BACKSTAGE: Ελεάννα Σαντοριναίου

  •  Συντάκτης: Δέδε Τατού
  •  Δημοσιεύτηκε στις: 23/04/2019

Η Ελεάννα Σαντοριναίου γεννήθηκε και μεγάλωσε κυριολεκτικά μέσα στο θέατρο. Τώρα ζει μεταξύ Ελλάδας και Λονδίνου και μοιράζεται μεταξύ θεάτρου και κινηματογράφου. Μια ξεχωριστή καλλιτέχνιδα που μιλά στην Τατού Δέδε για τα θέλω, τα πρέπει και τα όνειρα. 

 

-Μίλησέ μας λίγο για την πορεία σου στην σκηνοθεσία στο θέατρο και μετά στον κινηματογράφο.

Έκανα τον Δεκέμβρη του 2008 το πρώτο παιδικό, το «Μήλα ζάχαρη κανέλα», το οποίο παίζεται ακόμα, και μετά πειραματιζόμουν με μικρού μήκους ταινίες, και με τον κινηματογράφο ασχολήθηκα το ‘12 έχοντας κάνει ήδη ακόμα 2 παιδικά θεατρικά. Μετά έκανα την πρώτη μου επίσημη ταινία μικρού μήκους, Νοέμβρη του 12, και μετά πήγα στο Λονδίνο και άρχισα να ασχολούμαι επαγγελματικά με τον κινηματογράφο. Σπούδασα και τώρα δουλεύω εκεί.

 

- Τι σημαίνει να είσαι σκηνοθέτης στο Λονδίνο και τι εδώ; Ποια η διαφορά;

Στο Λονδίνο, μία που είναι πολύ βασική διαφορά, είναι ότι μπορείς να ασχολείσαι με την τέχνη και να αμείβεσαι  από αυτό. Άρα, αμέσως μιλάμε για μία πιο επαγγελματική ματιά και συναλλαγή με τον οποιονδήποτε. Εγώ, πέρα από σκηνοθεσία, κάνω και μοντάζ. Θα μοντάρω, θα σκηνοθετήσω κάτι και θα πληρωθώ για την εργασία που έκανα, για την προεργασία, το γύρισμα και την ιδέα. Αυτό για εμένα είναι η πρώτη βασική διαφορά, γιατί αυτό καταλήγει να πεις είμαι σκηνοθέτης και όλοι να το δουν σαν επάγγελμα και να μην σε ρωτήσουν τι άλλο κάνεις για να ζήσεις. Σε αντίθεση με το εδώ, που ακόμα και έχοντας κάνει παιδικά και έχοντας συνεργαστεί με τον Φούρνο, που είναι και της οικογένειάς μου, πρακτικά δεν θα μπορούσα να ζήσω από αυτό. Θα έπρεπε να κάνω κάτι άλλο. Και γνωρίζοντας ότι και μοντάζ να κάνεις είναι άλλες οι τιμές, πάλι για να καταλήξεις να είσαι ανταγωνιστικός, μπορεί και πάλι να μην μπορείς να ζήσεις από αυτό. Εκτός αν είσαι στις 3 εταιρείες που κάνουν διαφημίσεις. Που εκεί είναι άλλα τα χρήματα. Με ενδιαφέρει να κάνω μία συνεργασία και στην Ελλάδα, για να το δω αυτό. Θα ήθελα να μην φύγω τελείως από την Ελλάδα. Παρ’όλα αυτά μία δυσκολία είναι αυτή. Ότι εδώ και θέατρο να κάνεις, μπορεί να φτάσεις να είσαι πολύ υψηλά στο καλλιτεχνικό στερέωμα, παρ’όλα αυτά να μην πληρώνεσαι.  Ενώ στην Αγγλία στο θέατρο και πάλι δεν υπάρχουν τόσα λεφτά, θα κάνεις πολλά τσάμπα, και θα ψάξεις τρόπους να βρεις χρήματα. Αλλά υπάρχουν τρόποι, εκτός από κρατικές επιχορηγήσεις, υπάρχουν βραβεία, ιδιωτικές επιχορηγήσεις. Και όταν πλέον φτάσεις σε ένα καλό επίπεδο θα έχεις την αντίστοιχη αμοιβή.

 

-Τι σημαίνει να κάνεις θέατρο για παιδιά; Έχεις την ίδια μέθοδο που θα είχες σε μία παράσταση για ενηλίκους;

Φέτος με την πρώτη μου παράσταση ενηλίκων είδα τι διαφορές υπάρχουν σε σχέση με τους ηθοποιούς. Το πρώτο πράγμα είναι ότι τα παιδικά δεν έχουν τόσα πολλά επίπεδα νοήματος. Δηλαδή λέω κάτι και υπονοώ κάτι διαφορετικό. Στην «Υπόσχεση» που σκηνοθέτησα τώρα, οι ήρωες λένε ένα και εννοούν άλλα δεκαπέντε. Και επειδή μιλάμε για παιδικό έργο, είναι όλα σε πρώτο επίπεδο, με την έννοια της αμεσότητας. Πάλι υπάρχει το ηθικό δίδαγμα, ή πράγματα που θα βγουν σαν πόρισμα της ιστορίας, παρ’όλα αυτά όταν η γιαγιά  ψάχνει μήλα, ψάχνει για μήλα. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο, δεν είναι κάτι το υπαρξιακό από πίσω. Η συνεργασία μου με τους ηθοποιούς είναι η ίδια. Δηλαδή θα περάσουμε από την συνθήκη ότι θα κάνουμε κάποια παιχνίδια για να ενωθεί η ομάδα, θα συζητήσουμε το κείμενο και θα κάνουμε τραπέζι. Στο τελευταίο παιδικό, την «Ζαχαρένια Συνταγή» που ήταν πιο πολλά τα νοήματα, και υπήρξε και πιο μεγάλο βάθος, είναι για πιο μεγάλα παιδιά, υπήρξε η σκέψη του πώς όλο αυτό δένει. Τι εννοούμε; Υπήρχε μία κουβέντα από πίσω. Και επίσης πολύ σημαντικό είναι ότι τα παιδιά είναι και πιο δύσκολο και πιο εύκολο κοινό ταυτόχρονα. Πιο εύκολο γιατί δεν έχουν την κακία, αν θες, του «άντε πάμε να δούμε τι θα κάνουν αυτοί και να το υπεραναλύσουμε». Είναι ξεκάθαρο το αν τους άγγιξε ή όχι και αν περάσαν καλά. Από την άλλη επειδή είναι πολύ μικρά, οι ηλικίες που κάνω εγώ είναι από 2μιση μέχρι 8, είναι πολύ δύσκολο να τους κρατήσεις το ενδιαφέρον πραγματικά. Γιατί σε αυτές τις ηλικίες αν βαρεθούν, απλά θα σηκωθούν να φύγουν. Αν όμως κρατήσεις το ενδιαφέρον είναι πιο ειλικρινές αυτό που θα πάρεις. Δεν υπάρχουν οι άμυνες αυτές. Γιατί νομίζω ότι όταν είμαστε ενήλικοι ψάχνουμε κάτι να μας μαγέψει, αλλά από την άλλη έχουμε τόσες απαιτήσεις, και άμυνες για να μας μαγέψει αυτό, που ίσως τελικά δεν το κάνει. Δηλαδή αναλύεις πράγματα που ένα παιδάκι θα πει ότι μου έμειναν οι εικόνες, πέρασα καλά. Και νομίζω αυτό προσέχω στην σκηνοθεσία των παιδικών. Προσπαθούμε να υπάρχει αυτή η αμεσότητα στα παιδιά, αυτή η ειλικρίνεια, αλλά ταυτόχρονα να μην γίνεται και βαρετό ως προς τους γονείς. Να περνάνε κι αυτοί καλά. Στο παιδικό βάζω πολύ πιο έντονα την συνθήκη του κοινού, ενώ στο ενηλίκων είναι πιο πολύ παρατηρητές. Στο παιδικό επειδή τα σηκώνουμε και στην σκηνή, σπας τον τέταρτο τοίχο ανά πάσα στιγμή.

 

-Πώς δουλεύεις με τους ηθοποιούς στο παιδικό θέατρο;

Υπήρξα πολύ τυχερή γιατί όταν ξεκίνησα το πρώτο μου παιδικό, με τις μόνιμες πλέον συνεργάτιδές μου, την Ευγενία Μαραγκού και την Ματίνα Δημητροπούλου, οι οποίες ήδη είχαν κάνει πολύ παιδικό θέατρο, και θεατρικό παιχνίδι, είχαν εμπειρία ήδη. Ξεκινήσαμε με την σκέψη, ότι ωραία, εδώ θα τα ανεβάζουμε τα παιδιά, αν μας πούνε κάτι, να είμαστε σε ετοιμότητα να τους μιλήσουμε, χωρίς να βγούμε εκτός χαρακτήρα και χωρίς να τα προσβάλουμε. Αν πάνε κάπου που είναι επικίνδυνα συνέχεια κρατώντας τον χαρακτήρα, υπάρχει αυτή η συνθήκη ότι κρατάμε τον μύθο, προσπαθούμε να τα κατεβάσουμε. Σαν οδηγία μου ήταν μόνο αυτό όταν ξεκινούσα. Συνεχίζοντας,  στο τρίτο παιδικό, είχαμε φέρει και ηθοποιούς που ήταν άπειροι. Εκεί έπαιξε πολύ μεγάλο ρόλο η δική μας ομάδα με τα κορίτσια και το πώς πλέον τους εξηγούσαμε  και τους προετοιμάζαμε για το τι συμβαίνει. Πολλές φορές έκανα εγώ το παιδί στις πρόβες. Κάθομαι σε ένα πουφ, εκεί ακριβώς που θα κάτσει το παιδί. Κι όλοι οι καινούριοι ηθοποιοί, που δεν είχαν  ξανακάνει παιδικό, όταν με είδαν να κάθομαι στην σκηνή, μου λένε τι κάνεις; Και τους είπα αυτοί είναι οι θεατές σας. Γιατί εκείνοι μιλούσαν και κοιτούσαν ψηλά. Οπότε προσπαθώ κι εγώ όσο μπορώ, στην διάρκεια των προβών να τους θυμίζω τι κάνει το κοινό, πού κάθεται. Δηλαδή μπορεί να σηκωθεί το παιδί γιατί του άρεσε το σκηνικό και να πάει να το πιάσει. Εκεί η οδηγία είναι ότι δεν θα πρέπει να σπάτε τον χαρακτήρα, για εμένα είναι πολύ βασικό αυτό, να μην προσβάλουν το παιδί, αλλά να του δίνουν και σημασία παράλληλα. Να υπάρχει το interaction παιδιού και ηθοποιού. Αυτό που δεν μπορώ να τους βοηθήσω είναι με πράγματα  που θα πούνε τα παιδιά και μπορεί να χαλάσουν την ιστορία. Δηλαδή στο « Μήλα Ζάχαρη Κανέλα» η γιαγιά έψαχνε μήλα. Και μας ήρθε ένα παιδάκι που έφερε από το σπίτι του. Εκεί αν δεχτείς τα μήλα χαλάει όλη η ιστορία. Οπότε είχαμε πει ότι είναι σε ετοιμότητα οι ηθοποιοί να το χειριστούν. Το άλλο βασικό είναι το θέμα της ενέργειας. Δηλαδή οι ηθοποιοί πρέπει να έχουν παραπάνω ενέργεια για να μπορέσουν  να μαγνητίσουν τα παιδιά ώστε να υπερκαλύπτονται οι δικές τους φωνές. Οπότε σαν διαδικασία, πέρα από τις κινήσεις, και τα λόγια κλπ, νομίζω ότι αυτό που συνέχεια τους υπενθυμίζω  είναι αυτή η αμεσότητα που πρέπει να υπάρχει, το μη προγραμματισμένο  των παιδιών και πώς το αντιμετωπίζουν και μέχρι πού και τι λένε. Γιατί πρέπει να σκεφτούμε ότι υπάρχουν και οι γονείς από κάτω οι οποίοι έρχονται στο συγκεκριμένο θέατρο και παιδικά γιατί υπάρχει αυτός ο σεβασμός προς το παιδί και τι μηνύματα τους δίνουμε. Οπότε και η αμεσότητα πρέπει να μένει σε αυτά τα μηνύματα που πρέπει να δώσουμε. Να έχει όρια.

 

-Τα κείμενα ποιος τα γράφει;

Στα παιδικά όλα τα κείμενα είναι δικές μου ιστορίες. Το «Μήλα Ζάχαρη Κανέλα»  είναι εμπνευσμένο  από αγγλικό παραμύθι το οποίο διαμόρφωσα και με τα χρόνια έχει αλλάξει. Και το τελευταίο, «Ζαχαρένια Συνταγή» είναι βασισμένο  στο βιβλίο της Φωτεινής Κωνσταντοπούλου, το οποίο διασκεύασα για το θέατρο. Εγώ κάθομαι σπίτι μου, δουλεύω το κείμενο μέχρι ένα σημείο, και μετά στις πρώτες 10 πρόβες διαμορφώνεται και αλλάζει και από τους ηθοποιούς. Στα παιδικά επειδή υπάρχει μία ελευθερία, που εγώ ζητάω από τους ηθοποιούς μου, αν δω μία παράσταση μετά από 5 μήνες θα έχουν σίγουρα προστεθεί πράγματα που ούτε ήταν μέσα στο κείμενο, ούτε εγώ το είπα, αλλά μέσα από την μαγιά και την συνθήκη των ηθοποιών με τα παιδιά έχουν κάποιες ατάκες μείνει.

 

-Πως δουλεύεις για να «κατασκευάσεις» τους ρόλους;

Επειδή γράφω και σενάρια στον κινηματογράφο, και νομίζω ότι η διαδικασία είναι η ίδια σε όλα, υπάρχουν διάφοροι τρόποι που θα με εμπνεύσουν για ένα ρόλο. Μπορεί να μου έχει κολλήσει ένα πρόσωπο, μία ιστορία και πάνω σε αυτό θα βασιστώ, ή να υπάρχει μία συνθήκη που μου αρέσει και σκέφτομαι ποιοι άνθρωποι θα μπορούσαν να μπουν σε αυτή. Για παράδειγμα όταν είχα κάνει τον Μάρκο τον Γάτο, η ιστορία μου ήρθε στο Τραμ. Το έγραψα στο κινητό μου και από εκεί ήρθε η ιστορία της παράστασης. Αφού σκεφτώ, αρχίζω και γράφω ένα βιογραφικό για τον χαρακτήρα, από πού γεννήθηκε, τι ψάχνει, γιατί βρίσκεται εκεί, πού στον βρίσκουμε στην ιστορία. Γιατί νομίζω ότι όσο πιο καλά ξέρεις τους χαρακτήρες σαν να είναι φίλοι σου, είναι πολύ πιο εύκολο να τους βρεις σε καταστάσεις και να ξέρεις πώς θα αντιδράσουν. Κυρίως όταν γράφεις κάτι δικό σου. Αυτό εγώ το φέρνω σε ένα σημείο και μετά περιμένω και από τους ηθοποιούς να το εμπλουτίσουν. Βέβαια έχοντας μία γραμμή. Στην «Υπόσχεση», που δεν έφτιαξα εγώ τους χαρακτήρες , υπάρχει μία άλλη διαδικασία. Μάζεψα όλα τα βιογραφικά στοιχεία για τους χαρακτήρες που υπήρχαν στο κείμενο και τα έβαλα σε μία σειρά. Ήξερα, λοιπόν πότε γεννηθήκανε, κλπ, τα έγραψα και παίρνοντας αυτά τα στοιχεία γέμισα τα κενά και σκέφτηκα κάποια έξτρα πράγματα. Μετά το συζήτησα και με τους ηθοποιούς και έγινε μία μίξη πραγμάτων ώστε να δημιουργηθεί κάτι πολυεπίπεδο.

 

-Πώς τοποθετείσαι σε αυτό το ετερόκλιτο σύνολο που λέγεται θέατρο; Σαν νέα σκηνοθέτης.

Η πρώτη μου συνεργασία με τα κορίτσια ήταν κάτι πολύ πιο ανοιχτό, εγώ δεν ήθελα να οριστώ καθαρά ως σκηνοθέτης,  μάθαινα και χωρίς την δική τους βοήθεια δεν θα μπορούσα απαραίτητα να κάνω αυτό που έκανα. Μετά τις σπουδές και τα σεμινάρια, δημιουργώ κι εγώ ένα λεξιλόγιο και ξέρω τι θέλω. Παρ’όλα αυτά επιμένω στο να λέω ομάδα, γιατί πιστεύω ότι εγώ συνεχίζω να κουβαλάω το όραμα αλλά παρ’όλα αυτά ακόμα και με νέους συνεργάτες πάντα περιμένω να μου φέρουν κάτι  στο πρότζεκτ που να είναι δικό τους. Στην «Υπόσχεση» είχα ξανασυνεργαστεί μόνο με τον Αποστόλη Τσατσάκο και την Κόνι. Όλοι οι άλλοι ήταν νέοι συνεργάτες και από ένα χώρο που για πρώτη φορά έμπαινα. Ο τρόπος που το διαχειρίστηκα ήταν ότι εγώ είπα τι έχω σκεφτεί, το όραμά μου, και από εκεί και πέρα υπάρχει κάτι που δίνω πάσα στον άλλον για να μου πει πώς έχει αυτός σκεφτεί το έργο, τι σκέφτεται με αυτό που του δίνω εγώ σαν πρώτη ύλη να κάνει και να το εξελίξει. Κάπως έτσι δουλέψαμε με τον Φάνη που έκανε την μουσική, την Γιωργίνα που έκανε τα σκηνικά και πάει λέγοντας. Εγώ δεν θέλω εκτελεστές, με την έννοια έχω σκεφτεί αυτό κάντο, αλλά θέλω συνεργάτες οι οποίοι θα μου προτείνουν πράγματα, είτε αυτό είναι οι ηθοποιοί που θα εμπλουτίσουν ένα ρόλο, είτε είναι αυτό ο μουσικός που θα μου προτείνει κάτι κλπ. Για τον σκηνοθέτη νομίζω ότι είναι σημαντικό να ξέρει πού θέλει να το πάει. Αν είσαι ανοιχτός στο να σου προτείνει κάτι κάποιος συνεργάτης, μπορεί να σου προτείνει και κάτι το οποίο εσύ να μην έχεις σκεφτεί καν, να πατήσει επάνω στην δική σου ιδέα και να την απογειώσει. Νομίζω ότι αυτό είναι το επιθυμητό.

 

-Σε αφορά το θέατρο στο σήμερα; Το τι γίνεται γύρω μας; Πρέπει να συνδέεται με το σήμερα;

Πιστεύω πως ναι. Και αυτό προσπάθησα να κάνω. Παίρνοντας ένα κλασικό κείμενο, ήθελα να υπάρχει μία αισιοδοξία στο τέλος. Θεωρώ το οτιδήποτε κάνουμε πρέπει να αφορά τους ανθρώπους του τώρα. Να μην είναι μία παρελθοντολαγνεία. Καλό είναι να ξέρουμε την ιστορία, και μέσα από αυτό κερδίζουμε πράγματα, αλλά ακόμα και αν κάνεις κάτι κλασικό ή πάρεις κάτι το οποίο  έχει θέμα, καλό είναι να το αναγνώσεις με σύγχρονη ματιά, για να αφορά το τώρα, και αν μη τι άλλο να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις μία θέση πάνω στο τι συμβαίνει τώρα. Με αυτό το σκεπτικό εγώ πήρα αυτό το κλασικό κείμενο και το μετέφερα σε κάτι πιο αγνό και άτοπο, που ο οποιοσδήποτε έχει διαβάσει την ιστορία και  ξέρει τον Αρμπούζοφ, ξέρει ότι μιλάει για το Λένινγκραντ και τον 2ο παγκόσμιο πόλεμο, αλλά εγώ δεν ήθελα να το αναφέρω. Εάν και ήταν μία τραγική καταστροφή αυτό που συναίβει για την σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, δηλαδή 2μιση χρόνια αποκλεισμός, ήταν κάτι τραγικό. Ήταν άγριες οι συνθήκες και δεν είναι οι συνθήκες που βιώνουμε στην Ελλάδα αυτή την στιγμή, παρ’όλα αυτά το να αφήσεις ανοιχτό το τι σημαίνει αυτός ο πόλεμος, μπορεί να σημαίνει και ένα κακό που σε τρώει από μέσα και δεν είναι ένας πόλεμος. Άρα νομίζω για μένα ότι το κάθε τι, καλό είναι να κάνει ένα σχόλιο στο τώρα, γιατί αν μη τι άλλο η τέχνη αυτό που κάνει είναι να μας εμπνέει, να μας ξεκουνάει, να μας κάνει να σκεφτόμαστε, και να μας βοηθάει, αν θες, να επιβιώσουμε. Αν λοιπόν δεν μας αφορά, και δεν μιλάει για το τι συμβαίνει τώρα με κάποιο τρόπο, τότε δεν έχει και πολύ νόημα να την δεις.

 

-Είναι μόνο για διασκέδαση.

Ναι. Που αυτό δεν είναι κακό. Αλλά και πάλι στην κωμωδία, ή πιο χαλαρή ταινία, νομίζω μπορείς να περάσεις κάτι εάν θέλεις. Γιατί πολλές φορές μπερδεύουμε την κουλτούρα με κάτι πολύ βαρύ, και ότι πρέπει να σε μορφώνει διδακτικά. Για παράδειγμα οι Monty Pythons ήταν βασικά χιούμορ, παρ’όλα αυτά μέσα από αυτό κάναν πάρα πολύ μεγάλα σχόλια για την κοινωνία που είναι διαχρονικά.

 

-Πόσο σημαντικοί είναι οι συνεργάτες στο θέατρο για έναν σκηνοθέτη;

Σίγουρα υπάρχει ο πυρήνας ηθοποιοί – σκηνοθέτης, γιατί με αυτούς περνάς πάρα πολύ χρόνο στις πρόβες, πολύ περισσότερο με τους άλλους συνεργάτες που έρχονται πιο μετά. Παρ’όλα αυτά θεωρώ 100% ότι όλοι με τον τρόπο τους είναι μέλη της ομάδας και είναι πάρα πολύ σημαντικοί. Για παράδειγμα στο δικό μου έργο έχει πάρα πολλές αλλαγές και κάποιες μουσικές πέφτουν σε πολύ συγκεκριμένο σημείο για να δημιουργήσουν αυτές τις αλλαγές, ή πολλά ηχητικά είναι queues για τους ηθοποιούς. Χρειάζεται,  λοιπόν, να υπάρχει μία καλή συνεργασία και μία κουβέντα με τον τεχνικό για το πώς μπορεί να τα φτιάξει. Στην προκειμένη περίπτωση είμαι και τυχερή γιατί ο Αποστόλης Τσατσάκος που έχει κάνει και τους φωτισμούς είναι και ο τεχνικός του θεάτρου. Παρ’όλα αυτά υπήρχε μία κουβέντα στο πώς μπορούμε να βάλουμε τα ηχητικά κλπ, και υπάρχει ένας συγχρονισμός με σεβασμό στην δουλειά του τεχνικού και δικιά του κατανόηση του έργου, για να μπορέσει αυτό να λειτουργήσει ομαλά. Εάν ο τεχνικός δεν είναι εντός της ομάδας, αν δεν τον σέβεσαι και δεν δεχτείς τις δυνατότητες που έχει με την κονσόλα που υπάρχει, τεχνικές λεπτομέρειες που όμως πρέπει να πάρεις υπόψη σου γιατί δεν είμαστε σε ένα τεράστιο θέατρο,  κάτι χάνεις. Στην «Υπόσχεση» ήμουν τυχερή γιατί είχα μία ομάδα που το αγάπησε το έργο και έκανε ότι μπορούσε. Για παράδειγμα ο μουσικός, ο Φάνης Ζαχόπουλος, ήρθε από τις πρώτες πρόβες, να γνωρίσει τα παιδιά, να τα δει, να δει πώς διαμορφώνονται οι ρόλοι, να δει πρόβες. Οπότε είχε μία πολύ ολοκληρωμένη εικόνα και πάνω σε αυτό μπήκε η μουσική. Άρα η μουσική δεν ήταν κάτι άσχετο. Ήταν κάτι οργανικό και μέρος της παράστασης όπως το οτιδήποτε άλλο. Ακόμα και τα σκηνικά, ακόμα και ο φωτογράφος για να φτιάξει την αφίσα. Για εμένα δεν υπάρχει κάποιος  λιγότερο ή περισσότερο σημαντικός γιατί ο καθένας κάνει την δουλειά του για το συγκεκριμένο αποτέλεσμα.

 

Είσαι στην κυριολεξία ένα παιδί του θεάτρου λόγω της οικογένειάς σου. Τι είναι για εσένα το θέατρο; Ήταν κάτι που θα έβρισκες στον δρόμο σου;

Έχοντας οι γονείς μου αυτό το θέατρο, αυτό που θυμάμαι από τα πρώτα μου χρόνια, ήταν δύσκολο να το εξηγήσω με αυτές τις παραστάσεις στους φίλους μου. Ήξεραν τα 5 μεγάλα θέατρα και εκεί πήγαιναν. Καμία φορά ένιωθα λίγο εκτός στο πώς να το εξηγήσω στους έξω, ή και οι ίδιες παραστάσεις που έβλεπα εγώ ήταν λίγο πιο δύσκολες. Παρ’όλα αυτά όντως μεγάλωσα μέσα σε αυτό οπότε για εμένα ποτέ δεν υπήρξε μία ουσιαστική ερώτηση, του τι είναι το θέατρο. Δεν ήταν κάτι περίεργο ή παράξενο, ήταν πολύ δεδομένο. Και η θεία μου η Άννα Σαντοριναίου φτιάχνει κούκλες, και δούλευε με την Ξένια Καλογεροπούλου, οπότε πήγαινα και στο θέατρο Πόρτα, και είχα δει όλη την εξέλιξη, του πώς μία κούκλα καταλήγει πάνω στην σκηνή. Άρα όλα αυτά για εμένα ήταν πολύ φυσιολογικά θα έλεγα, και ένας πολύ ωραίος τρόπος να δω πώς είναι να αγαπάς την δουλειά σου και να εκφράζεσαι μέσα από αυτή. Πολλοί άνθρωποι βρίσκουν τον εαυτό τους μέσα από το θέατρο, για εμένα όπως γαλουχήθηκα και εξελίχθηκα μέσα σε αυτό, ήταν μία συνέχιση. Δεν ήταν μία αναζήτηση. Πολλές φορές μου λένε, «Σκηνοθέτης, μπράβο» κλπ, και τους λέω δεν είναι ότι έκανα και καμία επανάσταση. Ήμουν τελείως η συνέχεια του Φούρνου και των γονιών μου.

 

-Και του Κινηματογράφου λόγω του μπαμπά σου φαντάζομαι...

Ναι. Μα μέχρι το’ 95 οι γονείς μου έκαναν και πολλές εκπομπές παιδικές στην ΕΡΤ. Οπότε ήμουν επίσης μέσα στα στούντιο κλπ. Όταν έκαναν τον ΑΡΚΑ με κούκλες, ήμουν 4 χρονών, και επειδή δεν χώραγε κανείς στην κατσαρόλα του μάγειρα, βάζαν εμένα. Και ήμουν εντελώς μέσα στο σετ, και στο γύρισμα. Είχα μπει σε όλη αυτή την διαδικασία από μικρή. Ήταν μία τεράστια παιδική χαρά. Μετά όταν το είδα πιο επαγγελματικά και βγαίνοντας έξω, μελέτησα πάρα πολύ για να μπορώ αυτό να το εξελίξω. Γιατί αν παραμείνει μία παιδική ανάμνηση απλά δεν μπορείς πλέον σαν επαγγελματίας να εξελιχθείς σε αυτό. Για εμένα ήταν μία ωραία αφορμή, εξέλιξη, την οποία έκανα δικιά μου όταν άρχισα να μπαίνω σε αυτό ουσιαστικά.

 

-Αν συναντήσεις την Ελεάννα σε 10, 20 χρόνια πώς θα ήθελες να την δεις;

Γενικά θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω ταινίες και θεατρικά τα οποία, δεν ξέρω αν θα καταφέρω να κάνω κάτι τόσο μεγάλο που θα αλλάξει τον κόσμο ή την τέχνη, αλλά σίγουρα θα ήθελα να κάνω κάτι που θα το βλέπει κόσμος και κάπως να τον αγγίζει και να το κουβαλάει μέσα του. Ο στόχος μου είναι να κάνω κάτι το οποίο να εξελίξει την δική μου πορεία, και θα ήταν ευτυχές αν μπορούσε να εξελίξει την τέχνη σαν τέχνη. Αυτό που θέλω να κάνω είναι να βάζω στόχους αλλά όχι πλάνα. Σίγουρα μετά από 10 χρόνια θα ήθελα να είμαι ένα βήμα παραπάνω απ’όπου είμαι τώρα.

-Τι εύχεσαι;

Μία μεγάλη ευχή είναι να μπορέσει να εξελιχθεί και να βελτιωθεί αυτή η χώρα ώστε να μην φεύγουμε, βάζω και τον εαυτό μου μέσα, όλοι στο εξωτερικό. Εγώ κάποια στιγμή θέλω να γυρίσω, αλλά σίγουρα αυτό είναι ευχή, γιατί δεν ξέρω αν μπορεί αν πραγματοποιηθεί. Σίγουρα εύχομαι η νέα γενιά, από 30 και κάτω, να μπορούνε να σέβονται και να σκέπτονται λίγο πιο συλλογικά. Αυτό είναι μία σημαντική αρχή για να γίνουν πολλά νέα πράγματα. Ακόμα, να βρεθεί σύντομα η νέα κοινωνική πολιτική δομή που θα μας πάει στο επόμενο επίπεδο, και παγκόσμια. Γιατί  νομίζω ότι αυτή η κρίση δεν είναι κάτι που αφορά μόνο την Ευρώπη, την Αφρική ή την Ασία, είναι κάτι πιο μεγάλο γιατί όντως είμαστε σε ένα τέλος εποχής. Εύχομαι σύντομα να δημιουργηθούν νέες συνθήκες που είναι ωφέλιμες για το μεγαλύτερο ποσοστό του κόσμου.