου, είτε περιγράφουν ουτοπικούς κόσμους είτε προτείνουν την διαχείριση του εδώ και τώρα της σκηνής, προσφέρουν πάντως ένα μεγάλο πεδίο σκηνικής ελευθερίας και συνδιαλλαγής. Η ενασχόληση με τα κλασικά έργα είναι μια μεγάλη αναμέτρηση. Τα νοήματα είναι πυκνά, οι προτεινόμενες συνθήκες οι πιο περίπλοκες που μπορεί να φανταστεί ποτέ ανθρώπινος νους, το αξιακό και θρησκειολογικό σύστημα πολύ μακρινό από εμάς, και στο επίπεδο του σκηνικού αποτελέσματος…όλα έχουν ειπωθεί. Οι σημερινές πλοκές προσωπικά δεν με συγκινούν ιδιαίτερα. Νομίζω ότι πετυχαίνουν πιο πολύ στο Netflix, που δεν φοβάται την λογοκρισία, μπορείς να το επιλέξεις μέσα στην ελευθερία της δικής σου οθόνης, δεν είναι κάτι που διαλέγει το σχολείο για σένα που είσαι 15 και ο θίασος τρέμει την άποψη του καθηγητή, να μην θεωρήσει το θέαμα «ακατάλληλο». Σε άλλες χώρες, από την Αγγλία ας πούμε που εισάγουμε πολλά έργα για εφηβικό κοινό, οι νέοι βλέπουν το Sex Education, έβλεπαν το Skins και το  Shameless, έχουν δει μια κοινωνία κατάματα, μπόρεσαν να θέσουν κοινωνικά προβλήματα στη φόρα. Εδώ αυτά δεν γίνονται. Η κοινωνία δεν αντέχει να δει τον εαυτό της. Η έννοια του case study της εφηβείας, όπως εγώ θεωρώ το τι μπορεί να είναι μια πραγματική βιογραφία για την σκηνή, θα αργήσει πολύ. ΠΟΛΥ. Πρέπει να χειραφετηθεί μια ολόκληρη επόμενη γενιά πρώτα να μην φοβάται, ώστε να μην φοβάται να αντιμετωπίσει τα ...παιδιά της.

 

Πως διαλέγεις κάθε φορά τι παραστάσεις θα ανεβάσεις; Πώς διάλεξες π.χ. την «Ελένη»;

Πολλές φορές,  έχω επιλέξει τη θεματολογία ή τα έργα που κάποιος διδάσκεται στο σχολείο, όπως η «Αντιγόνη», η «Ελένη», οι «Όρνιθες», οι «Νεφέλες»- από το αντίστοιχο βιβλίο του σχολείου στην Κύπρο-, το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» στην Στ’ Δημοτικού. Η πλοκή, τα καυτά θέματα «περνάνε», το σύστημα αναγκάζεται να δεχτεί την απιστία της Ελένης, τον αιρετικό δάσκαλο Σωκράτη, τις αυτοκτονίες της Αντιγόνης και του Αίμωνα, τον εκπατρισμό του Πεισθέταιρου.  Μαζί με τα τεράστια σκηνικά συμβάντα τα έργα αυτά προτείνουν σπουδαία ζητήματα για διερεύνηση: το δικαίωμα να έχω γνώμη, η εκπαίδευση που έχω και η εκπαίδευση που θέλω, η αλήθεια μέσα στις πλάνες, εγώ μέσα στον κόσμο που ζω – οι υπότιτλοι των παραστάσεων που έχουμε κατά καιρούς ανεβάσει-.

Η «Ελένη» του Ευριπίδη, που εδώ και πολλά χρόνια διδάσκεται στην Γ’ Γυμνασίου, άρα έχουμε όλοι μάθει να μισούμε,  είναι ένα από τα υβριδικά και ιδιαίτερα ενδιαφέροντα έργα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, γιατί γράφτηκε σε μια εποχή που ο Ευριπίδης ήθελε να σχολιάσει την κυρίαρχη αντίληψη της εποχής του και να θέσει επί σκηνής ένα φιλοσοφικό λόγο που αμφισβητεί τα δεδομένα. Είναι μια περίοδος που αναπτύχθηκε και η τεχνική της σοφιστείας στην αρχαία Ελλάδα. Η «Ελένη» είναι ένα αποκορύφωμα αυτού του πειράματος του Ευριπίδη, να φέρει τα πάνω κάτω, γι΄αυτό και μέσα στο συγκεκριμένο έργο του προσπαθεί να χωρέσει όλα τα μοτίβα που δημιούργησαν τις μεγάλες επιτυχίες της τραγωδίας της αρχαίας Αθήνας. Αυτή η υπερπληθώρα «τραγικών» μοτίβων όπως και μια συνειδητή ανατροπή στην κεντρική αφήγηση της μυθολογίας (το ότι η Ελένη δεν απάτησε ποτέ τον Μενέλαο και δεν πήγε ποτέ στην Τροία, μοτίβο αφήγησης που υπήρχε πριν από τον Ευριπίδη στον Στησίχορο) δημιουργεί μια κωμική χροιά κατά τη διάρκεια του έργου που είναι σα να σου κλείνει το μάτι για το τι να πιστέψεις και τι όχι, τι είναι πραγματικά τραγικό και τι κατ’ επίφαση τραγικό.

Αυτό το κλείσιμο του ματιού μας γοήτευσε σε αυτό το έργο του Ευριπίδη γιατί βρήκαμε μια ευκαιρία να αφηγηθούμε και εμείς την ιστορία από τη σκηνή, αξιοποιώντας όλη αυτή την υπερπληροφόρηση που δίνει ο Ευριπίδης τόσο στο επίπεδο του περιεχομένου όσο και των πολλών ειδών φόρμας που χρησιμοποιεί καταιγιστικά μέσα στην κατασκευή μιας παράδοξης αφήγησης.

Ο υπότιτλος της παράστασης «η αλήθεια μέσα στις πλάνες» και η φόρμα που επινοήσαμε για την παράσταση αυτή, ένας συνδυασμός role playing games και ενός διανοητικού escape room, ήταν στοιχεία που κατά την γνώμη μας μας κάνουν διάλογο με το έργο του Ευριπίδη γιατί αποσταθεροποιούν ότι θεωρούμε δεδομένο. Γι' αυτό και οι έφηβοι θεατές γελάνε, επειδή γίνονται μέτοχοι της ανατροπής και απολαμβάνουν μαζί με τους ηθοποιούς τη μεγάλη σκηνική χαρά του παράδοξου.

 

Αν άλλαζες κάτι στον κόσμο του εφηβικού θεάτρου στην Αθήνα σήμερα, τι θα ήταν αυτό;

Η κύρια ανησυχία των νέων, -ανάμεσα σε άλλες προφανώς που αφορούν τα ειδικά χαρακτηριστικά ενός σώματος που μεγαλώνει-, είναι ότι δεν έχει σημασία η γνώμη τους. Αισθάνονται μοναξιά, ότι μεγαλώνουν σε έναν κόσμο εχθρικό. Γύρω τους βομβαρδίζονται συνέχεια από διδακτισμό, από μια διαρκή καταστροφολογία ότι όλα είναι χάλια, δεν θα καταφέρουν τίποτα τελικά και θα είναι άνεργοι ή εργασιακά απαξιωμένοι ή θα πρέπει να φύγουν τρέχοντας και να γίνουν μετανάστες, ότι θα παρασυρθούν σε ανομίες, ότι θα καταστρέφουν από τις παρέες τους, ότι το ίντερνετ θα τους τηγανίσει τον εγκέφαλο και κάποιος από κει μέσα θα τους βλάψει. Σοβαρά ζητήματα όλα αυτά αλλά οδηγούν σε μια «κηρυγματική» επικοινωνία για το τι θα πρέπει να κάνουν οι νέοι και τι όχι.  Φεύγοντας το κοινό από μια παράσταση για εφήβους, ή οι ηθοποιοί μας από τα σχολεία που επισκέπτονται, θα θέλαμε ένας νέος θεατής να σκεφτεί ό,τι και ο ίδιος μπορεί να πει μια ιστορία, να θέσει ένα ερώτημα, να σταθεί απέναντι στους άλλους με τις δυνάμεις του. Το θέατρο να είναι αφορμή για μια προσωπική σκέψη, όχι ένα παρηγορητικό ή διδακτικό μέσο διασκέδασης.

Θα ήθελα η πολιτεία και οι θεσμοί (ή όποιος άλλος καλός ιδιώτης) να δημιουργούσαν ένα πρόγραμμα που να λέγεται «Το θέατρο ως δημοκρατική εκπαίδευση» και αυτού του τύπου οι παραστάσεις να παιζόντουσαν δωρεάν. Να παιχτεί το θέατρο, να γίνουν θεατροπαιδαγωγικά προγράμματα πάνω στην τόσο απωθητική ύλη του σχολείου και να πει κάποιος, όχι ότι είδε θέατρο, ότι μπόρεσε να πει δημόσια τη γνώμη του, να σκεφτεί παράλληλα και μαζί με άλλους. Αυτή η εμπειρία όμως δημιουργεί ενεργούς πολίτες που θα πρέπει η κοινωνία αργότερα να τους διαχειριστεί. Kαι φυσικά να μπορούσαν ενεργοί και επιμορφωμένοι παιδαγωγικά καλλιτέχνες να δουλέψουν σοβαρά και σε διάρκεια χρόνου με μαθητές και δασκάλους ώστε η καλλιτεχνική παιδεία να εγκατασταθεί στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Πολλά ζητάω ε;

 

Τι σου αρέσει περισσότερο στις πρόβες; Και λιγότερο;

Στις πρόβες μου αρέσει που γελάμε. Που απελπιζόμαστε τόσο πολύ που δεν μπορεί η «Ελένη» να γίνει με τέσσερα άτομα, ή το «Όνειρο Καλοκαιρινής Νύχτας» με πέντε, έτσι ώστε... γελάμε για ώρες. Πάντα γελάμε,  πριν την τελευταία εβδομάδα εννοώ. Βοηθάει που, έως τώρα τουλάχιστον, οι ηθοποιοί των παραστάσεων έχουν υπάρξει φοιτητές μου -σε δραματικές σχολές που διδάσκω-, οπότε και ο τρόπος εργασίας και η σχέση μας είναι οικεία και κερδίζει τον χρόνο. Γελάμε γιατί είναι δυνατόν το αδύνατο που ψάχνουμε. Κάνουμε ένα θέατρο χωρίς σκηνικά, φώτα και ό,τι άλλο ενισχύει την θεατρική ψευδαίσθηση, με έμφαση στη δύναμη της σκηνικής πράξης και την ορμή της σκέψης.

Δεν μου αρέσει που οι νέοι ηθοποιοί είναι σε τόσο θλιβερή οικονομική κατάσταση και που δεν μπορούν, στην επαγγελματική τους ζωή να ξεπεράσουν την κρίση, που τους ακολουθεί κατά πόδας. Ούτε και στην πρόβα. Πρέπει να φύγουν τρέχοντας να πάνε κάπου άλλου, δεν υπάρχει χρόνος αφομοίωσης. Ζούνε μεγάλη εργασιακή απαξίωση, που δεν τους αφήνει να αναπτυχθούν, τόσο μεγάλα ταλέντα, τόσο σπουδαίοι καλλιτέχνες, που πολύ σύντομα αισθάνονται επιτυχημένοι μόνο εάν ενταχθούν σε κάποιο σύστημα για έναν ασφαλή μισθό, με όσες εκπτώσεις μπορεί να σημαίνει αυτό για το θέατρο που αγάπησαν.

 

Ποια είναι τα σχέδια σου για το μέλλον;

Εδώ και πολύ καιρό σκέφτομαι πως το θέατρο για εφήβους αλλά και το θέατρο από εφήβους μπορεί  να καταγράφει συστηματικά και δημιουργικά σε εθνικό επίπεδο και να αποκτήσει μια δυναμική που θα αυξήσει την δημοτικότητά του και τον ευεργετικό του ρόλο στην κοινωνία. Σήμερα μάλιστα, σε μια περίοδο που η καλλιτεχνική εκπαίδευση συρρικνώθηκε στα σχολεία μας, αυτή είναι μια ανάγκη άμεση. Ξεκινάμε λοιπόν από φέτος μια εφηβική ομάδα, με το ξεκάθαρο μήνυμα στον τίτλο της Βέλος, με μια μεγάλη ομάδα συνεργατών, που θα φιλοξενηθεί, φυτώριο νέων δημιουργών, στη δραματική σχολή που ανοίγει φέτος η Ακαδημία Τεχνών 100. Η ομάδα θα είναι διεθνής, με οργανωμένο στόχο να συναντηθεί με αντίστοιχες ομάδες του εξωτερικού, και στόχο να δημιουργήσει δεσμούς με άλλες ομάδες στην Ελλάδα, σε δημιουργικούς διαλόγους μεταξύ των μελών της. Είναι μια δυναμική αρχή με ποικίλους στόχους, εξ ολοκλήρου μαθητοκεντρική.